Οκτώβριος 1983. Η Εθνική Ελλάδος μπάσκετ υποδέχεται στο γήπεδο του Σπόρτιγκ στα Πατήσια την ομάδα του αμερικανικού Πανεπιστημίου North Carolina. Η αρένα, η οποία βρίσκεται μια ανάσα από τον σταθμό του Ηλεκτρικό «Άγιος Ελευθέριος», είναι ασφυκτικά γεμάτη. Όλοι τους περιμένουν να δουν ένα μεγάλο παιχνίδι. Μόνο που τους έχει ξεφύγει μια πολύ μικρή λεπτομέρεια. Ανάμεσα στους Αμερικανούς μπασκετμπολίστες που έκαναν αυτό το υπερατλαντικό ταξίδι είναι και ένας που είναι τότε ακόμη σχετικά άγνωστος στο ελληνικό κοινό. Πρόκειται για τον 20χρονο Μάικλ Τζόρνταν. Ναι, τον Μάικλ Τζόρνταν που έχουμε όλοι στο μυαλό μας.
Από το ματς, το οποίο λήγει 71-79 υπέρ των Αμερικανών, ξεχωρίζει μια φωτογραφία. Σε αυτήν ο Τζόρνταν σηκώνεται και εκτελεί το χαρακτηριστικό –που έμελλε να μείνει στην ιστορία– jump shot του με το 23 στην πλάτη, ενώ το ελληνικό κοινό τον κοιτάζει αποσβολωμένο. Άραγε, να είχε καταλάβει κανείς ότι μπροστά του εκείνη ακριβώς τη στιγμή είχε τον καλύτερο μπασκετμπολίστα όλων των εποχών;
«Αυτό το συναισθηματικό δέσιμο με έκανε να μείνω στην ομάδα. Το έβλεπα ως ευθύνη, γιατί μεγάλωσα εδώ και ένιωθα αυτό το γήπεδο σπίτι μου».
Μεταφερόμαστε 43 χρόνια μετά, στην ίδια μπασκέτα. Μπορεί να έχουν περάσει λίγο περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, αλλά το γήπεδο του Σπόρτιγκ θυμίζει σε όλα του εκείνες τις εποχές. Περπατάμε παρέα με τον Δημήτρη Αγγελόπουλο. Πατησιώτης γέννημα-θρέμμα, γενικός γραμματέας της ομάδας, την αγάπησε από μικρός και δεν ξεκόλλησε ποτέ.
«Όλη μου η ζωή είναι εδώ, στον Σπόρτιγκ. Δημοτικό πήγα ακριβώς απέναντι, στο 24ο. Πρέπει να ήμουν 12-13 ετών όταν πρωτοήρθα στο γήπεδο. Δέθηκα με το που μπήκα. Νιώθω ότι εδώ μέσα υπάρχει μια πολύ παράξενη ατμόσφαιρα. Είναι η ιστορικότητα της ομάδας και του χώρου. Είναι οι στιγμές που έχουν σημαδέψει τα παιδικά μας χρόνια», λέει καθώς με ξεναγεί στους χώρους εντός και εκτός παρκέ.
Ο κ. Αγγελόπουλος γνωρίζει πολύ καλά την ιστορία του χώρου από την ίδρυση της ομάδας ως σήμερα. «Η περιοχή τότε ήταν περιβόλια. Τα Πατήσια ήταν προάστιο των Αθηνών, γι’ αυτό και, αν παρατηρήσεις, πολλά παλιά σπίτια μοιάζουν με εξοχικές κατοικίες. Ερχόμενοι, λοιπόν, από την Κωνσταντινούπολη, οι Έλληνες θέλησαν να συνεχίσουν την ομάδα που είχαν φτιάξει εκεί, τη Σπόρτιγκ Κλαμπ Αθηνών. Αγόρασαν ένα οικόπεδο από έναν βιομήχανο, έβαλαν δύο μπασκέτες και ξεκίνησαν το μπάσκετ», σημειώνει.
