Στο «Elena’s Shift», μία Ρουμάνα ανύπαντρη μάνα που ζει στην Αθήνα απολύεται άδικα από τη δουλειά της, βάζοντας σε κίνδυνο τόσο τα δικά της όνειρα όσο και του δεκάχρονου γιου της. Αποφασίζει να παλέψει για το δίκιο της και, χωρίς να το επιδιώξει, οι επιλογές της διασταυρώνονται με τη δυναμική δικηγόρο Γιώτα, με την οποία στην πορεία συνδέεται ερωτικά. Τα εμπόδια όμως είναι πολλά για μια χαμηλόμισθη ξένη που καλείται να αντιμετωπίσει ένα αδίστακτο και εχθρικό εργασιακό περιβάλλον. Άραγε η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του εικαστικού και video artist Στέφανου Τσιβόπουλου είναι μια καταγγελτική πολιτική ταινία ή μια ιστορία συναισθημάτων και αγώνα για μια ζωή με αξιοπρέπεια;
Εγκαταστημένος στη Νέα Υόρκη τα τελευταία 13 χρόνια, έχοντας εδώ και καιρό μεταπηδήσει από το video art στον κινηματογράφο κι αφού έχει συμμετάσχει με μικρού μήκους ταινίες σε μια σειρά από αξιόλογα κινηματογραφικά φεστιβάλ, η νέα του ταινία «Elena’s Shift» («Η απόφαση της Έλενας») έκανε πρεμιέρα τον προηγούμενο Νοέμβριο στο Φεστιβάλ του Ταλίν, ενώ μόλις απέσπασε το βραβείο Emerging Greeks στο 11ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου του Βερολίνου. Πρωταγωνιστούν η εξαιρετική Γερμανορουμάνα ηθοποιός Μαρία Ντράγκους, γνωστή από τις συνεργασίες της με τον Κριστιάν Μουνγκίου («Αποφοίτηση») και τον Μίκαελ Χάνεκε («Η Λευκή Κορδέλα»), και η Πηνελόπη Τσιλίκα, σε ένα αγωνιώδες παιχνίδι κοινωνικοπολιτικών και συναισθηματικών ισορροπιών.
«Το καθαρό συναίσθημα είναι η βάση της πολιτικής μας βούλησης. Χωρίς συναίσθημα δεν υπάρχει πολιτική – είναι μόνο γραφειοκρατία».
— Καταρχάς, πώς ήταν η μετάβαση από το εικαστικό video art στον κινηματογράφο;
Είναι δύο διαφορετικές γλώσσες, αρκετά συγκρουόμενες και πολλές φορές ξένες μεταξύ τους φορμαλιστικά και αφηγηματικά. Οπότε συχνά νιώθω πως προσπαθώ να γεφυρώσω αυτό το χάσμα, κάτι που είναι γόνιμο και με διατηρεί σε δημιουργική εγρήγορση. Τώρα, πέρα από το μέσο, οι προβληματισμοί, οι ιδέες και οι ανησυχίες παραμένουν οι ίδιες, απλώς η αφήγηση και, φυσικά, το κοινό αλλάζουν. Ο κινηματογράφος έχει πολύ πιο ευρύ κοινό, και σε αυτήν τη φάση με ενδιαφέρει να επικοινωνώ τις ιδέες μου με ένα πολύ πιο διευρυμένο κοινωνικοπολιτικά και πολιτισμικά κοινό. Από την άλλη, δεν έχω σταματήσει τις εικαστικές ταινίες, και μάλιστα η τελευταία μου, «Object Reconnaissance», του 2024, έκανε πρεμιέρα ταυτόχρονα σε έναν εικαστικό και έναν κινηματογραφικό θεσμό, την 6η Τριενάλε του Μάντσεστερ και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Ολλανδίας. Φυσικά θέλω να εκμεταλλευτώ όσο μπορώ την κινηματογραφική εμπειρία από την πρώτη μεγάλου μήκους και να τη φέρω στην εικαστική παραγωγή. Οπότε, η «μετάβαση» αφορά κυρίως αυτό το πάντρεμα του εικαστικού βλέμματος και της κινηματογραφικής αφήγησης. Έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.
