Κάθε προβολή στις τρεις αίθουσες του Babylon (μία κεντρική και δύο μικρότερες) ξεκινούσε με το βιντεοκλίπ του ολοκαίνουριου τραγουδιού «Streets of Minneapolis» του Μπρους Σπρίνγκστιν, που καταγγέλλει τον τραμπικό ICE, και ολοκληρωνόταν με μια κάρτα η οποία έγραφε το σλόγκαν «Σταματήστε το εμπάργκο στην Κούβα και στην Κολομβία». Πώς αλλιώς θα μπορούσε να φανταστεί κανείς το σύγχρονο πολιτικό Βερολίνο; Άλλωστε βρισκόμασταν σε έναν ιστορικό κινηματογράφο, στην πρώην ανατολική πλευρά, στη Rosa-Luxemburg-Straße, απέναντι από το εμβληματικό θέατρο και τοπόσημο της Volksbühne, του «Θεάτρου του Λαού».
Το Babylon, ένας κινηματογράφος στον οποίο γίνονται αφιερώματα, εθνικά φεστιβάλ και στον οποίο παίζεται από καιρό σε καιρό με τη συνδρομή ζωντανής ορχήστρας το «Metropolis» του 1927, φιλοξενεί εδώ και έντεκα χρόνια το ιδιαίτερα δημοφιλές Greek Film Festival in Berlin. Κάθε χρόνο συντελείται μια μικρή «απόβαση» Ελλήνων και Ελληνίδων δημιουργών, ηθοποιών, παραγωγών και άλλων παραγόντων, οι οποίοι έρχονται για να προωθήσουν τις ταινίες τους και μέσα από αυτές τον ελληνικό κινηματογράφο. Παράλληλα, έχουν την ευκαιρία να συζητήσουν με τους ντόπιους σινεφίλ και φιλέλληνες πάνω σε σύγχρονους καλλιτεχνικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς. Φέτος το φεστιβάλ διεξήχθη μεταξύ 25 και 29 Μαρτίου και η LiFO ήταν εκεί.
Ένα φεστιβάλ που πραγματοποιείται στην πιο «ελεύθερη» και καλλιτεχνική πρωτεύουσα της Ευρώπης δεν θα μπορούσε να μην είναι συντονισμένο με τα κυρίαρχα θέματα της εποχής μας, όπως η απεικόνιση της γυναικείας και non-binary ταυτότητας και σεξουαλικότητας στη μεγάλη οθόνη.
Η Σοφία Σταυριανίδου, καλλιτεχνική διευθύντρια και αυτό που θα λέγαμε «ψυχή» του φεστιβάλ –αν και η ίδια δεν θα παρέλειπε να αναφερθεί σε όλη την οργανωτική ομάδα, η οποία προφανώς αξίζει ιδιαίτερη μνεία, κάτι που έκανε στην αποχαιρετιστήρια ομιλία της στην τελετή λήξης, η οποία λειτούργησε και ως απολογισμός του πενθημέρου– ήταν ιδιαίτερα συγκινημένη με τη φετινή διοργάνωση, καθώς η προσέλευση ξεπέρασε κάθε προσδοκία, με ρεκόρ εισιτηρίων, όπως μου είπε λίγο προτού πέσει η αυλαία: «Η μεγάλη αίθουσα χωράει 519 άτομα, δεν είναι καθόλου εύκολο να τη γεμίσεις κι εμείς το καταφέραμε. Το “Arcadia” σχεδόν τη γέμισε, παρόλο που έχει παιχτεί ήδη πέντε φορές στην Μπερλινάλε. Βέβαια, έπαιξε ρόλο και η παρουσία της Αγγελικής Παπούλια. Αλλά το ίδιο συνέβη και με τον “Κυνόδοντα”, στην προβολή του οποίου, εκτός από την ίδια, ήταν παρών και ο Χρήστος Πασσαλής, δύο εκ των πρωταγωνιστών δεκαεπτά χρόνια μετά, με μια επεξεργασμένη κόπια, μια στιγμή που τη θεωρώ ιστορική». Η Αγγελική Παπούλια ήταν το τιμώμενο πρόσωπο του φεστιβάλ με ένα «Spotlight» και την παρουσίαση τριών ταινιών της, ενώ ο Χρ. Πασσαλής εκπροσωπούσε το «Beachcomber» του Αριστοτέλη Μαραγκού και το «MJ» του Γιώργου Φουρτούνη.
