Καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, το Artemis II με το τετραμελές του πλήρωμα, τρεις Αμερικανούς κι έναν Καναδό, βρίσκεται ήδη σε σεληνιακή τροχιά, έχοντας στο μεταξύ ταξιδέψει μακρύτερα στο Διάστημα από κάθε άλλο επανδρωμένο διαστημόπλοιο (400.171 χλμ.). Βασικός του στόχος, να προετοιμάσει την αποστολή του Artemis III που αναμένεται να προσσεληνωθεί μέσα στο 2028, μισό και πλέον αιώνα αφότου επιχειρήθηκε για τελευταία φορά κάτι τέτοιο. Πώς όμως φτάσαμε ως εδώ και πόσο διαφορετικό είναι σήμερα το κλίμα;
Ήταν 20 Ιουλίου του σωτηρίου έτους 1969 όταν απογειώθηκε η πρώτη επανδρωμένη αποστολή της NASA για τη Σελήνη με το διαστημόπλοιο Apollo 11. «Ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα τεράστιο για την ανθρωπότητα», ήταν η ιστορική φράση του Νιλ Άρμστρονγκ σαν πάτησε στον δορυφόρο της Γης. Μικρό παιδί τότε, θυμάμαι έστω αμυδρά κάποια στιγμιότυπα από τη «ζωντανή» τηλεοπτική μετάδοση της πρώτης προσσελήνωσης από σπίτι «προνομιούχου» γείτονα που διέθετε τηλεόραση, ασπρόμαυρη φυσικά. Από τότε απέκτησα το κόλλημα με το Διάστημα και την επιστημονική φαντασία, το λεγόμενο «νέο κύμα» της οποίας (Τζέιμς Μπάλαρντ, Φίλιπ Ντικ, Ούρσουλα Λε Γκεν) ήταν ήδη αισθητό στη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο («Οδύσσεια του Διαστήματος», «Ο Πλανήτης των Πιθήκων», «Barbarella»), την τηλεόραση ακόμα («Star Trek», «Χαμένοι στο Διάστημα»).
Η απογείωση του Artemis II δεν προκάλεσε τα ίδια παγκόσμια ρίγη συγκίνησης με εκείνη του Apollo 11. Η ανθρωπότητα φαίνεται να έχει πλέον άλλες προτεραιότητες, και επίσης έχει «χορτάσει» να βλέπει φονικές ρουκέτες και πυραύλους να εκτοξεύονται όχι στο Διάστημα αλλά στη Μέση Ανατολή, την Ουκρανία και αύριο ποιος ξέρει πού.
Επρόκειτο για το αποκορύφωμα του «διαστημικού πυρετού» που είχε ξεκινήσει δώδεκα χρόνια νωρίτερα με την επιτυχή εκτόξευση του σοβιετικού δορυφόρου Σπούτνικ, μεταφέροντας τον Ψυχρό Πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ-ΕΣΣΔ στον αστρικό θόλο, και ταυτόχρονα για την «τελική πράξη» μιας δεκαετίας τόσο πλούσιας σε γεγονότα και αλλαγές κοσμοϊστορικές, ώστε παρομοιάζεται με μικρογραφία ολόκληρου του 20ού αιώνα μεταπολεμικά.
Το 1969 ήταν η χρονιά τού Γούντστοκ, του «Space Oddity», της πρώτης μεγάλης επιτυχίας του Ντέιβιντ Μπόουι, αλλά και της φρικτής δολοφονίας της ηθοποιού Σάρον Τέιτ και τεσσάρων ακόμα ατόμων από τον Τσαρλς Μάνσον. Η χρονιά της έναρξης λειτουργίας του Arpanet, «προδρόμου» του ίντερνετ, της παραίτησης του Σαρλ ντε Γκολ από τη γαλλική Προεδρία έναν χρόνο μετά την εξέγερση του Μάη τού ’68, της αποκάλυψης της σφαγής του Μάι Λάι και των μαζικών διαδηλώσεων 2 εκατ. ανθρώπων στις ΗΠΑ κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, της ανάδειξης του Γιασέρ Αραφάτ ως ηγέτη της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και της πολύνεκρης φασιστικής βομβιστικής επίθεσης στην Πιάτσα Φοντάνα του Μιλάνου.
