Η ανάπλαση του Σκοπευτηρίου Καισαριανής εξελίσσεται σε πεδίο έντονης αντιπαράθεσης, με τις ενστάσεις να εστιάζουν στον σχεδιασμό του έργου και στον τρόπο με τον οποίο αυτό υλοποιείται. Από τη μία πλευρά, η δημοτική αρχή παρουσιάζει την παρέμβαση ως συνέχεια μιας μακράς πορείας διεκδικήσεων και ως έργο αναβάθμισης του χώρου, με στόχο την ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρα, των υποδομών και της πρόσβασης για τους κατοίκους. Από την άλλη, κάτοικοι της περιοχής μέσω της Πρωτοβουλίας Κατοίκων για το Δάσος Σκοπευτηρίου-Save Skopeftirio αμφισβητούν ευθέως την κατεύθυνση των παρεμβάσεων, θέτοντας ερωτήματα για την κλίμακα, τις χρήσεις και τη συμβατότητά τους με τον χαρακτήρα, την ιστορικότητα του χώρου αλλά και την περιβαλλοντική του ταυτότητα.
Οι κάτοικοι ήδη έχουν προχωρήσει και σε νομικές κινήσεις. Υποστηρίζουν ότι έχουν εντοπίσει σοβαρές ελλείψεις στην οικοδομική άδεια και αμφισβητούν τη νομιμότητα των παρεμβάσεων της ανάπλασης. Τον Ιούλιο του 2024 κατέθεσαν αίτηση ακύρωσης και αίτηση αναστολής της οικοδομικής άδειας. Η προσφυγή αυτή είχε ως αποτέλεσμα το έργο να τεθεί σε μερική αναστολή με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ως προς το σκέλος που αφορά την κοπή 40 δέντρων, στην πλειονότητά τους μεγάλα κυπαρίσσια και ευκάλυπτοι. Η αίτηση ακύρωσης της οικοδομικής άδειας παραμένει σε εκκρεμότητα, με τη σχετική δίκη, μετά από διαδοχικές αναβολές, να έχει οριστεί για τον ερχόμενο Μάιο.
Βασικό ζητούμενο για τους κατοίκους είναι οι παρεμβάσεις της ανάπλασης να γίνουν «με ποιότητα και μέτρο, με σεβασμό για το περιβάλλον και την ιστορικότητα του Σκοπευτηρίου, τα κτίρια και τις ανάγκες των ανθρώπων που το χρησιμοποιούν».
Το Σκοπευτήριο αποτελεί φυσική προέκταση του Υμηττού μέσα στον αστικό ιστό και εντάσσεται στη ζώνη Α1 προστασίας, με έκταση περίπου 700 στρεμμάτων. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους ελεύθερους χώρους πρασίνου της πόλης και ταυτόχρονα για έναν ιστορικό τόπο μνήμης. Το τελευταίο διάστημα, η δημοσιοποίηση των συγκλονιστικών φωτογραφικών ντοκουμέντων από την εκτέλεση των διακοσίων την Πρωτομαγιά του 1944 επανέφερε με ένταση την ιστορική βαρύτητα του χώρου και τη σύνδεσή του με τη συλλογική μνήμη.
Το Σκοπευτήριο παραχωρήθηκε στον δήμο Καισαριανής το 2016, για σαράντα έτη, με αποκλειστική χρήση έκτασης περίπου 464 στρεμμάτων. Η παραχώρηση αυτή συνοδεύεται από σαφείς περιορισμούς: δεν επιτρέπονται προσθήκες ή επεκτάσεις στα κτίρια, ούτε αλλοιώσεις του χαρακτήρα τους. Ο χώρος προβλέπεται να διατηρείται ως τόπος ιστορικής μνήμης της Εθνικής Αντίστασης και να αξιοποιείται ως πάρκο αναψυχής, ψυχαγωγίας και πολιτισμού.
Η παραχώρηση αυτή ήρθε ύστερα από πολύχρονες διεκδικήσεις και κινητοποιήσεις στην Καισαριανή, που ξεκίνησαν από προηγούμενες δεκαετίες και συνδέθηκαν με τη δράση των δημοτικών αρχών και τη συμμετοχή των κατοίκων. Στην πορεία αυτή αποδίδεται καθοριστικός ρόλος στον δήμαρχο Παναγιώτη Μακρή. Η σημερινή δημοτική αρχή παρουσιάζει την ανάπλαση ως συνέχεια αυτής της διαδρομής.
