ΜΙΑ ΣΚΗΝΗ ΟΠΟΥ ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης διαβάζει Καραγάτση στο σίριαλ «Μαέστρο» ήταν αρκετή για να ξαναφέρει τον συγγραφέα της «Μεγάλης Χίμαιρας» στο προσκήνιο και να κάνει το βιβλίο του, δεκαετίες μετά την έκδοσή του, το απόλυτο μπεστ σέλερ. Ήταν σαφές πως ο δημοφιλής σκηνοθέτης και ηθοποιός δεν έκανε τίποτε άλλο από μια κίνηση που συνηθίζουν τα τελευταία χρόνια οι απανταχού διάσημοι που απαθανατίζονται κρατώντας ένα βιβλίο. Το είδαμε στην περίπτωση του Τζέικομπ Ελόρντι, όταν φρόντισε να ποζάρει στο βιβλιοπωλείο ενός αεροδρομίου κρατώντας το «Prima Facie» της Σούζι Μίλερ, αφήνοντας εσκεμμένα να φανεί ένα ακόμα βιβλίο στην τσέπη του τρέντι παντελονιού του. Ακόμα και η Κένταλ Τζένερ προτιμά να φωτογραφίζεται, ολοένα και συχνότερα, με ένα βιβλίο στο χέρι, π.χ. με τη «Χρονιά της μαγικής σκέψης» της Τζόαν Ντίντιον (μτφρ. Μυρσίνη Γκανά, εκδόσεις Ψυχογιός) ή το «Tonight I’m someone else» της Τσέλσι Χόντσον. Εκτός, όμως, από το να φωτογραφίζονται, οι celebrities φροντίζουν να δημιουργήσουν τις δικές τους λέσχες ανάγνωσης ή ακόμα και να γίνουν οι ίδιοι ενδιάμεσοι για την προώθηση των αγαπημένων τους συγγραφέων: λέγεται πως η «Σάρκα» (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδόσεις Ψυχογιός) του Σόλοϊ δεν θα κέρδιζε με άνεση το Μπούκερ αν δεν είχαν πιστέψει τόσο σε αυτήν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ, η οποία ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής ως φανατική βιβλιόφιλη, ή η Ντούα Λίπα, η οποία πήρε από τον συγγραφέα μία από τις καλύτερες συνεντεύξεις του.
Ακόμα και αν φαίνεται κάπως αντιφατικό να αντικαθιστάς τους θεωρητικούς λογοτεχνίας με τους τρέντι διάσημους, δεν πρέπει κανείς να ξεχνά αυτό που έγραψε ο Τζορτζ Στάινερ, πως η κριτική βιβλίου είναι κυρίως μια πράξη αγάπης.
Όλοι αυτοί οι παράδοξοι πρεσβευτές της φιλαναγνωσίας δείχνουν να έχουν καταφέρει το ακατόρθωτο: να επαναφέρουν το βιβλίο στο προσκήνιο, αυξάνοντας τις πωλήσεις και μετατρέποντας τους συγγραφείς σε νέους αστέρες. Ειδικά σε περιόδους που το ξεφύλλισμα εφημερίδων μοιάζει σχεδόν αδύνατο να ανταγωνιστεί το scrolling στις οθόνες, οι διάσημοι δείχνουν τον δρόμο που οδηγεί σε βιβλιοπωλεία και σε βιβλιοθήκες, οι οποίες ανάγονται πια σε νέους τόπους συναθροίσεων. Αρκούσε μια εμφάνιση της Ντούα Λίπα στη Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης –αν και η πρώτη που την επέλεξε για event, συγκεκριμένα για τον γάμο της, ήταν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ ως Κάρι Μπράντσο, για τις ανάγκες της ταινίας «Sex and the City»– για να μετατρέψει συνολικά τις βιβλιοθήκες στο ιδανικό background κάθε μελλοντικής δημόσιας συνάντησης. Όσο για τις συνεντεύξεις της Ντούα Λίπα με καταξιωμένους συγγραφείς, η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν πραγματικά να ζηλέψουν τίποτα από αυτές αναγνωρισμένων κριτικών λογοτεχνίας. Έτσι η ανάγνωση, με τη μεσολάβηση των διασήμων, έφτασε να γίνει μόδα: οι συγγραφείς επανήλθαν στο προσκήνιο, με το βιβλίο να εγγυάται το άνοιγμα σε έναν άλλο κόσμο, μακριά από την τύρβη του διαδικτύου.