Βέβαια, η ενασχόλησή μου με τον κινηματογράφο ήταν σχετικά αναμενόμενη –μέσα μου τουλάχιστον– από το 2013, όταν κινηματογράφησα την «Ιστορία Μηδέν», το έργο με το οποίο εκπροσώπησα την Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας. Τα σχόλια που λάμβανα ήταν κατά κάποιον τρόπο περισσότερο σινεφιλικά από όσο περίμενα για ένα εικαστικό πρότζεκτ. Και ενώ πάντα δούλευα με κινηματογραφικά συνεργεία και ηθοποιούς, ήταν τότε που είδα για πρώτη φορά το κοινό να αντιδρά κυρίως συναισθηματικά με την ταινία και λιγότερο εγκεφαλικά ή εννοιολογικά με βάση τους κανόνες της τέχνης. Ε, αυτό κάπως με γοήτευσε και με απελευθέρωσε.
— Μια και αναφέρεσαι σε εκείνη τη συμμετοχή σου στην Μπιενάλε της Βενετίας, η «Ιστορία Μηδέν» αφορούσε τη λειτουργία του χρήματος στη διαμόρφωση των ανθρώπινων σχέσεων στη σύγχρονη, δυτική κυρίως, κοινωνία. Θα έλεγες ότι ήταν ένας προάγγελος του «Elena’s Shift»;
Είναι εκ διαμέτρου αντίθετα έργα και οι στόχοι τους τελείως διαφορετικοί. Αυτό όμως που τα ενώνει είναι το πλαίσιο – ένα κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό σύστημα μέσα στο οποίο δρουν-αντιδρούν οι χαρακτήρες μου. Αυτό το πλαίσιο είναι πολύ παρόν και κυριαρχεί στο ύφος των έργων μου.
— Σε αυτό το πλαίσιο αναφέρομαι, καθώς η ηρωίδα σου, παρότι ως Ρουμάνα θεωρείται Ευρωπαία πολίτης, για την ελληνική κοινωνία παραμένει μια «ξένη» που αναζητά καλύτερες οικονομικές συνθήκες μέσα στα Βαλκάνια. Γιατί επέλεξες αυτή την ταυτότητα;
Γιατί το 2013, οπότε τοποθετώ την ιστορία της, όπως θυμάσαι, η Ελλάδα βρισκόταν σε βαθιά κρίση και οι συνθήκες εργασίας για όλους, πόσο μάλλον για μια «ξένη», ήταν πάρα πολύ άσχημες. Αλλά δεν επικεντρώνομαι τόσο στις οικονομικές συνθήκες όσο στην έννοια της ταυτότητας, του άλλου, του διαφορετικού. Κι αυτό ποτέ δεν ήταν εύκολο στην Ελλάδα, να δεχτεί τους ξένους της.
— Τώρα συνειδητοποιώ, δηλαδή μόλις θυμήθηκα ότι σε παλιότερή μας συνομιλία μου είχες εξομολογηθεί πόσο δύσκολα πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής της στην Ελλάδα η μητέρα σου, προερχόμενη από μια εντελώς διαφορετική κουλτούρα, του Ιράν. Άραγε έχεις εντάξει στοιχεία εκείνης στην Έλενα; Ή ακόμα και δικά σου, καθώς ζεις εδώ και χρόνια στην Αμερική, όπου αρχικά βρέθηκες ως ξένος;
Ναι, είναι αλήθεια πως είναι δύσκολο να κάνεις ένα τόσο μακρινό και γεμάτο προκλήσεις ταξίδι όσο είναι αυτό της πρώτης ταινίας χωρίς να εντάξεις το προσωπικό στοιχείο. Στις δύσκολες στιγμές της διαδρομής, τα προσωπικά στοιχεία που φύτεψα στην ιστορία ήταν αυτά που με κάνανε να σταθώ όρθιος και να τελειώσω την ταινία. Δηλαδή, η ιστορία της Έλενας, που αγωνίζεται να ανήκει χωρίς να χάσει την ταυτότητά της, είναι μια πραγματικότητα που διατρέχει τόσο τη δική μου εμπειρία όσο και της οικογένειάς μου. Και η ανάγκη να ειπωθεί αυτή η εμπειρία και να τη μοιραστώ με ένα κοινό ήταν μεγάλο αναβολικό στις δύσκολες στιγμές.
