Η 55χρονη μητέρα του, Μαρία Εγούτ, ήταν ένα από τα 57 θύματα της τραγωδίας των Τεμπών. «Είναι οπωσδήποτε μια απώλεια φοβερά δυσβάστακτη, με την οποία μαθαίνεις, όμως, να ζεις, γιατί δεν γίνεται αλλιώς και γιατί μόνο έτσι μπορείς να αγωνιστείς για τη δικαίωση... Παλεύω καθημερινά για να αντέξω και να διαχειριστώ αυτή την απώλεια, και όχι μόνο εγώ, ολόκληρη η οικογένειά μας, κάτι που σίγουρα αφορά όλους τους συγγενείς των θυμάτων», λέει ο Θοδωρής Ελευθεριάδης, που τρία χρόνια τώρα έχει κάνει «δεύτερο σπίτι» του τα δικαστήρια, προσδοκώντας και εκείνος την τιμωρία των υπευθύνων, «όσο ψηλά κι αν βρίσκονται». Ηθοποιός ο ίδιος (αυτή την περίοδο παίζει στην «Ερωφίλη» του Χορτάτση που ανέβασε η θεατρική ομάδα Μήδεια στο θέατρο Δρόμος), δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα χρειαζόταν να αποκτήσει τόσες νομικές γνώσεις, ακόμα και δεξιότητες «ντετέκτιβ» προκειμένου να βγάλει κάποια άκρη από το περίπλοκο κουβάρι αυτής της υπόθεσης. Είναι, όμως, αποφασισμένος να το φτάσει μέχρι τέλους και με αυτόν τον στόχο πρωτοστατεί και στον αγώνα της σωστής ενημέρωσης είτε μέσα από τα ΜΜΕ, είτε με προσωπικά του βίντεο, είτε συμμετέχοντας σε δημόσιες συζητήσεις και εκδηλώσεις.
Με την κύρια δίκη που ξεκίνησε στη Λάρισα στις 23/3 να βρίσκεται σε εξέλιξη, όπως συμβαίνει και με μια σειρά άλλων δικών που επίσης σχετίζονται με τα Τέμπη και που μπορεί να αυξηθούν στην πορεία –κάτι που δεν τον ικανοποιεί, καθώς «με τις πολλές δίκες και τις πολλές δικογραφίες χάνεται η αιτιώδης συνάφεια»–, μιλήσαμε για πολλά. Για τα δικά του δύσκολα βιώματα, για το εύφλεκτο υλικό που παραμένει ανεξιχνίαστο, για την προσπάθεια συγκάλυψης, για τις κυβερνητικές ευθύνες και μεθοδεύσεις, για τα δικαστικά «παρατράγουδα», για τα «τραγικά λάθη» της ανάκρισης, για τα ιατροδικαστικά κενά και τις εκταφές για τις οποίες δόθηκε έστω καθυστερημένα το «πράσινο φως» να ξεκινήσουν, για το «κίνημα των Τεμπών» και τη δύναμη που του δίνει η στήριξη τόσων ανθρώπων αλλά και για τα διάφορα fake news που έχουν κυκλοφορήσει. «Καθένας επιλέγει το πώς θέλει να κινηθεί και αναλαμβάνει την ευθύνη. Άλλοι το κάνουν όπως αρμόζει, άλλοι πάλι καταφεύγουν σε υπερβολές, ψέματα ή διασπαστικές τακτικές. Να πω πάντως εδώ πως οποιοσδήποτε μπει με οποιονδήποτε τρόπο εμπόδιο στην προσπάθεια δικαίωσης της μνήμης της μητέρας μου θα με βρει απέναντι», υπογραμμίζει.
«Η ανάκριση έχει κάνει πολλά τραγικά λάθη. Αρχικά, ενώ γνώριζε πολύ καλά για το μπάζωμα, δεν έκανε τίποτα γι’ αυτό».
―«Πέτρες ακόμα στην καρδιά μου κουβαλάω», λέει ένας στίχος στο «Θα στείλω όταν φτάσω», ένα από τα τραγούδια που γράφτηκαν για τα θύματα της τραγωδίας των Τεμπών και στο οποίο είχες συμμετάσχει. Σίγουρα οι «πέτρες» που βαραίνουν έναν άνθρωπο ο οποίος έχασε τη μητέρα του με τρόπο τραγικό φαντάζουν ασήκωτες.