Στην Ελλάδα της χούντας των συνταγματαρχών, στα highlights του ’69 ήταν το πολύνεκρο αεροπορικό δυστύχημα στην Κερατέα, η αποχώρηση από το Συμβούλιο της Ευρώπης, η αποφυλάκιση-«εξπρές» του Σπύρου Γκοτζαμάνη, δολοφόνου του Γρηγόρη Λαμπράκη, η απόδραση και η εκ νέου σύλληψη του Αλέκου Παναγούλη και η θεμελίωση του Πύργου Αθηνών.
Αυτό, όμως, που χαρακτηρίζει ίσως περισσότερο τη δεκαετία του ’60 ειδικά, είναι η μανία με το Διάστημα και η πίστη ότι η εξερεύνηση και ο εποικισμός άλλων κόσμων είναι απλώς θέμα χρόνου. Ολόκληρος ο πλανήτης, ανεξαρτήτως «μπλοκ», παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα την ιστορική εκείνη πτήση με έναν παιδικό ενθουσιασμό – πολλοί πίστευαν ότι τώρα που ο άνθρωπος είδε από ψηλά τον πλανήτη και συνειδητοποίησε τη μοναδικότητα και την ευθραυστότητά του θα αποκτούσε επιτέλους οικουμενική συνείδηση, παραμερίζοντας εγωισμούς, μίση και εχθρότητες, κάτι σίγουρα ευκταίο σε μια εποχή που η απειλή του πυρηνικού πολέμου ήταν πολύ πραγματική.
Βοηθούσε και το πνεύμα της εποχής, καθώς υπήρχε μια διάχυτη αισιοδοξία ότι ο κόσμος επρόκειτο να αλλάξει γρήγορα και θεαματικά. Όσο για τους εξωγήινους που προσμέναμε, καθώς και οι μαρτυρίες για θεάσεις UFO πολλαπλασιάζονταν, δεν ήταν οι «κακοί» Σοβιετικοί –μια συνηθισμένη αλληγορία τότε– ή αντιστρόφως, αλλά κάποιοι από μηχανής θεοί, που θα μας λύτρωναν από τα υπαρξιακά μας βάσανα, αποτρέποντας ταυτόχρονα τον πυρηνικό εφιάλτη.
Η ατομική καταστροφή ευτυχώς τελικά αποφεύχθηκε –κάποιοι μάλιστα πιστεύουν ότι η επιστημονική φαντασία συνέδραμε με τον τρόπο της–, ωστόσο η ανθρωπότητα δεν φάνηκε να άλλαξε μυαλά ούτε ύστερα από εκείνη την κοσμογονική εμπειρία (που άλλωστε είχε και στρατιωτικούς σκοπούς), εξακολουθώντας να πορεύεται με τα ίδια πάθη. Οι αμερικανικές διαστημικές αποστολές στη Σελήνη συνεχίστηκαν, αλλά το ενδιαφέρον του κοινού σταδιακά μειωνόταν. Εν τέλει, ο πρόεδρος Νίξον κατήργησε το 1972 το διαστημικό πρόγραμμα Apollo, καθώς δεν έβλεπε τον λόγο να χρηματοδοτεί πανάκριβες αποστολές στη Σελήνη «απλώς για να φέρνουν πίσω μερικές πέτρες» – παρότι ακόμα κι αυτές είναι επιστημονικά πολύτιμες. Ο «πεζός» πραγματισμός αντικαθιστούσε πλέον το όραμα, τα σχετικά κονδύλια περικόπτονταν και θα έπρεπε να περιμένουμε 54 ολόκληρα χρόνια για τη δρομολόγηση της «ολικής επαναφοράς».