Για τρεις δεκαετίες το γήπεδο ήταν υπαίθριο. Στα αρχεία της ομάδας, μάλιστα, υπάρχει και μια βραδινή φωτογραφία με τη φωτισμένη αρένα, τις γεμάτες με κόσμο εξέδρες και τη θέα της Αθήνας από πίσω. Φαίνεται ότι τραβήχτηκε λίγα χρόνια προτού αλλάξουν όλα. Το 1968, και ενώ το μπάσκετ γνωρίζει τις πρώτες ένδοξες στιγμές του, καθώς η ΑΕΚ έχει μόλις κατακτήσει το πρώτο της ευρωπαϊκό στο Καλλιμάρμαρο, ο Σπόρτιγκ γίνεται η πρώτη ομάδα, πριν από τους τρεις «μεγάλους» της πόλης, που αποκτά κλειστό γήπεδο με παρκέ, όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα.
«Οι αγώνες ξεκινούσαν το πρωί και τελείωναν το βράδυ. Μπορεί να είχε και έξι ματς κάθε Σαββατοκύριακο. Ήταν η έδρα της Εθνικής Ελλάδος. Το μεγαλύτερο μπασκετικό σημείο αναφοράς για την πόλη», συμπληρώνει ο κ. Αγγελόπουλος. Κάπως έτσι στρώνεται το έδαφος προκειμένου η ομάδα της περιοχής να μεγαλουργήσει. Για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες, και κυρίως εκείνη των ’90s, ο Σπόρτιγκ ήταν μια από τις σημαντικότερες δυνάμεις του ελληνικού πρωταθλήματος.
Ήταν μια έδρα απ’ την οποία Παναθηναϊκός, Ολυμπιακός και ΑΕΚ πάντα έτρεμαν να περάσουν. Μια τέτοια περίπτωση ήταν και το ιστορικό παιχνίδι κόντρα στους Πράσινους την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1996. Ο Παναθηναϊκός του Γιαννάκη, του Γουίλκινς και όλων των άλλων σπουδαίων παικτών που μερικούς μήνες αργότερα κατέκτησαν το πρώτο τους ευρωπαϊκό δεν κατάφερε ποτέ να περάσει από τα Πατήσια. Οι πανηγυρισμοί τράβηξαν τόσο πολύ που, όπως εξηγούν οι ντόπιοι, αρκετοί έτρεχαν μετά το ματς για να προλάβουν να γυρίσουν σπίτι τους και να αλλάξουν τον χρόνο με τους δικούς τους.
Οι ένδοξες στιγμές που έχει ζήσει αυτό το γήπεδο είναι άπειρες, μπασκετικές και μη. Από τις συναυλίες των The Police και των Motorhead ως τα παιχνίδια της Euroleague, τότε που ο Παναθηναϊκός το χρησιμοποιούσε ως έδρα, μια και το ΟΑΚΑ και τα υπόλοιπα γήπεδα της πόλης ανακαινίζονταν για τους επικείμενους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004.
Μεταξύ των θρύλων που πέρασαν από εδώ ως αντίπαλοι ήταν ο Μποντιρόγκα και ο Σαμπόνις στα τελειώματα της καριέρας του με τη φανέλα της Ζάλγκιρις. Αν κάνει μάλιστα κανείς μια βόλτα στις εξέδρες, θα δει ότι υπάρχουν ακόμη πράσινα αυτοκόλλητα για να θυμίζουν εκείνη την εποχή.
Οι παίκτες του Σπόρτιγκ συνέχισαν να παίζουν εκεί. «Υπήρχε φιλία ανάμεσα στους παίκτες του Σπόρτιγκ και του ΠΑΟ. Να φανταστείς, κάποια χρόνια αργότερα, συμπέσαμε οι δύο ομάδες στο ίδιο εστιατόριο. Ήρθε ο Ομπράντοβιτς στο τραπέζι μας, μας χαιρέτησε όλους διά χειραψίας, έμεινε μαζί μας».
Ο Δημήτρης Αγγελόπουλος έχει πολλούς αγαπημένους που φόρεσαν τα βυσσινί όλα αυτά τα χρόνια: τον Μίτσελ Ουίγκινς, τον Αλφόνσο Φορντ, το όνομα του οποίου κοσμεί μέχρι σήμερα το βραβείο που απονέμεται κάθε χρόνο στον πρώτο σκόρερ της Euroleague. Αν έπρεπε να ξεχωρίσει έναν, θα ήταν ο Γιώργος Κολοκυθάς, ο σπουδαίος ψηλός του ελληνικού μπάσκετ που αργότερα μεγαλούργησε με τον Παναθηναϊκό, ο οποίος έπαιξε τόσο παλιά που υπάρχουν ελάχιστα βίντεο από την καριέρα του.
