Στις 3 και 4 Απριλίου, ο βιομηχανικός χώρος του Onassis Ready στου Ρέντη θα φιλοξενήσει για δεύτερη φορά το μακροβιότερο φεστιβάλ της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση. Το Borderline δεν είναι απλά μια συναυλία. Στόχος του είναι να αποτελέσει μια πολυαισθητηριακή εμπειρία όπου το φως και το σώμα αλληλεπιδρούν συνεχώς με τη μουσική και τους αλλόκοτους ήχους.
Από το ξεκίνημά του αντιμετώπισε τη μουσική ως μια διαρκώς εξελισσόμενη μορφή τέχνης. Από τις απαρχές της τέκνο μέχρι την ατμοσφαιρική ψυχεδέλεια και τις σύγχρονες αβανγκάρντ προσεγγίσεις, το φετινό line-up επεκτείνεται πέρα από εποχές και ηχητικές κατευθύνσεις, αναδεικνύοντας τη ζωντάνια και την ποικιλομορφία της σύγχρονης αθηναϊκής σκηνής, φέρνοντάς τη σε άμεσο διάλογο με τις διεθνείς τάσεις. Από τις δυο σκηνές του θα περάσουν 25 ονόματα του διεθνούς και εγχώριου μουσικού στερεώματος, μοναδικά πρότζεκτ και οπτικοακουστικές παραγωγές σχεδιασμένες ειδικά για το φεστιβάλ.
Το Borderline δεν είναι απλά μια συναυλία. Στόχος του είναι να αποτελέσει μια πολυαισθητηριακή εμπειρία όπου το φως και το σώμα αλληλεπιδρούν συνεχώς με τη μουσική και τους αλλόκοτους ήχους.
Καλλιτέχνες από την Αθήνα συναντούν σημαντικούς και ανερχόμενους δημιουργούς από διαφορετικά σημεία του κόσμου, φέρνοντας μαζί τις προσωπικές τους αφηγήσεις, πολιτισμικές αναφορές και πειραματικές πρακτικές. Από την επιβλητική παρουσία του Jeff Mills και την ηλεκτρονική κληρονομιά των Sabres of Paradise μέχρι τους πιο μοντέρνους ήχους του Ben UFO, το φεστιβάλ συνθέτει ένα υβριδικό πρόγραμμα που κινείται ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και –γιατί όχι;– το μέλλον.
Ξεχωρίζει το σχήμα Takkak Takkak, ένα πρότζεκτ που συνδυάζει πολυρυθμίες και ambient υφές με έναν σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Ο J Spaceman (aka Jason Pierce) μαζί με τον John Coxon ζωντανεύουν ξανά στην Αθήνα ένα ιδιαίτερο πρότζεκτ που παρουσίασαν για πρώτη φορά στην Barbican Gallery το 2015. Η οπτικοακουστική περφόρμανς του 25AV ενισχύει τον πειραματικό χαρακτήρα της διοργάνωσης και καινοτόμοι δημιουργοί όπως η aya εξερευνούν ζητήματα ταυτότητας και εμπειρίας μέσα από ριζοσπαστικές μουσικές φόρμες, ενώ ο Afrorack παρουσιάζει το πρωτότυπο DIY modular συνθεσάιζερ του για πρώτη φορά στην Αθήνα. Από την άλλη, η Lucia Nijdam, η Margarita Maximova και ο Artun Alaska Arasli, τρεις καλλιτέχνες με έδρα το Άμστερνταμ που κινούνται στο πεδίο της σύγχρονης οπτικοακουστικής και διεπιστημονικής δημιουργίας, θα εξετάσουν μέσα από την κοινή περφόρμανς τους τη σχέση εικόνας, ήχου, γλώσσας και μνήμης.
