Το άθλημα τα τελευταία χρόνια κερδίζει έδαφος, ενώ κάθε ηλικία δοκιμάζει την τύχη της στο τατάμι, μαθαίνοντας από μια ευγενή πολεμική τέχνη.
Το βραζιλιάνικο Ζίου Ζίτσου έχει μακρά ιστορία, και δίνει σημαντικά εφόδια για την αυτοάμυνα και αποτελεί ένα σημαντικό μέτρο προστασίας ιδιαίτερα για τις γυναίκες, αλλά και για τους άνδρες.
Προσφέρει πολύ καλή εκγύμναση, τόσο σωματική όσο και εγκεφαλική, καθώς οι αθλητές πρέπει να αντιμετωπίσουν τις απρόσμενες κινήσεις συναθλητών και αντιπάλων.
Ο προπονητής βραζιλιάνικου Ζίου Ζίτσου του Fight Factory, Παναγιώτης Αντωνόπουλος, και η αθλήτρια Μαρία Παντελαίου μίλησαν στη LiFO.
Το βραζιλιάνικο Ζίου Ζίτσου
«Ασχολούμαι με τις πολεμικές τέχνες από δέκα χρονών. Έκανα ένα είδος καράτε που λεγόταν kenpo, το οποίο είχε να κάνει κυρίως με την αυτοάμυνα, δεν ήταν δηλαδή αγωνιστικό», αναφέρει ο Παναγιώτης Αντωνόπουλος.
Μεγάλο πρόβλημα για το άθλημα αποτελεί το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αρκετοί χώροι που να πληρούν τις προϋποθέσεις και να είναι σε θέση να στεγάσουν άτομα που αθλούνται.
«Το έκανα φανατικά μέχρι και πριν από μία εξαετία και παράλληλα οι πολεμικές τέχνες ήταν κομμάτι της ζωής μου, σαν χόμπι. Έχω ασχοληθεί με το τζούντο και με το κικ μπόξινγκ για κάποια χρόνια. Όταν ήμουν 23 βρήκα μια βραζιλιάνικη σχολή jiu jitsu, και ήθελα να δω τι ακριβώς κάνουν εκεί. Και κόλλησα».
Όπως δηλώνει, «η σχολή άνοιξε από “ατύχημα”. Δεν υπήρχε πρόβλεψη να ασχοληθώ με το αντικείμενο, απλώς συγκυριακά βρέθηκε ένας χώρος. Έκανα προπονήσεις με κάποιους φίλους μου στο πατάρι μιας εταιρείας και κάποιος είπε “σας έχω δει που κάνετε προπόνηση, έχω έναν χώρο. Θα σας ενδιέφερε να τον νοικιάσετε;”. Και έτσι ξεκινήσαμε το 2013».
Μεγάλο πρόβλημα για το άθλημα αποτελεί το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αρκετοί χώροι που να πληρούν τις προϋποθέσεις και να είναι σε θέση να στεγάσουν τα άτομα που αθλούνται.
Τι είναι το βραζιλιάνικο Ζίου Ζίτσου;
«Κανονικά θα έπρεπε να λέγεται βραζιλιάνικο τζούντο. Ο ιδρυτής του judo ήταν ο Τζίγκορο Κάνο, ο οποίος έκανε παραδοσιακό ιαπωνικό jujutsu, κάτι που δεν υπάρχει πια ως όρος. Ήθελε να κάνει ένα σπορ που να είναι λίγο πιο προσβάσιμο στα παιδιά και έφτιαξε το τζούντο. Για να το εξαγάγει παγκοσμίως και να το κάνει αποδεκτό από όλες τις χώρες, έστειλε κάποιους αντιπροσώπους. Ένας από αυτούς ήταν ο Μιτσούγιο Μαέντα, ο οποίος πήγε στη Βραζιλία και ουσιαστικά έφερε μαζί του το τζούντο. Η ιστορία που έχει επικρατήσει είναι ότι το άθλημα πήρε η οικογένεια των Γκρέισι και ένα από τα δύο αδέλφια της οικογένειας, επειδή ήταν λίγο πιο αδύναμο και δεν μπόρεσε να το κάνει όπως έπρεπε, με τις ρίψεις, εντρύφησε στη μάχη εδάφους. Αυτό είναι που κάνει το βραζιλιάνικο Ζίου Ζίτσου διαφορετικό από τις άλλες πολεμικές τέχνες: ενώ οι περισσότερες ασχολούνται με τις ρίψεις ή με τα χτυπήματα, αυτό επικεντρώνεται περισσότερο στο ότι αν πέσεις στο έδαφος συνεχίζεις να παλεύεις μέχρι να επέλθει το τέλος, η υποταγή».
