Ψάχνοντας να βρω τους στίχους από το νέο άλμπουμ της ολίνας, το «Τi se sygkinise?», πέφτω πάνω στη σελίδα της στο Bandcamp. Εκεί ανακαλύπτω πως κάθε κομμάτι δεν συνοδεύεται μόνο από τους στίχους του αλλά και από ένα μικρό, διασκεδαστικό κείμενο, σαν σημειώσεις.
Σε αυτές, η ίδια σχολιάζει διαφορετικές πλευρές κάθε τραγουδιού, από την αρχική έμπνευση που την έκανε να το γράψει μέχρι το νόημά του και τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελε να το προσεγγίσει ο ακροατής. Λειτουργούν λίγο σαν «παράθυρο» στον εσωτερικό της κόσμο. Σε βάζει, έστω και για λίγο, μέσα στις σκέψεις της και στα συναισθήματά της, κάνοντας την εμπειρία της ακρόασης πιο άμεση.
Στο «Ο.Α.Ε.», ένα από τα καλύτερα κομμάτια του δίσκου, που είναι ακρωνύμιο του «Οργανισμός Αγάπης & Έρωτα», γράφει ότι «θα μπορούσε να είναι ένα φανταστικό δημιούργημα του Όργουελ ή μιας “τρελής” ρομαντικής που πιστεύει σε “φαντάσματα”» και τραγουδά «Μα δεν είμαι εγώ αυτή που θες / Πιστεύω σε νεράιδες, σ’ αριθμούς, σε ξόρκια και σε καρμικές ψυχές».
Πρόκειται για ένα weird –με την καλή έννοια– άλμπουμ που αποτελείται από 12 υπαρξιακά και τρυφερά κομμάτια γύρω από τον έρωτα και την καθημερινότητα και έχει μια εντελώς γυναικεία ματιά. Οι ιστορίες του κινούνται συχνά στα όρια του σουρεαλισμού και του παράλογου, δημιουργώντας έναν κόσμο όπου το οικείο συναντά το απρόβλεπτο. Κομμάτια όπως το «Batman» –ένας φόρος τιμής στο γνωστό μπαρ– ή το «Δείκτες» αποτυπώνουν αυτήν ακριβώς την κατάσταση, ισορροπώντας μεταξύ χιούμορ και εσωτερικής αναζήτησης. Στο άλμπουμ κάνουν ένα γκεστ πέρασμα ο Digenis στο κομμάτι «Άσε με» και η Vassilina στο «Το βάζω τέρμα».
«Κάποιες φορές δαγκώνω τα μάγουλά μου για να μην κλάψω. Όταν συμβαίνει αυτό, υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι η συγκίνηση δεν είναι απώλεια ελέγχου αλλά η απόλυτη σύνδεση πρώτα με το δικό μου συναίσθημα κι έπειτα με τα συναισθήματα των άλλων».
Πρόκειται για τη δεύτερη επίσημη δισκογραφική δουλειά της ολίνα –κατά κόσμον Όλγα Νικολαΐδου– μετά το EP «CATS ON CBD». Στην ουσία είναι το ντεμπούτο άλμπουμ της. Και οι δύο κυκλοφορίες ανήκουν στη Mellowsophy Music. Η ολίνα συνεχίζει να χτίζει με συνέπεια τον προσωπικό της ήχο. Ή τουλάχιστον προσπαθεί, επειδή δεν φαίνεται να έχει καταλήξει ακόμη σε κάποιο μουσικό είδος συγκεκριμένα.
Αυτό δεν λειτουργεί απαραίτητα εις βάρος του άλμπουμ. Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά θα ήθελα να επιμείνει περισσότερο μέχρι τέλους στη soul-jazz ατμόσφαιρα, καθώς θεωρώ πως της ταιριάζει ιδιαίτερα – κάτι που αποδεικνύουν κομμάτια όπως το «Ptiseis» και το «½ (Misi)».
ολίνα - «Ti se sygkinise?» (Official Video)
Ηχητικά, το άλμπουμ κινείται με ευελιξία ανάμεσα στην ανάλαφρη ποπ και τη σόουλ, την ελεκτρόνικα, αλλά υιοθετώντας και πιο αβανγκάρντ στοιχεία. Η παραγωγή του papatanice ντύνει κάθε κομμάτι με τρόπο ευρηματικό και κινηματογραφικό, ακολουθώντας τις συνεχείς εναλλαγές διάθεσης που διατρέχουν το σύνολο του δίσκου. Αυτή ακριβώς η ηχητική ρευστότητα είναι που μου γεννά την απορία για το πώς προέκυψε αυτή η επιλογή.
