Τα τελευταία επεισόδια του The Late Show μοιάζουν ήδη με αποχαιρετισμό.
Η Όπρα Γουίνφρεϊ πέρασε από το στούντιο για να του πει αντίο. Ο Τζέικ Τάπερ έφερε δώρο. Ο Μπίλι Κρίσταλ του τραγούδησε. Το κοινό σηκώνεται όλο και πιο δυνατά, σαν να ξέρει ότι δεν χειροκροτεί απλώς ένα ακόμη βράδυ late-night τηλεόρασης, αλλά το τέλος μιας εποχής.
Ο Στίβεν Κολμπέρ ετοιμάζεται να αποχαιρετήσει το The Late Show στις 21 Μαΐου, ύστερα από 11 σεζόν στο CBS και σχεδόν 21 χρόνια συνολικά στη late-night τηλεόραση. Σε μεγάλη συνέντευξή του στους New York Times, λίγο πριν από το φινάλε, μίλησε για την ακύρωση της εκπομπής, την πολιτική σάτιρα στην εποχή Τραμπ, την οικονομική κρίση του τηλεοπτικού late night και το τι μπορεί να κάνει μετά.
Η απόφαση δεν ήταν δική του. Το CBS ανακοίνωσε το περασμένο καλοκαίρι ότι η εκπομπή θα ολοκληρωθεί στο τέλος της 11ης σεζόν, επικαλούμενο οικονομικούς λόγους. Η late-night τηλεόραση στις ΗΠΑ έχει δεχθεί τα τελευταία χρόνια μεγάλη πίεση, καθώς τα διαφημιστικά έσοδα έχουν μειωθεί, το κοινό έχει μετακινηθεί σε streaming πλατφόρμες και YouTube, και ο αριθμός των αντίστοιχων εκπομπών έχει συρρικνωθεί.
Ο Κολμπέρ δεν αμφισβητεί ευθέως την εξήγηση του CBS. Αναγνωρίζει, όμως, γιατί πολλοί θεώρησαν την απόφαση ύποπτη. Την περίοδο της ακύρωσης, η Paramount, μητρική εταιρεία του CBS, βρισκόταν στη διαδικασία συγχώνευσης με τη Skydance, μια συμφωνία που χρειαζόταν την έγκριση της κυβέρνησης Τραμπ. Λίγο νωρίτερα, η Paramount είχε συμφωνήσει να πληρώσει 16 εκατομμύρια δολάρια στον Ντόναλντ Τραμπ για να κλείσει αγωγή που αφορούσε συνέντευξη στο 60 Minutes.
Ο ίδιος ο Κολμπέρ διατυπώνει το θέμα προσεκτικά. Λέει ότι δύο πράγματα μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα: ότι το broadcast βρίσκεται πράγματι σε οικονομική δυσκολία και ότι το timing της απόφασης δημιούργησε εύλογες απορίες. Θυμίζει, μάλιστα, ότι λιγότερο από δύο χρόνια πριν ενημερωθεί πως η εκπομπή τελειώνει, το CBS τον ενθάρρυνε να υπογράψει μακροχρόνιο συμβόλαιο. Τελικά υπέγραψε για τρία χρόνια.
«Κάτι άλλαξε», λέει.
Αυτή είναι και η πιο ενδιαφέρουσα φράση της συνέντευξης. Όχι επειδή δίνει μια βολική απάντηση, αλλά επειδή αφήνει ανοιχτή την πραγματική ένταση γύρω από το τέλος της εκπομπής. Η τηλεοπτική οικονομία άλλαξε. Η πολιτική πίεση άλλαξε. Το late night άλλαξε. Και μαζί του άλλαξε και η θέση ενός παρουσιαστή που έγινε, σε μεγάλο βαθμό, ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους αντιπάλους του Τραμπ στην αμερικανική τηλεόραση.
Όταν ανέλαβε το The Late Show από τον Ντέιβιντ Λέτερμαν το 2015, ο Κολμπέρ δεν σκόπευε να κάνει τόσο πολιτική εκπομπή. Όπως λέει, το αρχικό ένστικτό του ήταν να αποφύγει την καθημερινή τοξικότητα της δημόσιας συζήτησης. Το CBS, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν τον ενθάρρυνε τότε να γίνει ιδιαίτερα επίκαιρος.
