ΤΟ ΙΡΛΑΝΔΙΚΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ στη σύγχρονη λογοτεχνική σκηνή επιβεβαιώνει την παράδοση ενός τόπου που έχει τιμήσει δεόντως την ποίηση και την αλληγορία, που ξέρει να μετατρέπει τα ιστορικά τραύματα σε υψηλή έκφραση και μεταφορική σκέψη. Ειδικά οι σύγχρονοι Ιρλανδοί συγγραφείς δείχνουν να παίρνουν με τον ιδανικότερο τρόπο τη σκυτάλη από τους σπουδαίους λογοτέχνες και ποιητές που αφουγκράστηκαν την τραγική σύλληψη της ανθρώπινης υπόστασης και την έκαναν κτήμα της: από τον Όσιν Φέιγκαν και την Όντρεϊ Μαγκί έως τον Κολμ Τόιμπιν και τη Σάλι Ρούνεϊ, είναι ατελείωτη η λίστα με τους Ιρλανδούς συγγραφείς που ξέρουν να διαμορφώνουν τα νέα δεδομένα της αφήγησης, προσαρμόζοντάς τα στις ανάγκες της σύγχρονης εμπειρίας. Ωστόσο, μια ιδιότυπη περίπτωση που υπερβαίνει την ιρλανδική συνθήκη, παρότι έχει μιλήσει για τις πιο ακραίες εκφάνσεις της, όπως είναι ο Μεγάλος Λιμός (στο βιβλίο του «Grace»), είναι ο 49χρονος Πολ Λιντς, που επιστρέφει στον κανόνα του 19ου αιώνα για να εκμοντερνίσει τα όπλα του.
Παραμένοντας πιστός στην υπαρξιακή αναζήτηση που διέπει τη ραχοκοκαλιά των μεγάλων μυθιστορημάτων, αλλά τρέφοντας παράλληλα μεγάλο σεβασμό στους χαρακτήρες, έχει δώσει άλλη πνοή στο σύγχρονο μυθιστόρημα, εισάγοντας νέα αφηγηματικά εργαλεία (ενδιάμεσα φλασμπάκ, κινηματογραφικές σεκάνς, εγκιβωτισμένα στην αφήγηση πλάνα). Η δράση είναι, επίσης, έντονη στις ως επί το πλείστον καταιγιστικές –λόγω των αδυσώπητων συμφορών που ενσκήπτουν στις σελίδες του– περιγραφές, αν και αυτό που τον ενδιαφέρει είναι το λαμπρό φως που παράγει η αιώνια σύγκρουση μεταξύ των ανθρώπων και των δαιμόνων τους: αυτές οι τρομακτικές σκηνές που χαρακτηρίζουν τα σύμπαντα του Σαίξπηρ και το στεντόρειο τραγούδι του προφήτη –για να παραφράσουμε τον τίτλο του προηγούμενου βιβλίου του, «Το τραγούδι του προφήτη»– που είναι τελικά ο συγγραφέας, ο οποίος έρχεται για να μας αποκαλύψει το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής. Σαν να του αρέσει του Λιντς, όπως σε όλους τους μεγάλους λογοτέχνες, να περιφέρεται ανάμεσα στους πονεμένους και τους ψυχικά ατελείς – ενδεχομένως αυτοί έχουν δικό τους μερτικό στην πάντοτε αδύνατη, επί γης, σωτηρία.
Το «Πιο πέρα από τη θάλασσα» δεν μιλάει μόνο για δύο σώματα που παλεύουν να επιβιώσουν αλλά και για μια ολόκληρη εποχή που έχει μάθει να ζει στα όρια, για κοινωνίες που –όπως συμβαίνει σήμερα– προσποιούνται ότι όλα είναι υπό έλεγχο.