Παράλληλα, η εγχώρια σκηνή εκπροσωπείται από δημιουργούς που κινούνται από τον ηλεκτροακουστικό πειραματισμό μέχρι το clubbing, από τον Πάνο Αλεξιάδη και τις ηχογραφήσεις πεδίου σε συνδυασμό με synth υφές του Σάββα Μεταξά, σε συνεργασία με τον Kevin Peter He, μέχρι τις πιο χορευτικές κατευθύνσεις του mint++, που ισορροπεί ανάμεσα σε house, disco και indie-dance. Την ίδια στιγμή, οι πολυσυλλεκτικές επιλογές του Chris OD συναντούν το ποστ πανκ των Victory Collapse. Στο clubbing κομμάτι συμμετέχει ο ανερχόμενος Poor J’Darr σε ένα b2b σετ με την επίσης ανερχόμενη pink.wav, ενώ οι DJ NOT I και newt θα κινηθούν ανάμεσα σε τέκνο, jungle, footwork και πιο πειραματικές φόρμες.
Ακολουθούν η Σοφία Στεργίου, οι Black Athena, io, και η POLYXENE – ο καθένας με τον δικό του τρόπο θα συμβάλει στη δημιουργία ενός πολυδιάστατου μουσικού τοπίου.
Do not miss:
Jeff Mills
Η βασική ατραξιόν του φεστιβάλ είναι αναμφίβολα ο Jeff Mills, μια εμβληματική μορφή της τέκνo που συνεχίζει να επηρεάζει καθοριστικά τον ήχο της σύγχρονης ηλεκτρονικής μουσικής. Από τους σημαντικότερους εκφραστές της χορευτικής σκηνής του Ντιτρόιτ, ξεκίνησε τη διαδρομή του ως ραδιοφωνικός DJ τη δεκαετία του ’80, αποκτώντας γρήγορα φήμη χάρη στην ταχύτητα και στα υψηλής ακρίβειας μιξαρίσματά του. Ως ιδρυτικό μέλος των Underground Resistance μαζί με τον «Mad» Mike Banks (Parliament), ο Mills συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας πολιτικοποιημένης και φουτουριστικής εκδοχής της τέκνo που έθετε στο επίκεντρο την ανεξαρτησία και την καλλιτεχνική αυτονομία. Ωστόσο, η σόλο πορεία του ήταν εκείνη που τον καθιέρωσε διεθνώς, μέσα από έναν ήχο που συνδυάζει τον μινιμαλισμό, τις αφηρημένες δομές και την κινηματογραφική αίσθηση.
Στα σετ του, συχνά χρησιμοποιεί τρία πικάπ ταυτόχρονα, δημιουργώντας ένα πυκνό, σχεδόν υπνωτιστικό ηχητικό περιβάλλον, όπου η επανάληψη μετατρέπεται σε εμπειρία. Παράλληλα, η βαθιά του σύνδεση με την επιστημονική φαντασία διαπερνά όλο το έργο του, κάνοντας τη μουσική του να μοιάζει με ηχητική απεικόνιση του Διαστήματος και του μέλλοντος. Το 1992 ίδρυσε τη δισκογραφική Axis, ενσωματώνοντας σε αυτήν μια φιλοσοφία εμπνευσμένη από την κοσμική τάξη και την κίνηση του ήλιου. Πέρα από τα κλαμπ, έχει επεκτείνει τη δράση του στον κινηματογράφο και στα οπτικοακουστικά έργα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Exhibitionist», όπου αποτυπώνει σε πραγματικό χρόνο τη δεξιοτεχνία του πάνω στα decks αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μιξάρει.
Σε μια συνεχή αναζήτηση νέων μορφών έκφρασης, ο Mills παραμένει μια πρωτοποριακή δύναμη, γεφυρώνοντας το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ηλεκτρονικής μουσικής, μια σταθερή πηγή έμπνευσης για γενιές δημιουργών. (4/4, Basement)
Ben UFO
Ανάμεσα στους πιο καταξιωμένους DJs της τελευταίας πενταετίας, ο Ben UFO –κατά κόσμον Ben Thomson– έχει διαγράψει μια πορεία που ξεκινά από τα πειρατικά ραδιόφωνα του Λονδίνου και φτάνει μέχρι τις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου. Με βαθιές ρίζες στη rave κουλτούρα, αναδείχθηκε μέσα από τη βρετανική dubstep σκηνή των mid-’00s, για να εξελιχθεί σε μια από τις πιο ξεχωριστές περιπτώσεις καλλιτεχνών που κέρδισαν διεθνή αναγνώριση αποκλειστικά μέσω του DJing, χωρίς να βασιστούν στη μουσική παραγωγή.