«Στο πρώτο meeting με τον papatanice, με τον οποίο γράψαμε μαζί τη μουσική του άλμπουμ, συμφωνήσαμε να κάνουμε κάτι πιο πειραματικό σε σχέση με τα προηγούμενα», αναφέρει. «Θα δοκιμάζαμε διάφορα genres με σκοπό να βρω τη μουσική μου ταυτότητα. “Λες να φανώ απλώς μπερδεμένη;” τον ρωτούσα στο τέλος. Τελικά με καθησύχασε η σκέψη ότι αυτή η δουλειά εμπεριέχει όλες τις διαφορετικές πτυχές μου, ενώ ταυτόχρονα είναι αποτέλεσμα της διαφορετικότητας και της χημείας των ανθρώπων που συμμετείχαν στη διαδικασία. Ο Θωμάς Παπαθανάσης –το πραγματικό όνομα του papatanice– είναι ένας παντογνώστης μουσικός και παραγωγός, δουλευταράς, ένα λαμπρό, νέο αστέρι, με φρέσκες ιδέες, αλλά το κυριότερο; Ένας υπέροχος άνθρωπος ο οποίος απλώς χαίρεται που γράφει μουσική».
— Ποια ήταν η στιγμή που γεννήθηκε ο τίτλος του άλμπουμ; Διαβάζω στο Bandcamp ότι αφορά ένα ντοκιμαντέρ.
Ναι. Ήμασταν με τον Μιχάλη στον καναπέ και βλέπαμε παρέα το ντοκιμαντέρ «Summer of Soul» που, με αφορμή το Harlem Cultural Festival, έδειχνε τι σήμαινε να είσαι μαύρος στην Αμερική το 1969. Στην κορύφωση του φιλμ η Mαχάλια Τζάκσον τραγουδάει το «Take my hand, precious lord» και η φωνή της είναι τόσο γεμάτη πόνο και δύναμη που νιώθεις ότι δονείται όλο το πάρκο. Εκείνη τη στιγμή αρχίσαμε κι οι δύο να κλαίμε. Τον ρωτάω: «Τι σε συγκίνησε; Ο πόνος της ή η φωνή της;». Δεν μου απάντησε. Κράτησα όμως αυτή την ερώτηση και την έκανα τραγούδι. Και τελικά και τίτλο του άλμπουμ, γιατί δεν υπάρχει πιο δυνατή στιγμή για μένα από εκείνη που οι άνθρωποι ταυτίζονται και συναντιούνται μέσα από τη συγκίνηση.
— Θεωρείς ότι η συγκίνηση σήμερα είναι κάτι που φοβόμαστε να δείξουμε;
Μάλλον. Κάποιες φορές δαγκώνω τα μάγουλά μου για να μην κλάψω. Όταν συμβαίνει αυτό, υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι η συγκίνηση δεν είναι απώλεια ελέγχου αλλά η απόλυτη σύνδεση πρώτα με το δικό μου συναίσθημα κι έπειτα με τα συναισθήματα των άλλων.
— Λες ότι το άλμπουμ αντικατοπτρίζει τις εναλλαγές μιας μέρας. Ποια είναι η πιο έντονη ώρα της δικής σου ημέρας;
Έντονη γίνεται η μέρα μου όταν έρχομαι αντιμέτωπη με όλα τα άσχημα που συμβαίνουν στον κόσμο μας, από μια τραγική είδηση μέχρι μια απάνθρωπη εικόνα στον δρόμο. Με επηρεάζουν απίστευτα οι εξωτερικές «συχνότητες» και η βία. Τότε είναι που νιώθω την ανάγκη να επιστρέψω στον μικρόκοσμό μου, που τον έχω φτιάξει για να αντέχω και να προχωρώ. Κι αυτές οι αντιθέσεις, οι εναλλαγές μεταξύ σκληράδας και απαλότητας, αντικατοπτρίζονται και στον ήχο και τις ιστορίες μου.
— Πώς και πότε ξεκίνησε το μουσικό σου ταξίδι;
Ξεκίνησα πιάνο από πολύ μικρή. Προτού μάθω να διαβάζω γράμματα, διάβαζα νότες! Στην εφηβεία ξεκίνησα να τραγουδάω σε σχολικές μπάντες. Η πρώτη μου live εμφάνιση ήταν στο Schoolwave. Πριν από τέσσερα χρόνια ξεκίνησα το solo project μου με συνοδοιπόρο μου τη Mellowsophy Music, που ίδρυσαν τα φιλαράκια μου απ’ το σχολείο.
— Ποιες ήταν οι πρώτες σου μουσικές επιρροές όταν ξεκινούσες να γράφεις;
Έχω περάσει απ' όλες τις φάσεις, από ροκ και emo μέχρι Μπρίτνεϊ και ρεμπέτικα. Έχω ακούσει πολλή indie ελληνική μουσική, αλλά λατρεύω και ξένες μουσικούς και μπάντες, από τη Jorja Smith και τη Raye ως τους The Marias. Μου αρέσουν οι πολυφωνίες, το spoken word, τα ηλεκτρονικά στοιχεία, οι πιο πoπ «γραμμές», το χιπ χοπ, η τζαζ, ακόμα και στοιχεία από την κλασική μουσική έχουν επηρεάσει τον ήχο μου. Ποτέ όμως δεν ακολούθησα μια συγκεκριμένη «συνταγή». Αφήνομαι πάντα στη χημεία που υπάρχει στο στούντιο όταν γράφουμε.