Είναι οπωσδήποτε μια απώλεια δυσβάστακτη, με την οποία μαθαίνεις, όμως, να ζεις, γιατί δεν γίνεται αλλιώς και γιατί μόνο έτσι μπορείς να αγωνιστείς για τη δικαίωση. Τρία χρόνια τώρα παλεύω καθημερινά για να αντέξω και να διαχειριστώ αυτή την απώλεια, και όχι μόνο εγώ, ολόκληρη η οικογένειά μας, κάτι που σίγουρα αφορά όλους τους συγγενείς των θυμάτων. Απλώς εγώ είμαι αυτός που ανέλαβα, από τη δική μας οικογένεια, το κομμάτι που σχετίζεται με την ποινική υπόθεση. Δεν είναι άλλωστε μόνο η κύρια δίκη που γίνεται στη Λάρισα, είναι πολλά τα δικαστήρια που τρέχουν παράλληλα, όπως για τα αγνοούμενα βίντεο με πλάνα της εμπορικής αμαξοστοιχίας στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Θεσσαλονίκης και τους δύο επόπτες της Αρχής Διαφάνειας οι οποίοι δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους κι έτσι δεν ολοκληρώθηκε η σύμβαση 717, μια άλλη για τα ηχητικά ντοκουμέντα που είχαν βγει τις πρώτες μέρες –τη «μονταζιέρα», που λέμε– και μια ακόμα για το περίφημο μπάζωμα. Σε αυτή περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει με το βούλευμα για την παραπομπή στη Δικαιοσύνη του πρώην υφυπουργού Χρήστου Τριαντόπουλου, όπως και με την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του πρώην υπουργού Μεταφορών Κώστα Καραμανλή και επτά γενικών γραμματέων του υπουργείου Μεταφορών, υπόθεση για την οποία έχω δηλώσει μάρτυρας κατηγορίας.
―Πόσο εξυπηρετεί το «σπάσιμο» της υπόθεσης σε πολλές δίκες;
Καθόλου. Οι πολλές δίκες και οι πολλές δικογραφίες μάς δημιουργούν πρόβλημα, διότι έτσι χάνεται η αιτιώδης συνάφεια. Αυτό που έκανε, για παράδειγμα, η πρόεδρος του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου στη δίκη των βίντεο, να δηλώσει αποχή επικαλούμενη μειωτικούς χαρακτηρισμούς προς το πρόσωπό της από συνηγόρους συγγενών και «κλίμα έντασης», προκάλεσε σοβαρό πρόβλημα γιατί είχαμε φτάσει σε πολύ προχωρημένο στάδιο – το να ξαναρχίσει η δίκη αυτή από το μηδέν είναι θέμα, γιατί χρειαζόμαστε κάποια στοιχεία προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουμε στην κύρια δίκη που διεξάγεται στη Λάρισα, κάτι που ισχύει και για άλλες «παράλληλες» δίκες, οι οποίες μπορεί επίσης να καθυστερήσουν. Σκέψου, έπειτα, ότι και εμείς και ειδικά οι δικηγόροι μας είμαστε υποχρεωμένοι να τρέχουμε από τη μια δίκη στην άλλη και από τη Λάρισα στην Αθήνα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε ταλαιπωρία και έξοδα.
―Σε κάθε περίπτωση, η μισή σου ζωή θα είναι το επόμενο διάστημα στα δικαστήρια.