Η δύναμή του βρίσκεται στην επιμέλεια και στη σπάνια ικανότητά του να συνδέει διαφορετικά ηχητικά σύμπαντα. Στα σετ του, η house και η τέκνo συναντούν το μπάσο, δημιουργώντας αφηγήσεις που είναι ταυτόχρονα μελετημένες και αυθόρμητες. Η ροή των σετ του είναι αβίαστη, με μεταβάσεις που ισορροπούν μεταξύ έντασης και έκπληξης, κρατώντας το dancefloor σε διαρκή εγρήγορση.
Καθοριστικό ρόλο στην καριέρα του έπαιξε και το γεγονός ότι ίδρυσε τη Hessle Audio το 2007 μαζί με τους Pearson Sound και Pangaea. Το label αυτό συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση ενός σύγχρονου κλαμπ ήχου, δίνοντας χώρο σε καλλιτέχνες όπως ο James Blake και ο Blawan, και λειτουργώντας ως πλατφόρμα για νέες ιδέες και κατευθύνσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ben UFO, όπως έχει ειπωθεί, καταφέρνει να κάνει καθετί πειραματικό να ακούγεται άμεσο και προσιτό. Παραμένοντας σταθερά headliner σε κορυφαία κλαμπ και φεστιβάλ, συνεχίζει να γεφυρώνει την underground κουλτούρα με τους σύγχρονους ήχους που κυριαρχούν διεθνώς. (3/4, Basement)
Aya w/ MFO
Η συνάντηση της aya με τον MFO στο Borderline 2026 διαμορφώνει ένα οπτικοακουστικό έργο που ξεπερνά τα όρια μιας τυπικής live εμφάνισης. Πρόκειται για ένα immersive AV show όπου ο ήχος και η εικόνα λειτουργούν ως ενιαίο σώμα, δημιουργώντας μια εμπειρία έντονα σωματική και ψυχολογική.
Η aya, μία από τις πιο ριζοσπαστικές φωνές της σύγχρονης ηλεκτρονικής σκηνής, προσεγγίζει τη μουσική ως μέσο συνεχούς μεταμόρφωσης. Το έργο της αντλεί από τη rave κουλτούρα, το deconstructed club και τη hyperpop, μετατρέποντας τις προσωπικές εμπειρίες, τη μνήμη και το τραύμα σε ωμά, σχεδόν βίαια ηχοτοπία. Οι συνθέσεις της κινούνται ανάμεσα σε σπασμένους ρυθμούς, παραμορφωμένα φωνητικά και στιγμές εύθραυστης μελωδίας, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που ταλαντεύεται ανάμεσα στην ένταση και την ευαλωτότητα.
Από την άλλη, ο MFO (Marcel Weber), με πολυετή εμπειρία στον σχεδιασμό φωτός και visuals, ενισχύει αυτήν τη συναισθηματική ένταση μέσα από μια σκηνική γλώσσα που εξερευνά την αντίληψη, τη μνήμη και την ταυτότητα. Έχοντας συνεργαστεί με κορυφαίους καλλιτέχνες της πειραματικής μουσικής (Αisha Devi, Ben Frost, Caterina Barbieri, και Tim Hecker), μετατρέπει τον χώρο σε ένα δυναμικό πεδίο όπου το φως και η εικόνα επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται ο ήχος.