— Παρουσιάζεις μια σκανδαλώδη συμπεριφορά από μια επιχείρηση καθαρισμού και τα λεγόμενα λευκά συμβόλαια. Βασίστηκες σε πραγματικά γεγονότα; Η ιστορία σου συνδέεται με την περίπτωση της Κούνεβα;
Παρόλο που η ιστορία της Κούνεβα έχει μεγάλο ενδιαφέρον, όχι, δεν κάνω ευθεία αναφορά σε εκείνη. Όμως τα λευκά συμβόλαια αποτελούσαν πραγματικότητα και πολλοί εργάτες, μετανάστες αλλά ακόμα και Έλληνες που δεν ήξεραν τι υπέγραφαν, έπεσαν θύματα τέτοιων συμβολαίων. Η κατάσταση έχει βελτιωθεί σήμερα, αλλά αν πάμε λίγο πίσω, τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα. Μετά τον θόρυβο που προκάλεσε η επίθεση εναντίον της Κούνεβα, πολλοί πήραν θάρρος και άρχισαν να μιλάνε γι’ αυτά. Οπωσδήποτε λοιπόν βασίστηκα σε πραγματικά γεγονότα και σε συνεντεύξεις που πήρα ο ίδιος από δικηγόρους που υπερασπίστηκαν θύματα τέτοιων περιπτώσεων. Φυσικά, για πολλές από τις καταγγελίες που αφορούσαν επιθέσεις εναντίον αυτών των ανθρώπων, ποτέ δεν βρέθηκαν οι υπαίτιοι και οι δίκες μπήκαν στα αρχεία, επειδή πολλά από αυτά τα γεγονότα δεν μπορούν να αποδειχθούν.
— Πέρα από το ότι είναι μητέρα και το ότι αντιμετωπίζει προβλήματα επιβίωσης, η Έλενα είναι και ΛΟΑΤΚΙ. Αυτό καταρχάς μοιάζει να είναι ο λόγος για τον οποίο φεύγει από την πατρίδα της. Αποτελεί πρόβλημα ένας τέτοιος σεξουαλικός προσανατολισμός στη Ρουμανία;
Πράγματι, είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο εγκαταλείπει το Βουκουρέστι ώστε να ξεκινήσει μια νέα ζωή στην Ελλάδα. Η Έλενα ήταν ένας καλειδοσκοπικός χαρακτήρας: μητέρα, κόρη, ερωμένη, ακτιβίστρια, εργάτρια, ξένη, ο ορισμός του outsider, που έρχεται συνεχώς αντιμέτωπη με μια σειρά από ακυρώσεις και εμπόδια. Το queer κομμάτι της είναι ένα στοιχείο της ιδιοσυστασίας της και για να το εντάξω –όπως και όλα τα άλλα–, μίλησα με αρκετούς ανθρώπους που μου εμπιστεύτηκαν τις εμπειρίες τους ώστε να αρχίσω να σκιαγραφώ τον χαρακτήρα της Έλενας. Αυτό που με ενδιέφερε να δημιουργήσω ήταν ένας ανθρώπινος χαρακτήρας, με πάθη, ελλείψεις, όνειρα, απογοητεύσεις, συναισθήματα ενοχής, και όχι κάποια που τη χαρακτηρίζει η σεξουαλική της ταυτότητα. Αυτό, θα έλεγα, ήταν πολύ συνειδητή επιλογή, όπως και το γεγονός ότι είναι μια ξένη που προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή της. Το ότι όλοι θέλουμε να ανήκουμε κάπου είναι από τα βασικά ερωτήματα της ταινίας. Πώς μπορούμε να ανήκουμε κάπου όταν είμαστε διαφορετικοί; Ποιο είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε; Μπορούμε να ανήκουμε χωρίς να πρέπει να θυσιάσουμε τον εαυτό μας; Για παράδειγμα, το να ανήκεις και να νιώθεις αποδεκτός από τους φίλους σου ή ακόμη και από την ίδια σου την οικογένεια όταν είσαι διαφορετικός/ή, δεν είναι δεδομένο και ίσως είναι από τα πιο δύσκολα κεκτημένα. Και εδώ τίθεται το ζήτημα της αγάπης, και το να αγαπάς και να μπορείς να αγαπηθείς ως διαφορετικός για αυτό που είσαι, όχι από λύπηση αλλά από σεβασμό. Και φυσικά, αυτό το εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα του σεβασμού και της αξιοπρέπειας με ενδιέφερε να το εντάξω στο σενάριο μέσα από την περίπλοκη σχέση των δύο γυναικών, τις οποίες ενώνει το πάθος και ο έρωτας ενώ τις χωρίζει η γλώσσα, η κουλτούρα, η οικονομική και η κοινωνική τους τάξη. Τι γίνεται όμως όταν, έπειτα από μια προδοσία ή μια εξαπάτηση, η αγάπη που τις ενώνει ξαφνικά βάλλεται από όλα αυτά που τις χωρίζουν;
— Πάντως, όσο περίπλοκος κι αν είναι ο ρόλος της Έλενας, η πρωταγωνίστριά σου, Μαρία Ντράγκους, ανταποκρίνεται τέλεια. Πώς εντόπισες μια Ρουμάνα ηθοποιό που να μπορεί να παίξει στα ελληνικά;
Μα, εκείνη είχα στο μυαλό μου από την αρχή! Κοίτα να δεις, ξεκινήσαμε με οντισιόν με κάποιες Ρωσίδες ηθοποιούς που εργάζονται στην Ελλάδα, όπως και με μία Ουκρανή, εξαιρετική ηθοποιό. Αλλά με ενδιέφερε πάντα η Μαρία. Αν και ήταν αρκετά νεότερη για τον ρόλο όταν ξεκίνησα να γράφω το σενάριο γύρω στο 2017-2018, μέσα μου ήξερα πως όταν θα είμαι έτοιμος για την ταινία, θα είναι στη σωστή ηλικία. Και έτσι έγινε. Όταν αρχίσαμε τα γυρίσματα, είχαν ήδη περάσει έξι χρόνια, οπότε είχε πια φτάσει στην ηλικία που ήθελα. Αλλά τίποτα δεν ήταν εύκολο στην πορεία, όπως ποτέ δεν είναι σε μια ελληνική παραγωγή με περιορισμένο προϋπολογισμό στην οποία συμμετέχουν διεθνείς ηθοποιούς. Έγιναν δύσκολοι συμβιβασμοί, και από εμένα σεναριακά και από την παραγωγή, ώστε να είναι μαζί μας.
— Είναι εντυπωσιακό ότι μιλάει ελληνικά σαν να έχει ζήσει όντως στην Ελλάδα.