Ναι, και είναι πολύ πιθανό μέσα από την κύρια δίκη να προκύψουν και άλλες. Είναι, ας πούμε, πολύ πιθανό να οδηγήσει σε νέα δίκη το πόρισμα της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ) που αφορά την απουσία πυρασφάλειας των καθισμάτων στα βαγόνια της επιβατικής αμαξοστοιχίας. Είναι κάτι που τρέχουμε εξαρχής με τον εμπειρογνώμονα και τεχνικό μου σύμβουλο Κώστα Λακαφώση, καθώς επίσης με τον δικηγόρο μου, Αντώνη Ψαρόπουλο, πατέρα θύματος των Τεμπών (σ.σ. πρόκειται για τον εν διαστάσει σύζυγο της Μαρίας Καρυστιανού), και η έκδοσή του είναι ζήτημα ημερών. Πήραμε μεν τα αποτελέσματα από το γερμανικό εργαστήριο στα τέλη Αυγούστου, αλλά επειδή είμαστε ιδιώτες η γνώμη μας δεν αρκούσε, χρειαζόταν και ένα πόρισμα κρατικού φορέα. Βγήκε στο ενδιάμεσο διάστημα το σχετικό πόρισμα του ΕΔΟΑΣΑΑΜ, θα βγει αυτές τις μέρες και το αντίστοιχο της ΡΑΣ, οπότε το ζήτημα αυτό θα πρέπει πλέον να εξεταστεί από κάποιο δικαστήριο, δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο και αδιάφορο. Γιατί, να μην ξεχνάμε, κάηκαν κάποιοι άνθρωποι που είχαν επιζήσει από τη σύγκρουση, δεν είναι απλά μια τυπική παράβαση η έλλειψη πυρασφάλειας.
―Έχουν διατυπωθεί ένα σωρό πιθανές και απίθανες υποθέσεις για τα αίτια του δυστυχήματος. Κάποιες που θα περιλάμβανες στις πρώτες και αντίστοιχα στις δεύτερες; Είδα και κάποια βίντεο που έκανες σχετικά.
Έχοντας διαβάσει πολύ καλά τη δικογραφία, θα έλεγα ότι, όσον αφορά το πρώτο σκέλος, ούτε «χαμένα» βαγόνια υπάρχουν, ούτε και παραπάνω θύματα από τα 57 που είναι ήδη γνωστά. Αυτό όσο αφορά τα πλέον κραυγαλέα fake news που κυκλοφόρησαν…
―Τα περί εύφλεκτου υλικού μέσα στην εμπορική αμαξοστοιχία;
Κοίτα, είναι σαφές ότι μέσα στην εμπορική αμαξοστοιχία υπήρχε κάποιο εύφλεκτο υλικό, καθώς ούτε τα υλικά κατασκευής της, όπως άλλωστε και του επιβατικού συρμού, ούτε τα εμπορεύματα που νομότυπα μετέφερε δικαιολογούσαν την έκταση της πυρόσφαιρας που προκάλεσε η σύγκρουση. Για το τι υλικό μπορεί να ήταν αυτό είναι δουλειά των ειδικών να αποφανθούν, είναι όμως προφανές ότι υπήρχε κάτι που δεν έχει εντοπιστεί, γιατί το πώς κάηκαν ζωντανοί τόσοι άνθρωποι είναι ένα πολύ βασικό ερώτημα που δεν έχει ακόμα απαντηθεί.
―Ο ανακριτής δεν φάνηκε ωστόσο να πείστηκε ως προς αυτό.
Ο ανακριτής δεν κάνει επιστημονικές διαπιστώσεις, απλώς φτιάχνει ένα κατηγορητήριο σύμφωνα με την άποψη που έχει διαμορφώσει ο ίδιος. Το βούλευμα του ανακριτή δεν είναι, έπειτα, δικαστική απόφαση· δικαστικές αποφάσεις βγάζουν μόνο τα δικαστήρια. Δεν άσκησε, πράγματι, καμία ποινική δίωξη σε σχέση με τη φωτιά που προκλήθηκε, επομένως μόνο «εγκυκλοπαιδικά» μπορεί να συζητηθεί στο δικαστήριο οτιδήποτε αφορά την πυρόσφαιρα, εκτός αν στο μεταξύ γίνει περαιτέρω έρευνα ώστε, εφόσον βρεθεί κάτι, να ασκηθούν οι ανάλογες ποινικές διώξεις.