Μαζί δημιουργούν ένα έργο που ισορροπεί μεταξύ χάους και ελέγχου, προκαλώντας τον θεατή να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με το σώμα, τον ήχο και την ίδια την πραγματικότητα και απαιτώντας την απόλυτη προσοχή του. (3/4, Basement)
J Spaceman & John Coxon
Η ταινία Stranded in Canton αποτελεί ένα υπνωτιστικό και σκληρό πορτρέτο του Μέμφις της δεκαετίας του ’70. Γυρισμένη σε ασπρόμαυρο βίντεο, μέσα σε μπαρ, δρόμους και ιδιωτικούς χώρους, καταγράφει μια κοινότητα ανθρώπων που ζει στο περιθώριο. To 1973, ο διάσημος φωτογράφος William Eggleston αγόρασε δυο κάμερες και άρχισε να κινηματογραφεί φίλους, καλλιτέχνες, αλκοολικούς και εξωφρενικούς χαρακτήρες που περιπλανιούνται τη νύχτα, σε στιγμές χαλαρότητας και ανεπιτήδευτης καθημερινότητας. Η κάμερα δεν λειτουργεί ως παρατηρητής από απόσταση, αλλά ως μέρος του ίδιου του περιβάλλοντος που αποτυπώνει, δημιουργώντας μια αίσθηση οικειότητας και ακατέργαστης αλήθειας.
Πάνω σε αυτό το υλικό έρχεται να «κουμπώσει» το Music for William Eggleston’s Stranded in Canton, ένα ιδιαίτερο μουσικό έργο στο οποίο ο Jason Pierce (J Spaceman, Spiritualized) συναντά τον συνεργάτη του στους Spiritualized και αβανγκάρντ κιθαρίστα John Coxon. Το πρότζεκτ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2015 στην Barbican Gallery, όπου έπαιξαν ζωντανά ένα ορχηστρικό σάουντρακ συνοδεύοντας την προβολή της ταινίας. Η ηχογράφηση αυτής της βραδιάς παρέμεινε για χρόνια ανέκδοτη, μέχρι που κυκλοφόρησε επίσημα τον Νοέμβριο του 2024.
Η μουσική τους δεν επιχειρεί να ντύσει απλώς την εικόνα αλλά να πάει και πέρα από αυτήν. Μέσα από ατμοσφαιρικά, ψυχεδελικά drones, αργές, υπαρξιακές κορυφώσεις και αυτοσχεδιαστικά riffs, δημιουργείται ένα ηχητικό περιβάλλον που συνομιλεί με τον περασμένο, σχεδόν μυθικό κόσμο του φιλμ, και την αίσθηση αποξένωσης και παρακμής που αποπνέει. Πρόκειται για ένα πρότζεκτ που δεν αναπαράγει απλώς το παρελθόν, αλλά το επανενεργοποιεί και το φέρνει στο παρόν με έναν συναισθηματισμό που παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρος. (3/4, Ground Level)
Afrorack
Από τον μάγο του clubbing σε ένα μάγο των συνθεσάιζερ. «Afrorack» ονομάζεται το μουσικό πρότζεκτ αλλά και το συνθεσάιζερ που κατασκεύασε ο Brian Bamanya. Με καταγωγή από την Ουγκάντα, έγινε ευρύτερα γνωστός ως ένας από τους πρώτους καλλιτέχνες στην Αφρική που κατασκεύασαν το δικό τους modular synthesizer, ένα πολύπλοκο σύστημα από αυτοσχέδια modules και FX units. Ασχολήθηκε με τη δημιουργία του από ανάγκη, καθώς η σχετική τεχνολογία ήταν δύσκολα προσβάσιμη και ιδιαίτερα ακριβή στη χώρα του. Έτσι, αξιοποιώντας τοπικά εργαστήρια που επισκεύαζαν υπολογιστές και αντλώντας πληροφορίες από το διαδίκτυο, κατάφερε να χτίσει με μηδαμινά μέσα ένα πλήρως λειτουργικό και μοναδικό όργανο στο είδος του. Το Afrorack δεν είναι απλό DIY ηχοσύστημα, έχει ένα set up που συνδυάζει με άνεση την τέκνo και το house με τις πολυρυθμίες της Ανατολικής Αφρικής, δημιουργώντας έναν ιδιαίτερο μεταλλικό και acid ήχο με έντονα αυτοσχεδιαστικά στοιχεία.