Με βάση άλλες ιστορίες υπήρξαν και έτεροι εμπλεκόμενοι στην εξέλιξη του αθλήματος.
«Οι πιο πολλές πολεμικές τέχνες που ξέρουμε σήμερα, π.χ. καράτε, κικ μπόξινγκ, τάε κβον ντο, έχουν να κάνουν με χτυπήματα. Και μετά έχουμε τα σπορ που σχετίζονται με την πάλη, όπως το judo, τα οποία αφορούν κυρίως τις ρίψεις, το να ρίξεις τον αντίπαλό σου στο έδαφος. Κι εκεί τελειώνει το σπορ. Το βραζιλιάνικο Ζίου Ζίτσου δεν σταματάει εκεί. Δεν έχει χτυπήματα, καταρχάς. Έχει λαβές οι οποίες χρησιμοποιούνται μέχρι να καθηλώσεις τον αντίπαλό σου και να τον κάνεις να παραδοθεί. Αυτή είναι η νοοτροπία. Το όφελος είναι κυρίως σωματικό. Αποκτάς καλή φυσική κατάσταση, γιατί είναι έντονη σωματική άσκηση».
Στα ψυχικά οφέλη ο Παναγιώτης συμπεριλαμβάνει την αυτοπεποίθηση που σου προσφέρει, καθώς και την ανάπτυξη νοητικών ικανοτήτων, διότι το άθλημα είναι αρκετά εγκεφαλικό.
«Ο παραδοσιακός τρόπος προπόνησης ξεκινούσε με ένα ζέσταμα 20-30 λεπτών, μετά σου έδειχναν κάποια τεχνική την οποία επαναλάμβανες χωρίς αντίσταση και ύστερα πάλευες με άλλα άτομα. Οι νέες έρευνες δείχνουν ότι αυτός ο τρόπος δεν βοηθάει, γιατί αυτό που μαθαίνεις ως τεχνική ουσιαστικά δεν συνδέεται με το πώς καλείσαι να το αναπτύξεις στην πραγματικότητα».
Πλέον αρκετοί προπονητές ακολουθούν μια νέα μέθοδο που λέγεται οικολογική προσέγγιση, κατά την οποία ο ασκούμενος θα πρέπει να λειτουργεί μέσα στο περιβάλλον στο οποίο καλείται να αγωνιστεί.
«Η προπόνηση φεύγει από τον παραδοσιακό τρόπο. Χρησιμοποιούμε τη μέθοδο των περιορισμών. Βάζουμε τους ασκούμενους σε πραγματικό περιβάλλον, τους θέτουμε κάποιο πρόβλημα και κάποιους περιορισμούς και τους ζητάμε να το λύσουν. Αυτό ακούγεται παράξενο, αλλά έχει λογική. Ουσιαστικά παίρνουμε την ικανότητα από το αρχικό της στάδιο και κοιτάμε να την αναπτύξουμε μέχρι να μπορέσεις να κάνεις αυτό που συζητάμε», τονίζει ο Παναγιώτης.
Με τη νέα μέθοδο ο αθλητής μαθαίνει πιο ουσιαστικά, κάτι που όμως επηρεάζεται άμεσα και από την πρόθεση του ίδιου όταν πάει στις προπονήσεις.
Αναφορικά με την ηλικία στην οποία μπορεί να ξεκινήσει κανείς, η απάντηση δεν είναι απλή.
«Εμείς έχουμε ένα “όριο”: αν το παιδί μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί, μπορεί να έρθει για προπόνηση. Γενικά, όμως, αναφορικά με την ηλικία από την οποία μπορούν τα παιδιά να αρχίσουν να μαθαίνουν πολεμικές τέχνες, θα σου έλεγα μετά τα 12-13. Όμως μπορεί και από την ηλικία των 5-6 ετών να είναι σε έναν χώρο όπου εκτίθενται σε κινητικά μοντέλα που θα τα βοηθήσουν να μάθουν πιο εύκολα την τέχνη του».
Εύκολο είναι, φυσικά, και για μεγαλύτερες ηλικίες να το ξεκινήσουν, ακόμα κι αν στο παρελθόν δεν είχαν ανάλογη εμπειρία. Εξάλλου, το κοινό του αθλήματος είναι κατά κύριο λόγο ενήλικο και αρχίζει πλέον να αναπτύσσεται στα παιδιά.