―Συμφωνείς κι εσύ ότι η ανάκριση «βιάστηκε» να κλείσει την υπόθεση;
Φυσικά. Η ανάκριση έχει κάνει πολλά τραγικά λάθη. Αρχικά, ενώ γνώριζε πολύ καλά για το μπάζωμα, δεν έκανε τίποτα γι’ αυτό. Έδωσε, επιπλέον, εντολή να καταστραφεί μετά από τις σαράντα πρώτες μέρες το βιολογικό υλικό των νεκρών συγγενών μας, με αποτέλεσμα τώρα που θέλουμε να γίνουν περαιτέρω αναλύσεις –γιατί τις πρώτες κρίσιμες μέρες δεν ήμασταν υποψιασμένοι για το τι ακριβώς γινόταν, διαφορετικά θα ήμασταν εξαρχής στο σημείο της σύγκρουσης και θα εμποδίζαμε το μπάζωμά του– να είμαστε αναγκασμένοι να ζητάμε εκταφές.
―Την εκταφή της σορού του γιου του για τη διενέργεια περαιτέρω εξετάσεων διεκδίκησε και ο Πάνος Ρούτσι με την απεργία πείνας στην οποία προέβη στο Σύνταγμα.
Και πολύ καλά έκανε, καθώς χάρη σε αυτή την απεργία πείνας καταφέραμε να ανοίξει ξανά μια αρχειοθετημένη δικογραφία η οποία αφορούσε τα αίσχη των ιατροδικαστών – γιατί για αίσχη επρόκειτο, αν διαβάσεις τις εκθέσεις τους θα φρίξεις! Χάρη σε αυτήν, επίσης, είπαν τότε οι αρχές ότι θα κάνουν δεκτές όλες τις αιτήσεις συγγενών θυμάτων για εκταφές, τη διενέργεια των οποίων αρνούνταν προηγουμένως. Τις κάναμε και περιμέναμε το «πράσινο φως» της εισαγγελίας, το οποίο καθυστερούσε. Εν τέλει, παραμονές του Πάσχα μάθαμε ότι βγήκε βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου ώστε να προχωρήσει επιτέλους η διαδικασία, παρότι ακόμα δεν ξέρουμε τις λεπτομέρειες. Οι εκταφές αυτές, μολονότι πολύ επώδυνη διαδικασία –ποιος αντέχει να ξαναδεί τον άνθρωπό του καρβουνιασμένο ή διαμελισμένο, όπως στην περίπτωση της μητέρας μου;–, είναι δυστυχώς απαραίτητες προκειμένου να γίνουν οι βιοχημικές εξετάσεις που ζητάμε ώστε να φανεί από τι ακριβώς κάηκαν όσοι άνθρωποι κάηκαν. Όλα αυτά, τώρα, που λέγονταν ακόμα κι από τον υπουργό Δικαιοσύνης, Γιώργο Φλωρίδη, ότι δεν γίνονταν ως τώρα εκταφές γιατί δήθεν δεν ενδιαφερθήκαμε οι συγγενείς, είναι απόλυτα ψευδή. Είναι, δε, τραγικό όσο και εξοργιστικό ο ίδιος ο υπουργός Δικαιοσύνης, ένα θεσμικό δηλαδή πρόσωπο, να παίρνει δημόσια θέση σε μια ανοιχτή δικαστική υπόθεση, όπως επανειλημμένα έχει πράξει.
―Η κυβέρνηση πάντως επιδιώκει να δώσει την εντύπωση ότι η ίδια καταρχάς είναι που θέλει να αποδοθεί δικαιοσύνη. Πρόκειται, θεωρείς, για «μαγική εικόνα»;
Εντελώς! Πιστεύει, αλήθεια, κανείς σήμερα ότι η κυβέρνηση –και δεν το λέω αντιπολιτευτικά, το ίδιο θα ίσχυε για όποια κυβέρνηση βρισκόταν στη θέση της– θέλει πραγματικά να βρεθούν οι ένοχοι και να αποδοθούν συγκεκριμένες ευθύνες; Γιατί άλλο να λες “ναι, θέλω να γίνει η δίκη” και άλλο “ναι, θέλω να γίνει μια δίκαιη δίκη, που σημαίνει να λογοδοτήσω κι εγώ αν χρειαστεί”. Είναι, έπειτα, δυνατόν να διαφημίζεις ότι έφτιαξες στην Πανεπιστημιούπολη της Λάρισας (συγκρότημα Γαιόπολις) τη μεγαλύτερη δικαστική αίθουσα στη χώρα και να μη χωράμε να κάτσουμε οι συγγενείς και οι δικηγόροι υποστήριξης της κατηγορίας; Μόνο να έβλεπες το «τσίρκο» που γινόταν, ειδικά την πρώτη μέρα. Χρειάστηκαν οι δικές μας παρεμβάσεις για να βγάλουν κάποιες γυψοσανίδες και να πουν “ορίστε, κάναμε παραπάνω χώρο”, αλλά αυτό που έγινε ήταν να βάλουν κάποιες έξτρα θέσεις για αστυνομικούς και δημοσιογράφους και να δώσουν κάποιες θέσεις που προορίζονταν για τους συγγενείς στους δικηγόρους τους. Εν τέλει, όσοι καταφέραμε να χωρέσουμε βρεθήκαμε «παστωμένοι»…
―Για το αδιαχώρητο της δικαστικής αίθουσας στην οποία διεξάγεται η κύρια δίκη δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, όλοι το είδαμε.
Φαντάσου ότι όλος ο όροφος του κτιρίου είναι 700 τ.μ. Χωρίς να μπουν σε καμία διαδικασία σωστής διαμόρφωσης, τον τεμάχισαν σε διαφορετικές αίθουσες, άλλη για τη δίκη, άλλη για να συνεδριάζουν οι δικαστές, άλλη για την αστυνομία, άλλη για τους μάρτυρες. Οι οποίοι μάρτυρες υποτίθεται κιόλας ότι δεν πρέπει να ακούνε τι γίνεται μέσα στο δικαστήριο, θα μπορούσαν λοιπόν να τους έχουν κάπου στον κάτω όροφο ώστε να κερδίσουμε και αυτό τον χώρο. Ακόμα και τα 150 τ.μ. της αίθουσας των δικαστών θα μπορούσαν να περιοριστούν ώστε να μεγαλώσει η αίθουσα της κύριας δίκης. Δεν ζητήσαμε δηλαδή τίποτα παράλογα πράγματα, το παράλογο είναι να είσαι παράγοντας της δίκης και να μη βρίσκεις θέση στην αίθουσα όπου εκδικάζεται η υπόθεση. Ούτε φυσικά είναι λύση να σου προτείνουν να παρακολουθείς τη δίκη από τη γιγαντοοθόνη του κάτω ορόφου, είναι σαν να έχεις πληρώσει εισιτήριο για ποδοσφαιρικό αγώνα και να σου λένε στην είσοδο του γηπέδου «ναι, αλλά δεν χωράς, τράβα δες το ματς στην τηλεόραση της καφετέριας απέναντι».
―Οφειλόταν άραγε όλο αυτό το «τσίρκο» στην ανοργανωσιά και την τσαπατσουλιά ή ήταν αυτό που λέμε «κατά λάθος εξεπίτηδες»;
Υπάρχουν, είναι αλήθεια, πολλά ερωτηματικά, καθώς τη διαμόρφωση της αίθουσας για την κύρια δίκη ανέλαβε εργολάβος ο οποίος συνεργάζεται με την ΕΡΓΟΣΕ, εύκολα επομένως κάνει κανείς κάποιες «κακές» σκέψεις, δεδομένου ότι οι περισσότεροι κατηγορούμενοι σχετίζονται με την ΕΡΓΟΣΕ. Στην ανάθεση αυτή υπάρχουν, επιπλέον, οι υπογραφές δύο εκ των κατηγορουμένων! Δεν λέω ότι αυτό από μόνο του σημαίνει οπωσδήποτε κάτι, όταν όμως μαζεύονται πολλά μαζί, λογικό είναι να σου μπαίνουν υποψίες. Να πούμε κιόλας εδώ ότι αναφορικά με την καταλληλότητα της αίθουσας έκανε παρέμβαση η Εισαγγελία της Λάρισας, η οποία ζήτησε από την τοπική Πολεοδομία έγγραφα και οικοδομικές άδειες, καθώς επίσης τον φάκελο πυροπροστασίας από την Πυροσβεστική – την πρώτη ημέρα της δίκης ειδικά υπήρχε τόση πυρασφάλεια όση και στις αμαξοστοιχίες που συγκρούστηκαν στα Τέμπη. Όλα αυτά παρότι οι αρχές είχαν στη διάθεσή τους τρία ολόκληρα χρόνια για να διαμορφώσουν σωστά τον χώρο.