Απόδειξη η μάχη που δίνουν με όλα τα στοιχεία της φύσης και της μοίρας οι δύο πρωταγωνιστές του βιβλίου του, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg με τον τίτλο Πιο πέρα από τη θάλασσα, ο κυνικός και έμπειρος άνθρωπος του μόχθου και της ζωής, Μπολίβαρ, ο οποίος, για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα, αποφασίζει, παρά τις προειδοποιήσεις, να βγει με τη βάρκα του στα άγρια νερά του Ειρηνικού, και ο νεαρός και άπειρος Χέκτορ που παίρνει μαζί του για βοηθό. Πρόκειται για ένα ασυμβίβαστο δίδυμο, που σύντομα θα μπλεχτεί στα δίχτυα της μοίρας, στις ακραίες συνθήκες μιας τρικυμίας που τους συγκλονίζει, τους μεταμορφώνει και τους πετάει στο μεταίχμιο μεταξύ ζωής και θανάτου. Πολύ γρήγορα, οι δυσκολίες που θα προκύψουν από την καθημερινή μάχη της επιβίωσης στη μέση του Ειρηνικού θα φέρουν στο φως τις διαφορετικές κοσμοθεωρίες των δύο τραγικών πρωταγωνιστών: από τη μια την πίστη στο μεταφυσικό στοιχείο, τον Θεό και τον έρωτα, που διακρίνει τον νεαρό Χέκτορ, και από την άλλη την αδιαφορία για τον κόσμο της στεριάς και την περιφρόνηση για οτιδήποτε θα μπορούσε να καταστήσει κάποιον πιο ανθρώπινο, που χαρακτηρίζει τον Μπολίβαρ. Ωστόσο, ακόμα και γι’ αυτόν τον δεύτερο, μέχρι να τον κυριεύσει η απόλυτη τρέλα που θα αφανίσει οποιοδήποτε ανθρώπινο στοιχείο μέσα του, υπάρχει αυτό το ενδιάμεσο που κάνει τη θάλασσα το απόλυτο μέτρο των πραγμάτων, το μέρος όπου για πρώτη φορά θα συνειδητοποιήσει πως «όλα έχουν φύγει, το βάρος που κουβαλάς στην καρδιά. Ο πόθος του κορμιού για τη γυναίκα. Ο πόνος και τα βάσανα της ζωής. Φέρνει στον νου του όλους τους χαμένους στη θάλασσα. Όσους ήξερε, όσους είχε ακουστά. Τον Λεπτό Μάρτιο και τον Φρανσίσκο τον Γάτο. Τον Λουίς Φερνάντεθ, τον Μανουέλα τον Λαγώχειλο και τον Γέρο Φρανκ. Τους πατεράδες και τους πατεράδες των πατεράδων τους. Μπορεί τελικά να μη χάθηκαν ποτέ. Μπορεί. Ίσως να συνέχισαν να ζουν έτσι, σε ακυβέρνητα πλεούμενα, χρόνια ολόκληρα, αρμενίζοντας ξυλάρμενοι ως τα βαθιά τους γεράματα, αρμενίζοντας όλο και πιο βαθιά στη θάλασσα – αλλά ζωντανοί, ζώντας απλά, ζώντας με ψάρια και βρόχινο νερό. Μπορεί να ’ναι έτσι. Μπορεί να ’ναι ακόμη ζωντανοί».
Μτφρ.: Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Gutenberg
Αυτός ο ενδιάμεσος χώρος, το επίγειο λίμπο όπου κατοικούν ως ζωντανοί νεκροί, είναι το προνομιακό πεδίο όπου ο συγγραφέας στήνει τη μαγική, όσον αφορά την αφηγηματική της δύναμη, επικράτειά του, στηριζόμενος στη μεγάλη παράδοση των βιβλίων της θάλασσας και του υγρού στοιχείου: από το εξίσου υπαρξιακό και μεστό σε φιλοσοφικά νοήματα «Μόμπι Ντικ» μέχρι το συναρπαστικό «Ο γέρος και η θάλασσα» ή την καθ’ ομολογία δική του αγαπημένη «Καρδιά του σκότους». Γνωρίζοντας καλά, από τον ναυτικό πατέρα του, ότι η θάλασσα είναι το απόλυτο μέτρο των πραγμάτων, ο Λιντς φέρνει αντιμέτωπους με αυτήν τους χαρακτήρες και τα νοήματα. Δεν οικειοποιείται, ωστόσο, τις άπειρες αφορμές που του δίνει το υγρό στοιχείο για να αναδείξει το στοιχείο της περιπέτειας, όπως ο Χέμινγουεϊ, αλλά τα μεγάλα νοήματα, μένοντας πιστός στα βήματα των μεγάλων τραγικών, καθώς αυτοί προσπερνούν τις αδιάφορες λεπτομέρειες της σύμπτωσης και τις ανούσιες λεπτομέρειες της εξωτερικής δράσης. Εξού και ότι βαδίζει προς τα σκοτάδια στα οποία σε βυθίζει η ανθρώπινη σύγκρουση, χωρίς να φοβάται καθώς βλέπει τι σημαίνει ο άνθρωπος που στη μάχη της επιβίωσης αναγκαστικά απεκδύεται τα τελευταία κομμάτια της ανθρώπινης υπόστασης: το κάνει στο «Grace» και στο «Τραγούδι του Προφήτη», το επαναλαμβάνει τώρα και στο «Πιο πέρα από τη θάλασσα».