Το έργο ανάπλασης, προϋπολογισμού περίπου 6 εκατ. ευρώ, αναπτύσσεται γύρω από τρεις βασικές παρεμβάσεις. Η πρώτη αφορά το κτίριο Χάραμα, έναν ιστορικό χώρο διασκέδασης της μεταπολεμικής Αθήνας. Λειτούργησε για δεκαετίες ως σημείο αναφοράς της λαϊκής και ρεμπέτικης μουσικής και συνδέθηκε με κορυφαίους δημιουργούς και τραγουδιστές, όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης, η Σωτηρία Μπέλλου και ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Το έργο ανάπλασης προβλέπει την ανακατασκευή και επαναλειτουργία του ως χώρου πολιτιστικών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων. Στο Χάραμα θα λειτουργήσει ωδείο εκμάθησης παραδοσιακών και λαϊκών οργάνων, εκθεσιακός χώρος για το ρεμπέτικο τραγούδι, ένα ραδιοφωνικό στούντιο και ένα αναψυκτήριο.
Η δεύτερη μεγάλη παρέμβαση αφορά το κτίριο των πρώην γραφείων της Σκοπευτικής Εταιρείας. Προβλέπεται η αποκατάσταση και διαμόρφωσή του για νέες χρήσεις, όπως βιβλιοθήκη, αναγνωστήριο, προβολές, περιοδικές εκθέσεις και εργαστήρια εικαστικών.
Στον υπαίθριο χώρο μπροστά από το κτίριο των πρώην γραφείων, στο σημείο του παλιού πεδίου βολής, σχεδιάζεται η δημιουργία υπαίθριου θεάτρου περίπου 800 θέσεων. Σύμφωνα με τη μελέτη, το θέατρο προορίζεται να εξυπηρετεί εκδηλώσεις που ήδη πραγματοποιούνται στο άλσος, αλλά και να αξιοποιείται σε υπερτοπικό επίπεδο, για εκδηλώσεις δηλαδή που θα προσελκύουν κόσμο και από άλλες περιοχές της Αττικής.
Σε δημόσιες τοποθετήσεις της, η δημοτική αρχή του δήμου Καισαριανής, με δήμαρχο τον Ηλία Σταμέλο της Λαϊκής Συσπείρωσης, της δημοτικής παράταξης που στηρίζεται από το ΚΚΕ, περιγράφει το έργο ως μια παρέμβαση όπου «ο σεβασμός στην ιστορική μνήμη δένει αρμονικά με τη δημιουργία ενός σύγχρονου πάρκου με πολλαπλές κοινωνικές, πολιτιστικές και ψυχαγωγικές εξυπηρετήσεις». Με την ολοκλήρωση του έργου της ανάπλασης, όπως λέει, «θα παραδοθούν χώροι που θα αποτελέσουν “ανάσα” πολιτισμού, κοινωνικοποίησης, ψυχαγωγίας και άθλησης, συμβάλλοντας περαιτέρω στην ανάδειξη της ιστορίας της Καισαριανής».
Ωστόσο, η έναρξη και η εξέλιξη των εργασιών, ήδη από τον Μάιο του 2024, προκάλεσαν την αντίδραση κατοίκων, καθώς καταγράφονται παρεμβάσεις που, όπως υποστηρίζουν, δεν φαίνεται να συμβαδίζουν ούτε με τους όρους της παραχώρησης ούτε με τον χαρακτήρα του χώρου, τόσο ως προς την ιστορικότητά του όσο και ως προς την περιβαλλοντική του ταυτότητα.
Ας δούμε τα γεγονότα ξεκινώντας από την πιο πρόσφατη εξέλιξη. Τον Δεκέμβριο του 2025, κάτοικοι της Καισαριανής προχώρησαν σε καταγγελία στην Υπηρεσία Δόμησης Αθηνών, όταν διαπίστωσαν ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών καθαιρέθηκαν οι εξωτερικοί τοίχοι του κτιρίου των πρώην γραφείων της Σκοπευτικής Εταιρείας, με το κτίριο να έχει απογυμνωθεί στην ουσία από το κέλυφός του και να έχουν απομείνει μόνο οι κολόνες. «Αυτό έγινε παρότι η εγκεκριμένη μελέτη προέβλεπε τη διατήρηση των κτιρίων ως έχουν, κάνοντας αναφορά και στη δέσμευση που υπάρχει στον νόμο παραχώρησης του χώρου από το ελληνικό Δημόσιο στον δήμο Καισαριανής», λένε στη LiFO οι κάτοικοι.