Πέραν του ότι η Μαρία είναι πολύγλωσση, επίσης αφιερώθηκε και ασχολήθηκε σοβαρά περί τους 6 μήνες με τη γλώσσα. Δούλεψε με δυο coaches για να μάθει το συναισθηματικό βάρος της γλώσσας και με ποιο τρόπο έπρεπε να αντιδράει στους ελληνικούς διαλόγους. Είναι απίστευτη επαγγελματίας, αλλά θέλησε να εκτεθεί απέναντι στη γλώσσα μας σε σημείο που το ίδιο της το σώμα άρχισε να αντιδρά σε αυτήν. Είχε γύρω της Έλληνες, παρατηρούσε και κατανοούσε τον κώδικα συμπεριφοράς και εκφοράς της γλώσσας, οπότε δεν θα έλεγα ότι η προσπάθειά της ήταν να αποστηθίσει τα λόγια της αλλά το αντίθετο. Η γλώσσα έγινε κάτι βιωματικό που οδήγησε το παίξιμό της. Προς μεγάλη μου έκπληξη –όπως και όλων στα γυρίσματα–, την κατάλληλη στιγμή πάντα εξέφραζε το ανάλογο συναίσθημα. Με ένα μαγικό τρόπο, ήταν το ίδιο της το σώμα που ερμήνευε τα συναισθήματα προτού να πει τα λόγια της. Έτσι, όλα έβγαιναν φυσικά, σαν να είχε βιώσει τις καταστάσεις προτού τις παίξει μπροστά από τον φακό.
— Να πω ότι και η ηθοποιός Ρόντικα Λαζάρ, που υποδύεται τη μητέρα της Έλενας, είναι εξαιρετική στον ρόλο της.
Το χρωστάω στον Κρίστιαν Μουγκίου, ο οποίος μας βοήθησε στο casting. Η Ρόντικα Λαζάρ θεωρείται από τις καλύτερες ηθοποιούς τής γενιάς της στη Ρουμανία, με ταινίες-σταθμούς στο ενεργητικό της, όπως «Η Οδύσσεια του κυρίου Λαζαρέσκου» και το «The Whistlers». Παρομοίως και η Μακρίνα Μπαρλαντεάνου, που ήταν η νέα πρωταγωνίστρια του Κριστιάν στο «R.M.N.» και στην ταινία μας παίζει τη Μάγια, τη στενή φίλη της Έλενας. Γενικά το casting είχε πολύ υψηλές απαιτήσεις, δουλέψαμε με τον εξαιρετικό casting director Σταύρο Ράπτη και την ομάδα του στο Fin Casting και το αποτέλεσμα μας δικαίωσε. Τόσο με τις τρεις Ρουμάνες ηθοποιούς όσο και με τις Ελληνίδες, την Πηνελόπη Τσιλίκα, τη Μαρία Καλλιμάνη, την Τόνια Σωτηροπούλου, και φυσικά τον μικρό μας Φίλιππο Σκλήκα που έκανε την παρθενική του εμφάνιση. Θεωρώ πως το σωστό casting είναι το 90% της επιτυχίας με τους ηθοποιούς. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που φέτος απονεμήθηκε το πρώτο Όσκαρ για casting.
— Εν τέλει, θα έλεγες ότι είναι μια ταινία πολιτική ή μια ταινία συναισθημάτων;
Νομίζω ότι το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Η ταινία πάνω απ’ όλα θέλει να είναι αληθινή, σαν ένα κομμάτι ζωής που τα περιέχει όλα: αρνητικά, θετικά, πολιτική, έρωτα, μητρότητα, ακτιβισμό, συναισθήματα και λογική. Οι χαρακτήρες μου και οι ζωές τους είναι πολυδιάστατοι, περιέχουν αντιφάσεις κι αυτό τους κάνει αληθινούς και όχι χάρτινους. Θα έλεγα ότι είναι μια πολιτική ταινία ακριβώς επειδή δεν φοβάται να μιλήσει για αντιφατικά συναισθήματα, ανατρέποντας τις όποιες ηθικές προσδοκίες έχουμε από τις σχέσεις μας. Για μένα ωστόσο το καθαρό συναίσθημα είναι η βάση της πολιτικής μας βούλησης. Χωρίς συναίσθημα δεν υπάρχει πολιτική – είναι μόνο γραφειοκρατία.
Elena's Shift trailer | PÖFF29