Γι’ αυτό, αρκετές σκηνές από το «Πιο πέρα από τη θάλασσα» παραπέμπουν στις ύστατες στιγμές του τρόμου που νιώθουν όχι μόνο οι ήρωες του Κόνραντ όταν αντικρίζουν την επίγεια κόλαση αλλά και οι απανθρωποποιημένοι έγκλειστοι στα στρατόπεδα του Άουσβιτς στο «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Πρίμο Λέβι. Ο κόσμος όπου παλεύουν για τη ζωή τους οι δύο πρωταγωνιστές –άλλοτε ως εχθροί, κατόπιν ως φίλοι και στο τέλος ως απόλυτοι εχθροί, λόγω της πιο αποτρόπαιας κατάληξης που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια μάχη– είναι ένας κόσμος χωρίς σαφή όρια, γεωγραφικά, ηθικά ή ψυχικά. Ως εκ τούτου, αυτή η ιστορία επιβίωσης μετατρέπεται σε μια παραβολή για τα όρια της ανθρώπινης φύσης, για τον σύγχρονο άνθρωπο σε κατάρρευση, για τα βάθη στα οποία μπορεί να εκτραπεί όταν χάσει το αίσθημα του ελέγχου. Το «Πιο πέρα από τη θάλασσα», με την αιώνια διάσταση που επικαλείται και τον παροντικό χαρακτήρα που διαθέτει, δεν μιλάει μόνο για δύο σώματα που παλεύουν να επιβιώσουν αλλά και για μια ολόκληρη εποχή που έχει μάθει να ζει στα όρια, για κοινωνίες που έχουν εξαντλήσει τους πόρους τους και προσποιούνται –όπως συμβαίνει σήμερα– ότι όλα είναι υπό έλεγχο. Η πάλη πάνω στη βάρκα στην άβυσσο του Ειρηνικού ενδεχομένως να είναι μια μικρογραφία του δικού μας κόσμου, της δικής μας απέλπιδας προσπάθειας να κοιτάξουμε μπροστά σε έναν κόσμο που καταρρέει.