Το διαστημόπλοιο Artemis II θα είναι ο προπομπός μιας μόνιμης, πλέον, μελλοντικής εγκατάστασης στη Σελήνη. Μεσολάβησαν βέβαια κι άλλα διαστημικά επιτεύγματα, όπως η εκτόξευση του Voyager (1977), ο υπέργηρος πλέον Διεθνής Διαστημικός Σταθμός (2000), οι πτήσεις των διαστημικών λεωφορείων (πρόγραμμα που σημάδεψαν ανεξίτηλα οι τραγωδίες του Columbia και του Challenger), το διαστημικό τηλεσκόπιο James Webb και οι αποστολές των διαστημικών σκαφών-ρομπότ στον Άρη, που όμως, όσο καταπληκτικές εικόνες και πληροφορίες κι αν προσέφεραν, δεν συγκρίνονται με την εμπειρία της ζωντανής προσεδάφισης και εξερεύνησης που μόνο σε ταινίες όπως η «Ολική Επαναφορά» (1990), το «Interstellar» (2014) και η «Διάσωση» (2015) είχαμε την ευκαιρία να «προσομοιώσουμε».
Οι επανδρωμένες αποστολές είναι, βλέπεις, πολύ κοστοβόρες όσο και ριψοκίνδυνες, έτσι η εξερεύνηση του Διαστήματος αφέθηκε έκτοτε στα τηλεσκόπια, τα μη επανδρωμένα σκάφη και τα ρομποτικά οχήματα. Ο ανταγωνισμός των ΗΠΑ με άλλες μεγάλες δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα, χώρες που τρέχουν επίσης διαστημικά προγράμματα, ο οποίος θεριεύει ξανά δύο δεκαετίες μετά τη λήξη του Ψυχρού, Πολέμου, ήταν σίγουρα μια καλή αφορμή (μαζί με τη μεγαλομανία του Προέδρου Τραμπ) για να ξαναμπούν οι Αμερικανοί στο διαστημικό «τριπ», στοχεύοντας να ξαναστείλουν σύντομα ανθρώπους στη Σελήνη αρχικά, στον Άρη αργότερα.
Η NASA δεν είναι βέβαια πια ο μόνος διαστημικός «παίκτης» για τις ΗΠΑ, καθώς στον χώρο έχει μπει με αξιώσεις μεν αλλά αμφίβολη μέχρι στιγμής αξιοπιστία η εταιρεία Space X τού μεγιστάνα Ίλον Μασκ, ο οποίος επιθυμεί σφόδρα, καθώς έχει δηλώσει, όχι μόνο να ταξιδέψει στον Άρη αλλά και να πρωτοστατήσει στην εμπορική εκμετάλλευση του Διαστήματος – καλώς ήλθατε στον διαπλανητικό καπιταλισμό!
Η κατάσταση των πραγμάτων στη δεύτερη δεκαετία τού 21ου αιώνα –μια εποχή που, αν αλήθευαν κάποιες μάλλον υπερβολικά αισιόδοξες ιστορίες επιστημονικής φαντασίας, το είδος μας θα είχε ήδη αποικίσει τον Γαλαξία– διαφέρει, βέβαια, αρκετά από εκείνη στα τέλη των ’60s. Η απογείωση του Artemis II δεν προκάλεσε τα ίδια παγκόσμια ρίγη συγκίνησης με εκείνη του Apollo 11.
Ακόμα και η προσσελήνωση του Artemis III δύσκολα θα προκαλέσει ανάλογου μεγέθους θαυμασμό, και όχι επειδή δεν θα είναι η πρώτη. Η ανθρωπότητα φαίνεται να έχει πλέον άλλες προτεραιότητες, και επίσης έχει «χορτάσει» να βλέπει φονικές ρουκέτες και πυραύλους να εκτοξεύονται όχι στο Διάστημα αλλά στη Μέση Ανατολή, την Ουκρανία και αύριο ποιος ξέρει πού.