Ειδικότερα, «το σπορ, επειδή εμφανίζεται αρκετά στα social media, έχει μεγάλη ζήτηση, ιδιαίτερα στους μεγαλύτερους ηλικιακά. Όταν έρχονται παιδάκια, είναι είτε γιατί οι γονείς θέλουν να τα βάλουν στην ίδια δραστηριότητα με εκείνους είτε γιατί γνωρίζουν το άθλημα και τους ενδιαφέρει να ξεκινήσουν».
Οι διαφορές που υπάρχουν στις προπονήσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών έχουν να κάνουν πάντα με το «ταίρι» που ανατίθεται στον καθένα. Επί της ουσίας, η προπόνηση αφορά άτομα με παρόμοιο σωματότυπο (κιλά κ.λπ.), αν είναι εφικτό και ίδιου φύλου, χωρίς αυτό να είναι απόλυτα δεσμευτικό. Σίγουρα όμως για την αποφυγή τραυματισμών συνίσταται παρόμοιο επίπεδο ανταγωνισμού και στόχων στην προπόνηση.
Αναφορικά με το γυναικείο κοινό του αθλήματος, ο Παναγιώτης αναφέρει ότι κάποιες φορές οι γυναίκες που δεν έχουν συνηθίσει τον αθλητισμό από μικρή ηλικία εκφράζουν στην αρχή δυσκολία να μπουν σε ένα σπορ με μεγάλο ποσοστό ανδρών, στο οποίο υπάρχει τόσο στενή επαφή με κάποιο άλλο άτομο ενδεχομένως άλλου φύλου ή πιο μεγάλου σωματότυπου.
Η αυτοάμυνα μέσω της εμπειρίας της προπόνησης
Σχετικά με το κομμάτι της αυτοάμυνας, «πολλοί άνθρωποι αναρωτιούνται αν η συγκεκριμένη πολεμική τέχνη είναι κατάλληλη για κάτι τέτοιο. Το ζήτημα της αυτοάμυνας εξαρτάται από την πρόθεση κάθε αθλητή. Αν προπονείσαι για να προετοιμάσεις τον εαυτό σου να αντιμετωπίσει δύσκολες συνθήκες, θα είσαι ενδεχομένως πιο ικανός από κάποιον που δεν είναι προσανατολισμένος σε αυτή την κατεύθυνση. Αν, πάλι, προπονείσαι για να κατέβεις σε αγώνες, θα είσαι έτοιμος να αγωνιστείς».
Το άθλημα προσφέρει, φυσικά, εφόδια για να μπορέσει να αμυνθεί κανείς σε περίπτωση κινδύνου, ωστόσο το πώς θα αντιδράσει έχει να κάνει με τις συνθήκες, διότι τέτοια περιστατικά σε πιάνουν εξαπίνης.
«Το κατά πόσο μπορεί η πολεμική τέχνη να προετοιμάσει κάποιον σε περίπτωση που του επιτεθεί στον δρόμο ένας μεγαλόσωμος τύπος που μάλλον το έχει ξανακάνει δεν μπορούμε να το απαντήσουμε, διότι δεν ξέρουμε σε τι κατάσταση θα είναι το συγκεκριμένο άτομο, πώς θα νιώθει εκείνη την ώρα, αν θα λειτουργήσει κ.λπ. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να προπονείται με όσο πιο ρεαλιστική αντίσταση γίνεται. Αν συμβεί, παρ’ όλα αυτά, και καταφέρει να αμυνθεί και να επιβιώσει με όσα έχει μάθει, θα είναι καλύτερα προετοιμασμένο για την επόμενη φορά, θα έχει μια εμπειρία σε μια τέτοια κατάσταση, θα έχει κατανοήσει καλύτερα τι πρέπει να προσέξει για να προστατευτεί πιο αποτελεσματικά. Η προπόνηση, όπως και η ψυχολογία, η σωματική κατάσταση και οι συνθήκες, συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό, όμως η γνώση για το πώς πρέπει να αντιδράσεις έρχεται αφού αποκτήσεις την εμπειρία».
Σύμφωνα με τον Παναγιώτη, «αν το δούμε λογικά, ναι, ένας άνθρωπος που μαθαίνει μια πολεμική τέχνη και προπονείται ρεαλιστικά θα είναι πιο ικανός να αντεπεξέλθει σε μια τέτοια περίπτωση από κάποιον που δεν το έχει κάνει. Το αν είναι έτοιμος δεν το ξέρει κανείς. Είσαι έτοιμος όσο το εξασκείς και αποκτάς βιώματα κοντά στην περίσταση που καλείσαι να αντιμετωπίσεις. Ένα μαχητικό σπορ σε αναγκάζει να λειτουργήσεις κάτω από συνθήκες άγχους και μετριασμένου κινδύνου, πολύ κοντά στη συνθήκη της αυτοάμυνας».