Τα πρώτα χρόνια, όμως, δεν κύλησαν εύκολα. Η εκπομπή άρχισε να αποκτά ταυτότητα όταν ο Κολμπέρ επέστρεψε σε αυτό που ήξερε καλύτερα: την πολιτική σάτιρα, την επικαιρότητα, την ευθεία σύγκρουση με την εξουσία. Μετά τα συνέδρια των δύο κομμάτων το 2016 και την άνοδο του Τραμπ, το The Late Show βρήκε τον ρυθμό του. Οι κριτικοί άρχισαν να το ξαναβλέπουν, η τηλεθέαση ανέβηκε και ο Κολμπέρ έγινε ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της αντι-τραμπικής τηλεοπτικής σάτιρας.
Στη συνέντευξη, περιγράφει αυτή τη μετατόπιση με μια εικόνα από γουέστερν: σαν κάποιον που είχε θάψει τα όπλα του και αναγκάστηκε να τα ξεθάψει. Το κοινό, του είπε ένας παλιός συνεργάτης του, ήθελε να τον δει να κάνει ακριβώς αυτό.
Η σχέση του με τον Τραμπ δεν ήταν ποτέ ουδέτερη. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει επιτεθεί πολλές φορές στον Κολμπέρ, όπως και σε άλλους παρουσιαστές της late-night τηλεόρασης. Στην ερώτηση γιατί η κυβέρνηση Τραμπ και η FCC φαίνεται να εστιάζουν τόσο στους κωμικούς, ο Κολμπέρ απαντά ότι οι αυταρχικοί ηγέτες δεν αντέχουν να τους γελοιοποιούν.
Για τον ίδιο, η σάτιρα δεν είναι απλώς κομματική υπόθεση. Απορρίπτει την περιγραφή ότι το late night έγινε απλώς partisan. Όπως λέει, οι κωμικοί μπορούν να πουν στον αέρα πράγματα που πολλοί δημοσιογράφοι θα ήθελαν αλλά δεν μπορούν να πουν. Αυτό, υποστηρίζει, είναι που ενοχλεί την εξουσία.
Το τέλος του The Late Show δεν είναι μόνο προσωπικό τέλος για τον Κολμπέρ. Είναι και ένα ακόμη σημάδι ότι η παλιά late-night τηλεόραση, όπως τη γνώρισε η Αμερική μέσα από τον Λέτερμαν, τον Τζέι Λένο τον Conan O'Brien, τον Τζον Στιούαρτ και τον ίδιο, δεν έχει πια την ίδια θέση στο οικοσύστημα των media. Οι εκπομπές αυτές δεν λειτουργούν πλέον ως η μοναδική βραδινή σύνοψη της ημέρας. Το κοινό έχει ήδη δει τα clips στο κινητό του, έχει ήδη σχολιάσει την πολιτική είδηση στα social, έχει ήδη καταναλώσει τη σάτιρα σε μικρά αποσπάσματα πριν ανοίξει τη τηλεόραση.
Ο Κολμπέρ μοιάζει να το ξέρει. Λέει ότι η εκπομπή του καταλαμβάνει «το 95% του εγκεφάλου» του και ότι δεν μπορεί ακόμη να σκεφτεί καθαρά το επόμενο βήμα. Ξέρει μόνο ότι θέλει να συνεχίσει να κάνει κωμωδία, ότι αγαπά το ζωντανό κοινό, ότι του αρέσουν οι συνεντεύξεις και ότι ακούει περισσότερα podcasts από οποιαδήποτε άλλη μορφή ψυχαγωγίας.
Υπάρχει, πάντως, ήδη ένα γνωστό επόμενο σχέδιο: γράφει σενάριο για νέα ταινία στον κόσμο του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών για τη Warner Bros. Ο ίδιος δεν δείχνει βιαστικός να αποφασίσει τι θα ακολουθήσει μετά την τηλεόραση. Θέλει, όπως λέει, λίγο χρόνο για να αναπνεύσει.
Και ίσως αυτή είναι η πιο ανθρώπινη πλευρά της συνέντευξης. Πίσω από την πολιτική ένταση, τα οικονομικά του CBS, τις υποψίες γύρω από την Paramount και την κόπωση της αμερικανικής τηλεόρασης, υπάρχει ένας παρουσιαστής 62 ετών που κλείνει ένα μεγάλο κεφάλαιο της ζωής του. Ένας άνθρωπος που πέρασε δύο δεκαετίες μετατρέποντας την εθνική νεύρωση των ΗΠΑ σε βραδινό μονόλογο και τώρα, για πρώτη φορά μετά από καιρό, μπορεί να μη χρειάζεται να ενδιαφέρεται για κάθε είδηση της ημέρας με επαγγελματική υποχρέωση.
Όπως λέει, θα συνεχίσει να νοιάζεται για τη χώρα του. Απλώς ίσως μπορεί πια να το κάνει ιδιωτικά. Ή έστω όχι κάθε βράδυ, κάτω από τα φώτα του Ed Sullivan Theater.