Γι’ αυτό και η προμετωπίδα του βιβλίου «ποιος γνωρίζει αν η ζωή είναι θάνατος ή ο θάνατος ζωή;» –μια ρήση του Ευριπίδη– ουσιαστικά διέπει κάθε σελίδα και κάθε περιγραφή, εγείροντας σκέψεις σχετικά με τα αιώνια ερωτήματα, την ατελεύτητη αντιπαράθεση του ανθρώπου με το επέκεινα αλλά και τη διαρκή αγωνία να ξεπεράσει εαυτόν εδώ και τώρα. Όλες οι ταλανισμένες υπάρξεις έχουν αντίστοιχα εγκλωβιστεί σε παρόμοιες ζοφερές ιστορίες, πασχίζοντας να μην ξεπεράσουν ένα όριο χωρίς επιστροφή, βιώνοντας αυτήν τη διαδικασία ως διαρκή πάλη και εκφράζοντας τη στιγμή της κατάρρευσης μέσα από μια δραματική σκηνή συνώνυμη με τη στιγμή της απανθρωποποίησης. Το έχουμε δει στη στιγμή της κατάρρευσης του Βασιλιά Λιρ, στο δάγκωμα του αυτιού του Σταυρόγκιν, στην απονενοημένη ύστατη κραυγή του Κουρτς – και εδώ, σε μια τραγική σκηνή του βιβλίου από όπου ξέρουμε ότι δεν υπάρχει γυρισμός, αφού το ανθρώπινο στοίχημα έχει πια χαθεί. Πρόκειται για την έκφραση της ύστατης απελπισίας, μετά τη διαρκή μάχη των δύο πρωταγωνιστών με τη θάλασσα και την αγωνία που βάζει κι εμάς στη βάρκα μαζί τους, έχοντας απέναντί μας όχι μόνο έναν ωκεανό αλλά και ένα σύστημα, μια ολόκληρη εξουσία. Αυτή η ασφυχτική κατάσταση της υπαρξιακής αγωνίας που ξέρεις ότι θα καταλήξει σε κάθαρση είναι το προνομιακό πεδίο κάθε μεγάλης λογοτεχνίας, όπως αυτή που στήνει μπροστά στα μάτια μας ο Λιντς. Σε αυτό το σημείο σπουδαίο ρόλο έχει διαδραματίσει η ακριβέστατη, έξοχη μετάφραση του διδύμου Άγγελου Αγγελίδη και Μαρίας Αγγελίδου, που αποδίδει όλες τις δραματικές και ταυτόχρονα ασθματικές εξάρσεις του Λιντς, μεταφέροντας με ακρίβεια αυτό το αίσθημα της παράνοιας σε έναν κόσμο που έχει αρχίσει να αποσυντίθεται προ πολλού.
Σάμπως ο συγγραφέας να γραπώνεται από τις λέξεις που μοιάζουν με τις πύλες της ζωής – και σε αυτό το σημείο το βιβλίο μοιάζει να επικοινωνεί άμεσα με το «Τραγούδι του προφήτη». Μόνο που η διάσταση δεν είναι εξωτερική αλλά εσωτερικευμένη, καθώς η αγωνία γίνεται πεποίθηση ότι το τέλος έχει προηγηθεί, προτού καν δοθεί η μάχη. Εκεί είναι που ανακύπτει ως λάιτ μοτίφ η φράση «είμαι απλώς ένας ψαράς», φέρνοντας στον νου την αντίστοιχη «θα προτιμούσα όχι» του Μπάρτλεμπι στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μέλβιλ, αφού τίποτα πια δεν έχει πραγματικά σημασία. «Η ελπίδα του Μπολίβαρ είναι αυτοτροφοδοτούμενη, δεν πηγάζει από κάποια πίστη – και η μαγική σκέψη ξεκινά ακριβώς όταν ο άνθρωπος μετατρέπεται σε πείραμα. Σε αντιδιαστολή με τον Χέκτορ, που πιστεύει και τρελαίνεται όταν συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται στο τίποτα, ο Μπολίβαρ ουσιαστικά είναι παραιτημένος από τη ζωή εξαρχής», εξήγησε σχετικά στην ωραία κουβέντα που είχε ο Πολ Λιντς με τον Νίκο Μάντη στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας στην Τεχνόπολη. Το τρομερό είναι ότι και τους δύο πρωταγωνιστές, τόσο τον Μπολίβαρ όσο και τον Χέκτορ, τους τυφλώνει –στην πραγματικότητα, ο Χέκτορ όσο τυφλώνεται, τόσο αρχίζει να βλέπει– και τους κυριεύει η ίδια συντριπτική αίσθηση ότι η ανθρώπινη κατάσταση ξεπερνά όλα τα χωροχρονικά και λογικά δεδομένα, ακόμα και τα άγρια στοιχεία της φύσης, ενώ στην πραγματικότητα δείχνει πόσο ελάχιστοι είμαστε, όταν πιστεύουμε ότι μπορούμε να νικήσουμε ή να κατακτήσουμε ό,τι μας ξεπερνά μόνο με τη λογική. Οι πολλαπλές και διαφορετικές απαντήσεις ενδεχομένως να υπάρχουν στην ίδια τη λογοτεχνία, γι’ αυτό υπάρχουν αυτοί οι μοναδικοί επί της γης ενδιάμεσοι προφήτες που λέγονται συγγραφείς.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO