Είναι άδικο να μείνει στη μνήμη η Ναταλί Μπάι ως μητέρα του Λεονάρντο ντι Κάπριο στο «Πιάσε με αν μπορείς» – ακόμη και η αγγλόφωνη έκδοση της εφημερίδας «Le Monde» ανέφερε τον ρόλο της στην ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ στην επικεφαλίδα του επικηδείου, μαζί με την εμφάνισή της, που έμελλε να είναι και η προτελευταία, πριν από την οριστική κατάρρευση της υγείας της, ως κυρίας Μονμιράιγ, στη συνέχεια του κινηματογραφικού «Downton Abbey», το 2022.
Με τον Τριφό, τον Γκοντάρ, τον Πιαλά, τον Ταβερνιέ και τον Γκορετά στο παλμαρέ των σκηνοθετών με τους οποίους έχει συνεργαστεί, σίγουρα το βιογραφικό της δεν περιορίζεται στις σύντομες χολιγουντιανές «εκδρομές» της.
Έξυπνη, ενστικτώδης και αστεία, όπως την είχαν περιγράψει όλοι οι συνεργάτες της, η Γαλλίδα ηθοποιός με τη λυγερή, μικροσκοπική κορμοστασιά και το χαρακτηριστικό ταπεινό μειδίαμα, κληρονόμησε από τους μποέμ γονείς της την αγάπη για τα όμορφα πράγματα, την ικανότητα της παρατήρησης αλλά και μια εμμονή να συγυρίζει ακατάπαυστα και να μην αργεί ποτέ στα ραντεβού της. Σπούδασε πρώτα μπαλέτο στο Παρίσι και τη Νέα Υόρκη, και μετά υποκριτική στο Κονσερβατόριο της γαλλικής πρωτεύουσας.
Ο Φρανσουά Τριφό της χάρισε την ευκαιρία της ζωής της όταν την επέλεξε ως σκριπτ στην «Αμερικανική Νύχτα» και την προσέλαβε με τη δεύτερη ακρόαση.
Ο χορός τη βοήθησε να απενοχοποιήσει το σώμα της και να προσαρμόζει τις κινήσεις της με χάρη, ενώ η εμφάνισή της παρέπεμπε σε μια όμορφη γυναίκα που δεν κάνει απαραίτητα θορυβώδη εντύπωση με κάθε της εμφάνιση, προτιμώντας να αναπτύσσει την προσωπικότητά της ανάλογα με το εκάστοτε σενάριο.
Μπορεί η Βαλεντίνα Κορτέζε να έκλεψε την παράσταση και παραλίγο να κερδίσει και το Όσκαρ (η νικήτρια, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, παραδέχθηκε από σκηνής πως η συνυποψήφιά της ήταν καλύτερη), αλλά ένα αστέρι γεννήθηκε, και λίγα χρόνια μετά, και για το μεγαλύτερο κομμάτι των ’80s, κυριάρχησε στο σινεμά τής χώρας της, μαζί με τη Μιου-Μιου και τις δυο Ιζαμπέλ, την Ατζανί και την Ιπέρ.
Ειρωνικά, ο Τριφό σάρωσε στα βραβεία Σεζάρ το 1980 με το «Τελευταίο Μετρό», τη χρονιά που ένα από τα ελάχιστα τρόπαια που δεν κατέκτησε ήταν εκείνο του δεύτερου γυναικείου ρόλου, που κατέληξε στην Μπάι, ως Ιζαμπέλ, χειραφετημένη σύζυγο ενός τηλεοπτικού σκηνοθέτη (Ζακ Ντιτρόνκ), για το «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω» του Ζαν-Λικ Γκοντάρ – «μια από τις πολύ καλές του ταινίες, ευτυχώς, γιατί έχει γυρίσει και πολλές κακές», είχε δηλώσει η ηθοποιός στην «Guardian».
Καταφέρνοντας να κερδίσει Σεζάρ και τις δυο αμέσως επόμενες χρονιές, για το «Une etrange affaire» του Πιερ Γκρανιέ Ντεφέρ και για το παραγνωρισμένο αστυνομικό «La Balance» του Μπομπ Σουάιμ, αυτήν τη φορά για πρώτο ρόλο, με την παρένθεση της πρωτότυπης «Επιστροφής του Μάρτιν Γκερ» με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ (αργότερα έγινε remake με τον τίτλο «Sommersby», με τον Ρίτσαρντ Γκιρ και την Τζόντι Φόστερ), η Μπάι έκανε το όνειρό της πραγματικότητα: απέκτησε το προνόμιο να διαλέγει εκείνη χαρακτήρες πολυεπίπεδους, μακριά από τις τυπικές προσδοκίες ενός κοινού μαθημένου σε έναν συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς και πόζας από τις αγαπημένες του πρωταγωνίστριες.
Ο χορός τη βοήθησε να απενοχοποιήσει το σώμα της και να προσαρμόζει τις κινήσεις της με χάρη, ενώ η εμφάνισή της παρέπεμπε σε μια όμορφη γυναίκα που δεν κάνει απαραίτητα θορυβώδη εντύπωση με κάθε της εμφάνιση, προτιμώντας να αναπτύσσει την προσωπικότητά της ανάλογα με το εκάστοτε σενάριο, προετοιμάζοντας αβίαστα τη μετάβασή της σε ωριμότερη ηλικία. Η Μπάι, ωστόσο, δεν αποχωρίστηκε ποτέ την κοριτσίστικη καρδιά της, καθώς και μια ζεστή ντροπαλοσύνη που την έκανε να ξεχωρίζει από τις συναδέλφους της.
Πριν από 20 χρόνια έκανε 4 τα Σεζάρ της (μόνο η Ιζαμπέλ Ατζανί έχει ένα περισσότερο) με το «Petit Lieutenant» του Ξαβιέ Μποβουά, ενώ παραδόξως ήταν μόνο υποψήφια για την πιο μεγάλη της επιτυχία, στον ρόλο της καλοπροαίρετης και γεναιόδωρης με τους άνδρες αισθητικού Ανζέλ, κάτω από το αυστηρό βλέμμα της Μπιλ Οζιέ, στο «Vénus Beauté (Institut)» της Τονί Μαρσάλ, το φιλμ που τη λάνσαρε εκ νέου στο κοινό, και την έκανε γνωστή και εκτός Γαλλίας.
Είναι μια από τις ταινίες της που ξεχώριζε στη φιλμογραφία της, μαζί με την «Πορνογραφική Σχέση» του Φρεντερίκ Φοντέιν, που της χάρισε το βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βενετίας του 1999. Εκτός από τα φιλμ που γύρισε, έγινε κάτι παραπάνω από διάσημη στη χώρα της, αν και πάντα κρατούσε χαμηλό προφίλ, από την πολυετή σχέση της με τον εθνικό σταρ του τραγουδιού, Τζόνι Χαλιντέι. Η κόρη τους, Λόρα Σμετ, που την έκανε υπερήφανη («αλλιώς τα πράγματα θα ήταν καταστροφικά»), ήταν εκείνη που την έπεισε να παίξουν τη μάνα και κόρη σε μια παραλλαγή της ζωής τους, στην απολαυστική σειρά αυτοτελών επεισοδίων «Call my agent», προσφέροντας στη μητέρα της τη δυνατότητα να δείξει την κωμική της φλέβα.