Μάλιστα, τονίζει ότι ένας αθλητής που προπονείται και έχει αγωνιστεί αρκετές φορές, καταφέρνει να διαχειριστεί το άγχος του μέσα στους αγώνες και μπορεί να λειτουργήσει φυσιολογικά είναι πιο ικανός να αντιμετωπίσει μια απρόσμενη κατάσταση.
Ο Παναγιώτης συνιστά σε όποιον θέλει να ξεκινήσει να κάνει μια καλή έρευνα στα προπονητικά κέντρα, ώστε να μπορέσει να βρει αυτό που του ταιριάζει. Χρήσιμο είναι να κάνει εισαγωγικά μαθήματα σε περισσότερες σχολές, όχι μόνο σε μία, για να δει ποιο περιβάλλον και τι είδους προπόνηση του ταιριάζει.
Μια εκπληκτική άνοδος
Καθώς το κοινό του βραζιλιάνικου Ζίου Ζίτσου αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς το τελευταίο διάστημα, αναγκαίες είναι στην Ελλάδα οι αλλαγές που θα βοηθήσουν το άθλημα να ανθήσει ανεμπόδιστα.
«Πιστεύω ότι αυτοί που βγάζουν τους κανόνες ή νόμους για τους χώρους θα πρέπει να δουν αν αυτοί μπορούν να εφαρμοστούν. Δηλαδή, μπορεί να λέμε ότι χρειάζονται συγκεκριμένες προδιαγραφές, αλλά πρέπει να σκεφτούμε πού υπάρχουν τέτοιοι χώροι. Μπορεί ή να προνοήσει το κράτος να παραχωρήσει τα γυμναστήρια που ήδη έχει ή να αλλάξει τους κανόνες. Για το ίδιο το άθλημα, απαραίτητο είναι οι προπονητές να ασχολούνται με την προσωπική τους βελτίωση και να ενημερώνονται σχετικά με την προπονητική, την παιδαγωγική και την ψυχολογία των αθλητών λίγο περισσότερο, όχι μόνο σχετικά με την τέχνη τους», λέει ο Παναγιώτης.
«Όταν εγώ ήμουν στο πρώτο πανελλήνιο το 2010, ήταν 70-80 άτομα όλο το πρωτάθλημα. Τώρα έχουμε φτάσει τα 1.000-1.100», συνεχίζει.
Αναφορικά με τις περιπτώσεις τραυματισμών, στο βραζιλιάνικο Ζίου Ζίτσου είναι χαμηλό το ποσοστό.
«Έχει να κάνει με το πόσο εσύ εξωθείς τον εαυτό σου στα όρια. Ας πούμε, αν κάνει κανείς snowboard στην πίστα που ταιριάζει με το επίπεδό του και έχει τον σωστό εξοπλισμό, δεν είναι επικίνδυνο. Αν αρχίσεις να βγαίνεις εκτός πίστας και να κάνεις τρέλες, τότε γίνεται επικίνδυνο. Το ίδιο και στο βραζιλιάνικο Ζίου Ζίτσου. Το να χτυπήσεις, αφού είναι μια σωματική προπόνηση σε μαχητικό άθλημα πλήρους επαφής, είναι κάτι που μπορεί να συμβεί. Αλλά δεν είναι άθλημα που προκαλεί τραυματισμούς. Αυτό εξαρτάται και από τον χώρο της προπόνησης και από τους περιορισμούς που θέτει ο προπονητής αλλά και ο ίδιος ο μαθητευόμενος».
«Το άθλημα μου προσφέρει ηρεμία και ισορροπία»
«Σίγουρα με έχει βοηθήσει σωματικά και ψυχικά. Ξεκίνησα πριν από δύο χρόνια, χωρίς αντοχές και δίχως το κατάλληλο σώμα γι’ αυτές τις προπονήσεις. Είχα κάνει δυόμισι χρόνια κικ μπόξινγκ, αλλά δεν έχει καμία σχέση με τη συγκεκριμένη πολεμική τέχνη», λέει η Μαρία Παντελαίου.