ολίνα - «To vazo terma» (feat. VASSIŁINA)
— Πώς επηρεάζουν τα προσωπικά σου βιώματα τους στίχους σου; Είναι οι δώδεκα ιστορίες αυτοβιογραφικές ή φανταστικές;
Οι στίχοι μου είναι τα βιώματά μου, τα δικά μου και των φιλενάδων μου. Γράφοντας και τραγουδώντας ξορκίζω το κακό, εκφράζω τα παράπονά μου, εκμυστηρεύομαι, γίνομαι ονειροκρίτης, διαπραγματεύομαι, μιλάω για τα μέρη που αγαπώ και για όσα σιχαίνομαι. Πάντα –ή μάλλον σχεδόν πάντα– με μια θετική «επίγευση» στο τέλος, γιατί θέλω κι εγώ η ίδια να πιστέψω πως… έχουμε ελπίδα.
— Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο μέρος ή ρουτίνα που σε βοηθά να εμπνευστείς;
Το σπίτι μου είναι το «φίλτρο» μου. Εννοείται πως έξω συμβαίνει η ζωή, όμως όταν κλείσω την πόρτα και απομονωθώ, αφήσω όσα ζω να καταλαγιάσουν, τότε τα μεταβολίζω και τα κάνω στιχάκια. Εγώ αυτό το λέω «δημιουργική πέψη».
— Υπάρχει κάποιο θέμα στο οποίο αγαπάς να επανέρχεσαι ξανά και ξανά;
Το ανικανοποίητο, η χαμένη παιδικότητα που επανεφευρίσκεται, η γυναικεία αλληλεγγύη.
— Ποια είναι η πιο αξιομνημόνευτη αντίδραση που έχεις λάβει από ακροατές σε σχέση με αυτά που κάνεις;
Τρία έφηβα κορίτσια που όταν τραγούδησα το «Οι φίλες μου» είχαν πάρει η μία την άλλη μια μεγάλη αγκαλιά και έκλαιγαν μαζί.
— Τι νομίζεις ότι λείπει από τη μουσική σκηνή της Αθήνας; Τι θα άλλαζες;
Όσο μπορώ είμαι παρούσα στις συναυλίες. Έχω πολλά άτομα που θαυμάζω, κι άλλα που παραδέχομαι, οπότε είμαι εκεί – όχι μόνο για το support, αλλά και γιατί γουστάρω. Δεν θα έλεγα ότι λείπει κάτι, αλλά πάντα υπάρχει χώρος και για κάτι νέο. Με ενοχλεί που τα streams και τα views καθορίζουν την επιτυχία και πρέπει να είμαι ώρες online κάνοντας content αντί για τραγούδια. Με ενοχλούν οι πλατφόρμες που υποστηρίζουν απαίσιους ανθρώπους και συμφέροντα και το γεγονός ότι τελικά δεν βγάζουμε τίποτε από αυτές. Κάποιοι τύποι που, ενώ όλοι ξέρουμε πως φέρονται αισχρά, συνεχίζουν να είναι «πρώτοι και καλύτεροι» στα μουσικά δρώμενα. Με ενοχλεί που σε κάποιες συναυλίες πληρωνόμαστε χάλια και δεν γεμίζουν με κόσμο τα λάιβ μας. Η μουσική βιομηχανία είναι κι αυτή ένας καθρέφτης της κοινωνίας μας, πώς να μην έχει στραβά; Στα θετικά, απολαμβάνω την αλληλοβοήθεια, την έμπνευση και το support που παίρνω από τα παιδιά της μουσικής, και κυρίως τα κορίτσια μου, που κάνουν πιο υποφερτή τη ματαιότητα της μουσικής στην Ελλάδα.
— Εκτός από το Batman, τι άλλο ξεχωρίζει στην Αθήνα;
Πρόσφατα ξεκίνησα να παρατηρώ τα σπίτια της. Εκείνα που δεν έχουν κουρτίνες κι είναι διάφανα, τα τρομακτικά δώματα, τα μικρά μπαλκόνια με τα «κουρασμένα» φυτά, τα χαμόσπιτα με τις αυλές, παρατημένα, κάτι διαμερίσματα με φωτιστικά σε σχήματα περίεργα. Από το πιο συνηθισμένο μέχρι το πιο όμορφο (δηλαδή παλιό), κάθε σπίτι είναι μια μικρή, ημιφωτισμένη σκηνή που διηγείται μια ιστορία. Με γοητεύει η ιδέα ότι πίσω από κάθε τοίχο υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που τον συνοδεύει μια άλλη μουσική. Χθες περνούσα από ένα σπίτι στα Εξάρχεια με ανοιχτά παράθυρα και σκέφτηκα «πόσο τέλειο θα ήταν να ακούσω τώρα το “Ptiseis” να παίζει». Τελικά άκουσα Παντελίδη. Χαμογέλασα!
Βρείτε το «Τi se sygkinise?» στο Bandcamp.