Η έναρξη της 25ης Μαρτίου είχε πανηγυρικό χαρακτήρα, με τη γερμανική πρεμιέρα της «Σπασμένης φλέβας», στην οποία παρέστη ο σκηνοθέτης της, Γιάννης Οικονομίδης, ο πρωταγωνιστής της, Βασίλης Μπισμπίκης, αλλά και η ηθοποιός Σοφία Κουνιά. Και μπορεί να ήταν αναμενόμενο να γεμίσει το Babylon από σινεφίλ που ήξεραν τι θα έβλεπαν, δεν ήταν όμως καθόλου δεδομένο για τις υπόλοιπες ταινίες που προβάλλονταν και διαγωνίζονταν για τα βραβεία «Emerging Greeks», οι οποίες ήταν μεγάλου και μικρού μήκους αλλά και ντοκιμαντέρ πρόσφατης παραγωγής που άξιζε να δει κανείς. Άξιζε, επίσης, να μείνει και να συζητήσει μετά την προβολή με τους συντελεστές στα Q&A, είτε στις αίθουσες προβολής είτε μετακομίζοντας στην περίφημη αίθουσα με το ταβάνι-καθρέφτη. Εξάλλου, όσο περισσότερο ενδιαφέρον έχει μια ταινία, τόσο περισσότερο σε κάνει να ξενυχτάς.
Στην προβολή, μάλιστα, της «Πράσινης θάλασσας» της Αγγελικής Αντωνίου (μιας ταινίας που εξαιτίας του Covid παίχτηκε ελάχιστα στις αίθουσες, ενώ είχε πιο επιτυχημένη διαδρομή στις διεθνείς πλατφόρμες), με πρωταγωνιστές την Αγγ. Παπούλια και τον Γιάννη Τσορτέκη, ανάμεσα στους θεατές ήταν και μια σημαντική προσωπικότητα του Βερολίνου, ο θεατρικός σκηνοθέτης και πρώην διευθυντής της Volksbühne, γνωστός και στην Ελλάδα από τις συνεργασίες του με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, Φρανκ Κάστορφ. Είχε έρθει να δει την Ελληνίδα ηθοποιό. Λίγοι τον αναγνώρισαν, αλλά η συζήτηση που ακολούθησε είχε ενδιαφέρον, ιδίως για όσους γνώριζαν το βιβλίο «Για να δει τη θάλασσα» της Ευγενίας Φακίνου, από το οποίο η σκηνοθέτιδα εμπνεύστηκε την ταινία της. Όταν ρώτησα την επομένη την Αγγ. Παπούλια πώς νιώθει για το «Spotlight» και αν είναι νωρίς για να της κάνουν αφιερώματα, μου απάντησε: «Μου φαίνεται αστείο και ωραίο και χαίρομαι πολύ γιατί με τη Σοφία γνωριζόμαστε πολλά χρόνια, έχω έρθει αρκετές φορές και παλιότερα για να δω ταινίες, και μου αρέσει και αυτό το παλιό σινεμά και το Βερολίνο. Συνεργαστήκαμε υπέροχα με όλα τα κορίτσια και χαίρομαι που το κοινό έχει τη δυνατότητα να δει τρεις από τις ταινίες που έχω κάνει. Έχω υπάρξει τα τελευταία χρόνια μέλος σε κριτικές επιτροπές σε πάρα πολλά φεστιβάλ, έχω δει πολλές ταινίες από πολλές χώρες και νομίζω ότι ο ελληνικός κινηματογράφος είναι αρκετά συντονισμένος με τις διεθνείς τάσεις. Δεν θεωρώ ότι λέγονται ιστορίες που είναι εκτός πραγματικότητας ή εκτός μιας συγχρονικότητας. Πιστεύω ότι είναι πολύ κοντά στα κοινωνικά και πολιτικά θέματα που απασχολούν τον κόσμο αυτήν τη στιγμή».