«Είχα βρει ένα άρθρο για το πώς μπορεί μια γυναίκα να υπερασπιστεί τον εαυτό της σε μια δύσκολη κατάσταση. Η πρώτη στάση που μαθαίνουμε στο άθλημα είναι η guard, που ουσιαστικά είσαι στο πάτωμα και από πάνω σου είναι το άλλο άτομο. Όταν, λοιπόν, ξεκίνησα, κατάλαβα ότι εμένα αυτό, αν συμβεί κάτι αύριο-μεθαύριο, θα με βοηθήσει. Προφανώς όχι όταν έχω εμπειρία 2-3 μηνών, αλλά με περισσότερη προπόνηση. Μου δίνει μια σιγουριά ότι αυτό που κάνω πλέον το γνωρίζω. Ξέρω τι μπορώ να κάνω», συμπληρώνει.
«Πολλές φορές μιλάμε για περιπτώσεις που ο επιτιθέμενος δεν περιμένει ότι το θύμα του γνωρίζει κάποια πολεμική τέχνη αλλά ότι θα τρομοκρατηθεί. Φυσικά, δεν λέμε ότι εκείνη την ώρα είναι σίγουρο ότι θα αντιδράσεις όπως πρέπει, μπορεί να “κλειδώσεις”. Αλλά όταν βάζεις το σώμα σου συχνά σε διαδικασία “επιβίωσης”, μπορεί να αντιδράσει αντανακλαστικά σε μια δύσκολη περίσταση. Αυτή ήταν μία από τις σκέψεις που με έκαναν να ξεκινήσω το συγκεκριμένο άθλημα».
Η Μαρία τονίζει ότι, ξεκινώντας, πίστευε πως λόγω ηλικίας δεν θα μπορέσει να κατέβει σε αγώνες, κι όμως τους επόμενους μήνες πρόκειται να κάνει ακριβώς αυτό. «Μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια, με τις προπονήσεις και τις συζητήσεις που έχουμε κάνει με τον Παναγιώτη, καταλαβαίνω ότι με έχει αλλάξει πολύ το Ζίου Ζίτσου».
Όπως δηλώνει, «με έχει κάνει να σκέφτομαι πιο λογικά, σίγουρα πιο ψύχραιμα, να έχω μια στρατηγική στη ζωή μου που δεν είχα, να θέτω όρια που δεν έβαζα. Είναι ένα άθλημα που όταν είσαι στο τατάμι, θέλοντας και μη, σε αναγκάζει να τα κάνεις όλα αυτά ταυτόχρονα. Σε αναγκάζει να σκέφτεσαι “τώρα τι πρέπει να κάνω;”, πράγμα που άθελά σου σού βγαίνει και στην καθημερινότητα, με διάφορους τρόπους».
Το άθλημα δεν τη βοήθησε να αλλάξει μόνο τρόπο σκέψης, αλλά και το ίδιο της το σώμα. «Ξαφνικά, μέσα σε δύο χρόνια βλέπεις το σώμα σου να αλλάζει, χωρίς όμως να κουράζεσαι. Δηλαδή κουράζεσαι, αλλά δεν το καταλαβαίνεις γιατί το ευχαριστιέσαι. Ξεκίνησα στα 30 μου να κάνω jiu jitsu και μέσα σε δύο χρόνια μόνο καλό μού έχει κάνει».
Για τα ατυχήματα η ίδια αναφέρει ότι «δεν θα χτυπήσεις, εκτός κι αν το επιτρέψεις. Έχω κάνει τρομερές βλακείες, όμως δεν χτύπησα ποτέ μου λόγω της τεχνικής. Οι μικροτραυματισμοί μου ήταν όλοι δικό μου λάθος. Εκεί καταλαβαίνεις ότι αυτό το άθλημα, αν προσέχεις, δεν θα σε τραυματίσει, ούτε κι εσύ θα τραυματίσεις τον άλλον».
«Λέω σε όλους να ξεκινήσουν Ζίου Ζίτσου. Για τα παιδιά είναι πάρα πολύ καλό γιατί τους προσφέρει την αυτοπεποίθηση να στέκονται σε έναν χώρο, τους δίνει μια άλλη ασφάλεια. Έρχομαι μετά τη δουλειά και κάνω μία ώρα προπόνηση. Είμαστε και καλή παρέα, κάνουμε κάτι το οποίο έχει αξία. Όταν γυρνάω στο σπίτι μου, ξέρω ότι πέρασα παραγωγικά την ώρα μου και ότι έχω κάνει κάτι σημαντικό για μένα. Να το ξεκινήσουν σίγουρα οι γυναίκες, όχι μόνο για αυτοάμυνα. Είναι πολλά τα οφέλη, κυρίως ηρεμία και ισορροπία», καταλήγει η Μαρία.