Ο πυρηνικός εφιάλτης επιστρέφει, η αβεβαιότητα, η οικονομική δυσπραγία, οι θλιβεροί όσο και επικίνδυνοι σύγχρονοι παγκόσμιοι ηγέτες και η έλλειψη κάποιου συναρπαστικού συλλογικού οράματος φτιάχνουν μια ατμόσφαιρα πολύ πιο δυσοίωνη. Πολλοί αμφισβητούν την ίδια τη χρησιμότητα των διαστημικών εξερευνήσεων ενόσω ο πλανήτης δεν έχει επιλύσει άλλα ζωτικά ζητήματα, όπως οι πόλεμοι, οι λιμοί, η φτώχια, οι επιδημίες και η κλιματική κρίση.
Έπειτα, παρά τις τεχνολογικές προόδους –ο ισχύος 74KB ROM και 4KB RAM υπολογιστής καθοδήγησης του Apollo 11 μοιάζει με πρωτόγονο εργαλείο μπροστά σε ένα κοινό smartphone–, οι προκλήσεις της εξερεύνησης και μόνο του ηλιακού μας συστήματος με επανδρωμένες αποστολές παραμένουν μεγάλες: κοσμική ακτινοβολία, αδέσποτοι μετεωρίτες, τεράστιες αποστάσεις κ.ά. Ακόμα και το «ευκολάκι» που είναι συγκριτικά μια αποστολή στη Σελήνη μπορεί να παρουσιάσει απρόοπτα: αν οι αστροναύτες του Artemis II είχαν κάποια θέματα με την ιντερνετική σύνδεση και την τουαλέτα, μια αποστολή στον Άρη θα είχε πολλαπλάσιες απαιτήσεις και θα επεφύλασσε, πιθανότατα, αρκετά σκληρότερες δοκιμασίες στο πλήρωμα.
Είναι, έπειτα, πολύ αμφίβολο το πόσο πιο «συνειδητούς» θα μας έκανε, κάτι που άλλωστε δεν κατάφεραν ούτε οι περίφημες φωτογραφίες της «ωχράς κυανής κηλίδας» (1990) του Voyager I, το οποίο βρίσκεται, πλέον, μια ολόκληρη μέρα φωτός μακριά, ούτε καν οι πιο πρόσφατες των εσχατιών του σύμπαντος από το τηλεσκόπιο James Webb που μας επέτρεψαν να «κοιτάξουμε» σχεδόν 13,5 δισ. χρόνια πίσω στον χρόνο. Ίσως, βέβαια, παρ’ όλα τα εμπόδια και τις αντιξοότητες, το μέλλον μας να βρίσκεται όντως εκεί.
«Αμφιβάλλω αν το ανθρώπινο είδος καταφέρει να επιβιώσει την επόμενη χιλιετία, εκτός αν εξαπλωθεί στο Διάστημα», έλεγε ο Στίβεν Χόκιν. «Είμαστε αστρόσκονη που πήρε τη μοίρα της στα χέρια της», κατά τον Καρλ Σαγκάν. Για να κατορθώσουμε, όμως, να ανταποκριθούμε στις υψηλές αυτές προσδοκίες, θα πρέπει να έχουμε πρώτα κάπως τακτοποιήσει το δικό μας «σπίτι», να έχουμε επίσης καταργήσει κάθε πραγματικό ή νοητό σύνορο που μας χωρίζει προτού βάλουμε πλώρη για το τελευταίο, συμπληρώνοντας έτσι τον κλασικό μονόλογο του μυθιστορηματικού Kάπτεν-Κερκ που ξεκινούσε με τη φράση "Διάστημα, το τελευταίο σύνορο". Το ’χουμε;