Παρότι ακούγεται κάπως αντιφατικό να συστήνει κανείς μέσα από τις οθόνες την απομάκρυνση από αυτές μέσω του βιβλίου, αυτό κατάφερε να ανακτήσει μια απεύθυνση σε νεότερες ηλικίες που έδειχναν να μην είναι εξοικειωμένες με τον κόσμο της ανάγνωσης και το χαρτί. Σε μια από τις πλέον δημοφιλείς σειρές του Netflix, το «Younger», παρακολουθούμε, μεταξύ άλλων, τα τεκταινόμενα σε έναν εκδοτικό οίκο που καταφέρνει να διασωθεί οικονομικά όταν οι δυο πρωταγωνίστριες-στελέχη μετατρέπουν τα social media σε μέσα προώθησης των μπεστ σέλερ συγγραφέων τους, συστήνοντας μάλιστα μια ειδική εκδοτική σειρά για τους millennial αναγνώστες. Σε έναν κόσμο που μοιάζει εχθρικός προς τη συγκέντρωση και το διάβασμα, το βιβλίο παύει να είναι ένα άγνωστο προϊόν και συνιστά νέα ταυτοτική πράξη ακόμα και για τους νέους ανθρώπους.
Κορυφαία έκφραση αυτής της τάσης είναι οι λέσχες ανάγνωσης, που είναι πια πολύ δημοφιλείς όχι μόνο στην Αμερική αλλά και στην Ευρώπη. Μετά την κομβική εκείνη κίνηση της Όπρα Γουίνφρι, η οποία εισήγαγε στα μέσα της δεκαετίας του ’90 τη δική της λέσχη ανάγνωσης, στην οποία ορκίζονταν οι συγγραφείς δίνοντας αγώνα για να εξασφαλίσουν μια θέση στη λίστα της, κύλησε πολύ νερό στο βιβλιοφιλικό αυλάκι, για να περάσει οριστικά στα χέρια των διασήμων. Πολλοί κριτικοί, για παράδειγμα, μπορεί να εξήραν την «Παρακαταθήκη» του Ερνάν Ντίαζ (μτφρ. Κάλλια Παπαδάκη, εκδόσεις Μεταίχμιο), αλλά έπρεπε να την αναφέρει ο Κάλουμ Τέρνερ ως την κύρια αιτία της γνωριμίας του με την Ντούα Λίπα για να βρει μια θέση στις προθήκες του βιβλιοπωλείου Strand.
Ειδικά σε εποχές που η λογοτεχνική κριτική δεν έχει καταφέρει να βρει επάξιους δημοφιλείς εκφραστές, όπως η Μιτσίκο Κακουτάνι, που μπορούσε να ανεβάσει και να κατεβάσει συγγραφείς σε μια νύχτα, το δύσκολο αυτό έργο έχουν αναλάβει οι έκτακτοι προασπιστές της φιλαναγνωσίας. Η Ρις Γουίδερσπουν, για παράδειγμα, διατηρεί την πλέον δημοφιλή λέσχη ανάγνωσης, αφού αρκεί μία αναφορά της σε έναν τίτλο για να πουλήσει χιλιάδες αντίτυπα – άσε που ο εκάστοτε συγγραφέας ξέρει ότι μπορεί μέσα από την εταιρεία παραγωγής της να δει το βιβλίο του να γίνεται ταινία. Δεν χρειάζεται, επομένως, να προσβλέπει κανείς στην αναγνώριση και στα χρήματα ενός Νόμπελ, όταν ξέρει πως αρκεί μια τέτοια συνθήκη για να εξασφαλίσει το μέλλον του. Ας μην ξεχνάμε ότι ακόμα και η πλέον δυσπρόσιτη στο ευρύ αναγνωστικό κοινό νομπελίστρια Τοκάρτσουκ δεν αντιστάθηκε στη γοητεία της Ντούα Λίπα και κάθισε στον καναπέ τής δημοφιλούς ιντερνετικής εκπομπής της. Ποιος θα ήξερε, για παράδειγμα, την Αλάνα Πορτέρο και την «Κακή συνήθεια» (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδόσεις Πατάκη), αν δεν την είχε συστήσει στο ευρύ κοινό η διάσημη βιβλιόφιλη τραγουδίστρια;
Το καταιγιστικό φαινόμενο που ξεκίνησε η Όπρα γνώρισε πολλούς μιμητές αλλά φάνηκε αντίθετο με τις υπαρξιακές εμβαθύνσεις των συγγραφέων, οι οποίοι αρχικά αντιτάχθηκαν με μένος σε μια τέτοια προσέγγιση, που αντιμετωπίζει το βιβλίο ως καταναλωτικό προϊόν· καταξιωμένοι συγγραφείς όπως ο Φράνζεν ορκίζονταν ότι δεν θα ανταποκρίνονταν ποτέ στις απανωτές προσκλήσεις τέτοιων εκπομπών. Με τα χρόνια, όμως, αυτού του είδους η προώθηση έχει αποδειχθεί ένα διευρυμένο case study. Το ότι πριν από μια δεκαετία ο οίκος Penguin, που εκδίδει τα σπουδαία κλασικά έργα, αποφάσισε να αναθέσει στη δημιουργό και πρωταγωνίστρια των «Girls», Λένα Ντάναμ, τη συγγραφή ενός εβδομαδιαίου newsletter με φεμινιστικό χαρακτήρα, ήταν κάτι σχεδόν ανήκουστο για τον κλειστό χώρο του βιβλίου, αλλά πολύ σύντομα η στήλη της φάνηκε να είναι το πρώτο βήμα για την προώθηση της ορατότητας. Το παράδειγμά της ακολούθησαν κι άλλες διάσημες με δικά τους κείμενα, π.χ. η Έμα Γουάτσον, που έκανε ξανά της μόδας τα βιβλία της Μάγια Αγγέλου, ενώ μια πρωτότυπη δική της πρωτοβουλία είναι το «κοινό μας ράφι»· έτσι αποκαλεί η διάσημη ηθοποιός τη φεμινιστική λέσχη βιβλίου, στο πλαίσιο της οποίας οι συμμετέχοντες «κρύβουν» βιβλία σε δημόσιους χώρους, όπως το μετρό του Λονδίνου.