Οι συχνά εκρηκτικές ζωντανές του εμφανίσεις χαρακτηρίζονται «ως υπέροχα παράξενα ηχητικά ταξίδια που παρασύρουν το κοινό προς άγνωστες και απρόβλεπτες κατευθύνσεις». (3/4, Basement)
The Sabres of Paradise
Οι Sabres of Paradise, το θρυλικό σχήμα που ίδρυσε ο Andrew Weatherall μαζί με τους Jagz Kooner και Gary Burns στο Λονδίνο το 1992, συγκαταλέγονται δικαίως ανάμεσα στις πιο επιδραστικές δυνάμεις της βρετανικής ηλεκτρονικής σκηνής. Με έναν τολμηρά πειραματικό ήχο, κατάφεραν να συγχωνεύσουν τέκνο, dub και ambient, δημιουργώντας μια σκοτεινή, κινηματογραφική αισθητική που ξεχώρισε αμέσως. Η δράση τους συνδέθηκε στενά με την underground rave κουλτούρα και τα εμβληματικά sabresonic parties. Το ντεμπούτο τους, «Sabresonic» (1993), καθιέρωσε τη φήμη τους, ενώ το κορυφαίο «Haunted Dancehall» (1994) θεωρείται μέχρι σήμερα ένα από τα πιο σημαντικά άλμπουμ της ηλεκτρονικής μουσικής. Το «Sabresonic II» που κυκλοφόρησε το 1995 αποτέλεσε την τελευταία τους κυκλοφορία πριν από τη διάλυσή τους την ίδια χρονιά.
Παρά τη σύντομη πορεία τους, το αποτύπωμά τους παραμένει έντονο. Το 2024 ανακοινώθηκε η επανένωσή τους, ως φόρος τιμής στον Andrew Weatherall που έφυγε από τη ζωή πριν από τέσσερα χρόνια, σηματοδοτώντας την επιστροφή ενός ιστορικού ονόματος στη σύγχρονη σκηνή. (4/4, Basement)
Takkak Takkak
Ένα νέο μουσικό πρότζεκτ από το μουσικό ντουέτο των Shigeru Ishihara και J. Mo’ong Santoso Pribadi, δύο καλλιτεχνών με έντονα προσωπικές διαδρομές στην πειραματική μουσική. Ο πρώτος, γνωστός και ως DJ Scotch Egg ή Scotch Rolex, και ο δεύτερος ως μέλος των Raja Kirik συναντιούνται σε ένα κοινό ηχητικό πεδίο, όπου οι διαφορετικοί τους κόσμοι συγχωνεύονται με εκρηκτικό τρόπο.
Το όνομα του πρότζεκτ αντλεί έμπνευση από τις ονομασίες των κρουστών και των φωνητικών ρυθμών που διαπερνούν πολλούς ασιατικούς πολιτισμούς, αντικατοπτρίζοντας την αγάπη τους για τις πολυρυθμίες και την ένταση. Το αποτέλεσμα χαρακτηρίζεται ως εκστατικό. Η μουσική τους συνδυάζει τα βαριά μπάσα, τις απρόσμενες κραυγές και μια ωμή ενέργεια, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί μια παιχνιδιάρικη και χιουμοριστική διάθεση.
Πάνω στη σκηνή χρησιμοποιούν αυτοσχέδια ηλεκτρονικά όργανα, φτιαγμένα από οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς, ενώ φλερτάρουν τόσο με το παραδοσιακό όσο και με το σύγχρονο, δημιουργώντας έναν ήχο χωρίς σαφή γεωγραφικά όρια, που μοιάζει οικείος αλλά ταυτόχρονα πρωτόγνωρος. (4/4, Basement)