Ένα φεστιβάλ που πραγμτοποιείται στην πιο «ελεύθερη» και καλλιτεχνική πρωτεύουσα της Ευρώπης δεν θα μπορούσε να μην είναι συντονισμένο με τα κυρίαρχα θέματα της εποχής μας, όπως η απεικόνιση της γυναικείας και non-binary ταυτότητας και σεξουαλικότητας στη μεγάλη οθόνη. Το πρόγραμμα του φεστιβάλ περιλάμβανε και ανοιχτή συζήτηση με τίτλο «Unframed Identities: Female & non-binary voices in cinema». Είχαν ενδιαφέρον οι νέες προσεγγίσεις της παρουσίασης της γυναίκας στη σύγχρονη κινηματογραφική μυθοπλασία στη συζήτηση που έγινε σε συνεργασία με τη WIFTGR (Women in Film and Television GR), την οποία εκπροσωπούσε η παραγωγός και κινηματογραφίστρια Μαίρη Κολώνια, μέλος του Δ.Σ. του WIFT International, η οποία συντόνισε και τη συζήτηση στην οποία πήραν μέρος οι Χρυσιάννα Παπαδάκη («Αρκουδότρυπα»), Εύη Καλογηροπούλου («Gorgonà»), Iris Glitzer (δημιουργός ερωτικών ταινιών) και Αμέρισσα Μπάστα («Μικρές Ανάσες»).
Η Μ. Κολώνια σε σχετική ερώτησή μου δήλωσε: «Η κύρια αφετηρία αυτής της συζήτησης ήταν προφανώς το gender και η διαφορετική οπτική που μπορεί να φέρει μια ματιά η οποία απομακρύνεται και αποδομεί σταδιακά την κυρίαρχη πατριαρχική δομή στην αφήγηση, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και αντιμετωπίζουμε το σώμα, τον τρόπο που χτίζουμε τους χαρακτήρες, ειδικά την αντιπροσώπευση των γυναικείων χαρακτήρων μέσα από το στερεότυπο της αντρικής ματιάς. Για να το πάω πιο πέρα από τo male gaze, θα προτιμούσα να το θέσω ως μια αντι-πατριαρχική ματιά, γιατί αυτό περιλαμβάνει κι άλλες ταυτότητες, την queer και τη non-binary. Σιγά-σιγά, θα βοηθήσει σε μια ευρύτερη απεικόνιση. Πρόκειται για μια διαρκή διεκδίκηση η οποία εκφράζεται πρακτικά και όχι θεωρητικά, όπως το πώς τοποθετείς τον φακό σου, πώς δείχνεις μια ερωτική σκηνή, τι γυναικείους χαρακτήρες επιλέγεις να φωτίσεις».
Όλοι όσοι παρευρεθήκαμε αυτές τις μέρες στην παρέα της Σοφίας Σταυριανίδου παραδεχτήκαμε ότι όλα λειτουργούσαν ιδανικά. Μέσα σε όλα και μια εξαιρετική πεντάωρη ξενάγηση στην πόλη από τον ηθοποιό, tour guide και μόνιμο κάτοικο Βερολίνου, Κωνσταντίνο Παπαθανασίου. Όσο και να την έχεις περπατήσει και διασχίσει, πάντα υπάρχουν πράγματα να μάθεις και να αποσαφηνίσεις γι’ αυτήν την πολύπαθη πόλη με τη μεγάλη ιστορία και τις αδιανόητες περιπέτειες των κατοίκων της.