Πλέον βιβλιοφιλικές λέσχες έχουν, μεταξύ άλλων, ο Τζίμι Φάλον, η Νάταλι Πόρτμαν, η Κάια Γκέρμπερ – και φυσικά η πρώτη διδάξασα, Όπρα Γουίνφρι. Πρόκειται για νεοσύστατες κοινότητες που έχουν μετατρέψει το βιβλίο όχι μόνο σε σημείο αναφοράς αλλά σε ένα ισχυρό μέσο κοινωνικοποίησης. Αυτό το φαινόμενο δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστους τους κορυφαίους οίκους μόδας, που καθιέρωσαν τις δικές τους βιβλιοφιλικές λέσχες. Για παράδειγμα, η Chanel θέσπισε το δικό της λογοτεχνικό ραντεβού στη Rue Cambon με καλεσμένους βραβευμένους συγγραφείς, όπως η υποψήφια για το Μπούκερ Κέιτι Κιταμούρα με την περίφημη «Οντισιόν» της (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδόσεις Διόπτρα). Ακόμα και στην Ελλάδα βλέπουμε διαρκώς να πολλαπλασιάζονται οι λέσχες ανάγνωσης και να γίνονται η νέα συνήθεια: στο πρόσφατο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας είδαμε να διοργανώνονται διαφορετικές συζητήσεις για την άνθηση των λεσχών ανάγνωσης τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας.
Επομένως, είναι αντιληπτό ότι σε μια εποχή που οι ταχύτητες αλλάζουν τις κυρίαρχες συνήθειες, αυτοί οι νέοι τρόποι προώθησης του βιβλίου μοιάζουν κάπως αναγκαίοι. Ακόμα και αν φαίνεται κάπως αντιφατικό να αντικαθιστάς, έστω και για τις ανάγκες της βιβλιοφιλίας, τους θεωρητικούς λογοτεχνίας με τους τρέντι διάσημους, δεν πρέπει κανείς να ξεχνά αυτό που έγραψε ο Τζορτζ Στάινερ, πως η κριτική βιβλίου είναι κυρίως μια πράξη αγάπης. Προτού, επομένως, μείνουν ελάχιστοι βιβλιοκριτικοί για να προασπιστούν τις ούτως ή άλλως αυτονόητες αξίες που προκρίνουν την ποιότητα ενός βιβλίου, είναι ανάγκη το βιβλίο να προωθηθεί με κάθε τρόπο ως αγαθό και ως υψηλή πνευματική κατάκτηση. Άλλωστε, τα βιβλία που αξίζουν θα βρουν τον δρόμο τους και θα αντέξουν στον χρόνο, μακριά από τις εφήμερες λίστες των μπεστ σέλερ, ανεξαρτήτως των τακτικών ή στρατηγικών προώθησής τους. Απλώς, δεν θα ήταν κακό οι θεσμικοί παράγοντες –και όχι μόνο οι διάσημοι– να προβληματιστούν με αφορμή τις πολιτικές προώθησης της φιλαναγνωσίας και την απόλυτη απουσία του βιβλίου από τον δημόσιο χώρο. Ειδικά στην Ελλάδα, δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχει το πολύ μία τηλεοπτική βιβλιοφιλική εκπομπή ή ότι το βιβλίο δεν έχει θέση στα δημόσια πράγματα – στην ανάγκη, ας επιστρατευτεί ακόμα και κάποιος διάσημος για την προώθησή του.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.