Από τις γυναίκες ξεχωρίζει την Άννυ Κωνσταντινίδου, «τον θρυλικό Γκάλη», όπως την αποκαλεί. Η Άννυ Κωνσταντινίδου είναι ένας θρύλος του μπάσκετ γυναικών στην Ελλάδα. Μαζί με τις συμπαίκτριές της κατάφεραν να κάνουν τον Σπόρτιγκ την πιο επιτυχημένη ομάδα στο σπορ μέχρι σήμερα, με 21 πρωταθλήματα. «Τότε η dream team του μπάσκετ γυναικών ήταν εδώ», θυμάται ο Δημήτρης Αγγελόπουλος. Έχει κρατήσει σε ένα ντουλάπι μια φορεμένη φανέλα της Άννυς Κωνσταντινίδου. Τη βγάζει με προσοχή από τη θέση της για να μην αλλοιωθεί. Ο χώρος μοιάζει πραγματικά με μουσείο του μπάσκετ. Παντού τριγύρω υπάρχουν τρόπαια, φωτογραφίες και κειμήλια από την ιστορία της ομάδας. Και στο κέντρο της ξύλινης αίθουσας, το εντυπωσιακό κεντητό λάβαρο με το σήμα του Σπόρτιγκ.
Όπως εξηγεί, έδωσε μάχη προκειμένου όλα αυτά να μείνουν στη θέση τους και η ομάδα να μη διαλυθεί. «Άλλαξαν οι εποχές, δεν μπορούσαμε πια να αντεπεξέλθουμε οικονομικά και μείναμε πίσω. Αν δεν υπάρχει κάποιος να επενδύσει, είναι αδύνατο. Αυτό που καταφέραμε, όμως, είναι να μην έχουμε χρέη. Τα έξοδα του γηπέδου είναι πάρα πολλά. Οι άλλοι σύλλογοι έχουν budget ανδρών, γυναικών. Εμείς έχουμε και γηπέδου, που μπορεί να είναι και μεγαλύτερο. Εδώ αν δεν πληρώσεις το ρεύμα στο τέλος του μήνα, σου το κόβουν», λέει.
«Αυτό το συναισθηματικό δέσιμο με έκανε να μείνω στην ομάδα. Το έβλεπα ως ευθύνη, γιατί μεγάλωσα εδώ και ένιωθα αυτό το γήπεδο σπίτι μου. Είχα αίσθημα υποχρέωσης απέναντι στην ιστορία και κυρίως στα παιδικά μου χρόνια και στους ανθρώπους που μάτωσαν για τον σύλλογο. Με κράταγε η αγάπη για τον Σπόρτιγκ και πάντα είχα την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα βρει τον δρόμο του. Εγώ ήθελα να κρατήσω την ομάδα ζωντανή μέχρι να έρθει η επόμενη μέρα. Και να επιστρέψει εκεί που ανήκει: στα υψηλά στρώματα του μπάσκετ».
Και να που η πολυπόθητη μέρα έφτασε. Πριν από μερικές εβδομάδες έγινε γνωστό ότι η οικογένεια Ευμορφίδη αγόρασε το πλειοψηφικό πακέτο της ομάδας με σκοπό να την αναγεννήσει και την οδηγήσει και πάλι στην πρώτη κατηγορία. «Στην αρχή, όταν άκουσα για όλο αυτό, δεν μπορούσα να το αντιληφθώ. Είναι ένα όνειρο. Ίσως ζήσουμε στιγμές καλύτερες από αυτές στα ’90s», ελπίζει ο Δημήτρης Αγγελόπουλος.
Ανάμεσα στα έργα που πρόκειται να γίνουν είναι και η πλήρης ανακαίνιση του γηπέδου, εντός του οποίου, μάλιστα, σχεδιάζεται να γίνει και μουσείο. Ο χώρος πρόκειται να αλλάξει μορφή, να ανανεωθεί. Όλα, όμως, μαζί και εκείνη η τσίγκινη πινακίδα έξω από τα αποδυτήρια, θα θυμίζoυν την μπασκετική ιστορία αυτού του χώρου, που στο παρκέ του πάτησε κάποτε ο καλύτερος μπασκετμπολίστας που έχει περάσει ποτέ από τη Γη.
Greece-North Carolina 71-79 (M. Jordan in Sporting, 21/10/1983)