«Είμαστε ένα φεστιβάλ το οποίο απευθύνεται στο κοινό και το οποίο επιδιώκει να το προκαλεί. Δεν θέλουμε να προσφέρουμε το αναμενόμενο, προτείνουμε μια άλλη ματιά. Γίνεται επιλογή και προτείνουμε ταινίες που δεν θα τις δει το κοινό εύκολα. Αλλά και τα βραβεία δίνονται από σοβαρούς επαγγελματίες της διεθνούς κινηματογραφικής κοινότητας, κάτι που έχει μεγάλη σημασία. Σύμφωνα με το berlin.de, είμαστε ένα από τα μεγαλύτερα φεστιβάλ του Μαρτίου στο Βερολίνο. Γίνονται 95 φεστιβάλ τον χρόνο και το visitBerlin.de, που είναι ο μεγαλύτερος οδηγός της πόλης, μας έχει τοποθετήσει στα 10 σημαντικότερα. Τόσο από πλευράς κοινού (3.500-4.000 θεατές κάθε χρόνο) όσο και από πλευράς δημοσιευμάτων, που κι αυτό μετράει, αλλά και από πλευράς πολυσυλλεκτικότητας και συμπεριληπτικότητας. Από την αρχή αυτό το φεστιβάλ ήταν φιλικό στο queer κοινό», μου εξηγεί η Σοφία όσο παίζεται στην κεντρική αίθουσα η ταινία λήξης, το «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ» του Γιώργου Γεωργόπουλου, από την οποία βγήκαν όλοι ενθουσιασμένοι. Προσωπικά, ενθουσιάστηκα και με τα Emerging Greeks Awards που δόθηκαν.
Ξεκινώντας από τις ταινίες μικρού μήκους, με την ειδική μνεία που δόθηκε στο «Hopepunk» της Βασιλικής Λαζαρίδου, το μεγάλο βραβείο απέσπασε το «Γκέκας» του Δημήτρη Μουτσιάκα, στο οποίο ένα ευαίσθητο δωδεκάχρονο αγόρι δένεται με το κυνηγόσκυλο της οικογένειας για να το «επαναφέρει» ο κυνηγός πατέρας του στη σκληρή πραγματικότητα της αρχετυπικής αρρενωπότητας, τραυματίζοντας την παιδική ηλικία του. Το βραβείο ντοκιμαντέρ δόθηκε στο «Επιστροφή στην Πατρίδα» («Return to Homeland») των Χρύσας Τζελέπη και Άκη Κερσανίδη, βασισμένο στο βιβλίο του Τάιτους Μίλεχ. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα road movie που ακολουθεί και καταγράφει την επιστροφή του συγγραφέα στην πατρίδα του, τη Γερμανία, έναν τόπο που έχει απορρίψει ολοσχερώς λόγω του ναζιστικού παρελθόντος της, και μαζί του την ίδια του τη γλώσσα.
Τέλος, βραβείο ταινίας μεγάλου μήκους απέσπασε το «Elena’s Shift» («Η απόφαση της Έλενας») του Στέφανου Τσιβόπουλου με πρωταγωνίστρια τη Γερμανο-ρουμάνα ηθοποιό Μαρία Ντράγκους. Γυρισμένη στη σύγχρονη Αθήνα, ακολουθεί την πορεία μιας μετανάστριας μάνας σε ένα εχθρικό εργασιακό περιβάλλον όπου προσπαθεί να επιβιώσει και να στηρίξει τα όνειρα του δεκάχρονου γιου της. Η σχέση της με μια Ελληνίδα δικηγόρο μοιάζει να προσφέρει μια αγκαλιά αγάπης και προστασίας, αλλά ορθώνονται ακόμα περισσότερα εμπόδια τα οποία καλείται να ξεπεράσει.
Αδικημένοι πάντως δεν υπήρχαν, «νικητές» και «νικημένοι» δεν υπήρχαν, καθώς η γενικότερη αίσθηση ήταν ότι όλες οι ταινίες (περί τις 24, εκτός των ταινιών έναρξης - λήξης και αφιερωμάτων) που συμμετείχαν ήταν ισάξιες και ουσιαστικές, επιβεβαιώνοντας το μότο της 11ης διοργάνωσης: «We are what we feel» («Είμαστε ό,τι νιώθουμε»), ένα σύνθημα που μόνο κάτω από συνθήκες ελευθερίας της έκφρασης και της διακίνησης ιδεών μπορεί να έχει απήχηση.