―Είναι, όμως, μόνο τα προβλ ήματα με την αίθουσα που παρεμποδίζουν την ομαλή διεξαγωγή της δίκης; Γιατί κύκλοι φιλικά προσκείμενοι στην κυβέρνηση επιρρίπτουν ευθύνες στη στάση ορισμένων συνηγόρων και συγγενών θυμάτων.
Από τη στιγμή που διαφάνηκαν κάποια σοβαρά προβλήματα, και όχι μόνο αναφορικά με την αίθουσα, οι συνήγοροί μας είναι υποχρεωμένοι να τα αναδείξουν. Τα αιτήματα που θέτει στην έδρα η κ. Κωνσταντοπούλου αλλά και άλλοι δικηγόροι και συγγενείς –απλώς εκείνη το κάνει πιο «ζωηρά», ας πούμε– δεν είναι καθόλου παράλογα, αφού αποσκοπούν σε μια δίκαιη δίκη. Αληθεύει ότι οι ενστάσεις αυτές, παρότι ορθές, καθυστερούν τη διαδικασία με τον τρόπο που τίθενται και κάποιοι από εμάς, ανάμεσά τους ο δικηγόρος μου, αναζητούν τρόπους να επισπευσθεί.
―Η τραγωδία των Τεμπών άγγιξε πάρα πολύ κόσμο κι ενέπνευσε ένα ολόκληρο κίνημα, στην πορεία ωστόσο δημιουργήθηκαν «ρωγμές», με διαφωνίες και κόντρες μεταξύ συγγενών θυμάτων, με διαφορετικές προσεγγίσεις, επικρίσεις για τις επιλογές κάποιων κ.λπ. Πώς το βλέπεις όλο αυτό;
Προσωπικά δεν ανήκα, ούτε ανήκω σε κάποια «ομάδα». Δεν έγινα καν μέλος του Συλλόγου Θυμάτων των Τεμπών γιατί διαφωνούσα με κάποια πράγματα, δεν στάθηκα όμως και ποτέ απέναντί του. Διατηρώ, μάλιστα, πολύ καλές σχέσεις με τον νυν πρόεδρο, τον κ. Παύλο Ασλανίδη. Από κει και πέρα, καθένας επιλέγει το πώς θέλει να κινηθεί σε αυτή την υπόθεση και αναλαμβάνει την ευθύνη. Άλλοι το κάνουν όπως αρμόζει, άλλοι πάλι καταφεύγουν σε υπερβολές, ψέματα ή διασπαστικές τακτικές. Να πω πάντως εδώ πως οποιοσδήποτε, συγγενής θύματος ή μη, μπει με οποιονδήποτε τρόπο εμπόδιο στην προσπάθεια δικαίωσης της μνήμης της μητέρας μου, θα με βρει απέναντι.
―Πώς είδες την ίδρυση κόμματος από την κ. Καρυστιανού;
Στην πολιτική αρένα μπορεί καταρχάς να κατέβει όποιος θέλει. Αν δεχτούμε ότι η κ. Καρυστιανού εκμεταλλεύεται τον θάνατο της κόρης της, το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για την κ. Μπακογιάννη, για παράδειγμα, που επίσης πολιτεύθηκε μετά τη δολοφονία του συζύγου της από τη 17 Νοέμβρη. Σημασία έχει βέβαια να υπάρχει και το σωστό timing γι’ αυτό, που λέμε.
―Η στήριξη του κόσμου στην υπόθεσή σας παραμένει, πάντως, δεδομένη. Πώς τη βιώνεις εσύ;
Αυτό είναι γεγονός και είναι βέβαια εξαιρετικά συγκινητικό. Την έχουμε ανάγκη κιόλας τη στήριξη αυτή. Τις πρώτες μέρες μετά το δυστύχημα, ξέρεις, ένιωθα όχι μόνο απελπισμένος αλλά και αβοήθητος. Πολύ γρήγορα, όμως, διαπίστωσα πόσο πολύς κόσμος είναι στο πλευρό μας και αυτό μας δίνει σίγουρα μεγάλη δύναμη να συνεχίσουμε τον αγώνα μας. Υπάρχουν εντούτοις και άνθρωποι που δεν έχουν ιδέα για την υπόθεση και ενδεχομένως παρασύρονται όταν ακούν κάποια παρατραβηγμένα πράγματα ή βλέπουν ορισμένες αμφιλεγόμενες κινήσεις, δεν μπορεί όμως να μας παίρνει όλους η «μπάλα». Όπως υπάρχουν και ορισμένοι που, ό,τι και να τους πεις, ό,τι στοιχείο κι αν τους προσκομίσεις, θα εμμένουν στην άποψη που έχουν διαμορφώσει, αλλά αυτό είναι σήμερα νομίζω ένα γενικότερο φαινόμενο.
―Πόσο ικανοποιημένος είσαι μέχρι στιγμής από τη δημοσιογραφική κάλυψη της δίκης;
Δεν έχω παράπονο αναφορικά με την κάλυψη των γεγονότων και τις πρώτες αντιδράσεις. Από κει και πέρα, σε επίπεδο σχολιασμού, κάθε δημοσιογράφος που θεωρεί ότι έχει γνώμη ας την εκφράσει και ας κριθεί ανάλογα. Αρκεί πρώτα να περιγράφεται αντικειμενικά η πραγματικότητα και να αναμεταδίδονται με ακρίβεια όσα συμβαίνουν, χωρίς υπερβολές και παραπληροφόρηση. Ολόκληρη πάντως η υπόθεση των Τεμπών είναι ιδιαίτερα περίπλοκη και δυσνόητη και είναι ελάχιστοι οι δημοσιογράφοι που τη γνωρίζουν και την παρακολουθούν λεπτομερώς.
―Τι μήνυμα θα έστελνες σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που σας συμπαραστέκονται;
Το μήνυμα που θα έστελνα τόσο στους συγγενείς των θυμάτων και στους επιβάτες που διασώθηκαν αλλά παραμένουν τραυματισμένοι όσο και σε όλους όσοι μας στηρίζουν είναι ότι πρέπει να παραμείνουμε ενωμένοι γιατί ο δρόμος που έχουμε να διανύσουμε είναι πολύ δύσκολος.
―Τι θα σήμαινε για σένα δικαίωση;
Η απόλυτη δικαίωση θα ήταν να γυρίσω σπίτι και να δω ζωντανή τη μητέρα μου. Επειδή όμως αυτό δεν μπορεί δυστυχώς να συμβεί, το λιγότερο που ζητώ είναι η τιμωρία των υπευθύνων, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται, είτε πρόκειται για κρατικούς υπαλλήλους, είτε για ανεπαρκείς δικαστικούς λειτουργούς, είτε για πολιτικούς. Μια τιμωρία που θα είναι, εννοείται, σύμφωνη με τη δικογραφία, γιατί σημασία δεν έχει εδώ η προσωπική εκτίμηση η δική μου ή του καθένα, αλλά το τι δείχνουν τα στοιχεία τα οποία έχουν συλλεχθεί.
―Πιστεύεις ότι η Δικαιοσύνη θα κάνει το καθήκον της;
Σίγουρα το γεγονός ότι η ηγεσία της Δικαιοσύνης επιλέγεται από την εκάστοτε κυβέρνηση είναι πρόβλημα, γιατί δημιουργεί εξαρτήσεις. Αν θέλω να είμαι αισιόδοξος, θα πω ότι δεν μου αρέσουν τα τσουβαλιάσματα και οι γενικεύσεις. Στην ελληνική Δικαιοσύνη υπηρετούν τόσοι άνθρωποι ευσυνείδητοι που δεν καταλαβαίνουν από πιέσεις όσο και κάποιοι με μικρότερες αντοχές. Εύχομαι οι δικαστές που θα δικάσουν στα Τέμπη να έχουν το σθένος να σταθούν στο ύψος τους και να κρίνουν δίκαια και αμερόληπτα.