Γι’ αυτό και την ίδια μέρα, όπως μας εξηγούν, «η Υπηρεσία Δόμησης εξέδωσε σήμα διακοπής των εργασιών και ζήτησε από τον δήμο Καισαριανής όλα τα απαραίτητα έγγραφα, την άδεια και τα νομιμοποιητικά στοιχεία σχετικά με τις εγκρίσεις για τις κατεδαφίσεις που εκτελέστηκαν, προκειμένου να αξιολογήσει τη νομιμότητά τους».
Στις 3 Μαρτίου 2026, όπως αναφέρουν οι κάτοικοι, η Υπηρεσία Δόμησης του δήμου Αθηναίων, έχοντας παραλάβει μόνο μία επιστολή από τον δήμο Καισαριανής και μία τεχνική έκθεση αιτιολόγησης της κατεδάφισης των εξωτερικών τοίχων, χωρίς τα νομιμοποιητικά έγγραφα που είχε ζητήσει, εξέδωσε σήμα συνέχισης των εργασιών.
Σύμφωνα με την έκθεση του δήμου Καισαριανής, η οποία περιήλθε σε γνώση των κατοίκων, οι εξωτερικοί τοίχοι κρίθηκε ότι έπρεπε να κατεδαφιστούν λόγω βλαβών από πυρκαγιές, βανδαλισμούς και παλαιότητα, οι οποίες, όπως αναφέρεται, δεν μπορούσαν να αποκατασταθούν.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι κάτοικοι, «οι φθορές αυτές ήταν ήδη γνωστές όταν, τον Ιούνιο του 2022, συντάχθηκε η μελέτη ανάπλασης, στην οποία δεν προβλέπεται καμία κατεδάφιση. Αντιθέτως, προβλέπεται η διατήρηση και αποκατάσταση της εξωτερικής τοιχοποιίας, στο πλαίσιο της υποχρέωσης διατήρησης των κτιρίων ως έχουν. Υπό αυτό το πρίσμα, εκφράζονται ερωτήματα για το πώς η συγκεκριμένη αιτιολόγηση οδήγησε στην επανεκκίνηση των εργασιών», λένε.
Το διάστημα κατά το οποίο εγκρίθηκε η συνέχιση των εργασιών, κατατέθηκε στη Βουλή ερώτηση του ΚΚΕ με αίτημα να αρθούν τα εμπόδια που καθυστερούν την εξέλιξη του έργου ανάπλασης του Σκοπευτηρίου Καισαριανής. Στην ερώτηση επισημαίνεται ότι πρόκειται για ένα εμβληματικό έργο, χρηματοδοτούμενο από το πρόγραμμα «Αντώνης Τρίτσης», το οποίο, όπως αναφέρεται, σέβεται τον ιστορικό χαρακτήρα και τον φυσικό πλούτο της περιοχής, ενώ γίνεται λόγος για καθυστερήσεις που έχουν μετατρέψει τον δήμο σε «μπαλάκι» μεταξύ υπηρεσιών. Παράλληλα, τονίζεται η ανάγκη επίσπευσης των εργασιών και αποκατάστασης φθορών στον χώρο του μνημείου και στον τόπο εκτέλεσης.
Ωστόσο, οι κάτοικοι αμφισβητούν ευθέως αυτήν τη σύνδεση, υποστηρίζοντας ότι η ανάπλαση «δεν έχει καμία σχέση με την αποκατάσταση των φθορών αυτών», καθώς, όπως επισημαίνουν, στη μελέτη δεν υπάρχει πρόβλεψη ή δαπάνη για εργασίες συντήρησης στον χώρο του μνημείου ή στον τόπο εκτέλεσης.
Η αντιπαράθεση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις πρόσφατες εξελίξεις. Ήδη από τον Ιούλιο του 2024, κάτοικοι της περιοχής είχαν κινηθεί δικαστικά, καταθέτοντας αίτηση ακύρωσης και αίτηση αναστολής της οικοδομικής άδειας, εκφράζοντας συνολικές αντιρρήσεις για το σύνολο των παρεμβάσεων της ανάπλασης.
Οι κάτοικοι υποστηρίζουν ότι «η μελέτη ανάπλασης υπερβαίνει τα όρια που θέτει ο νόμος βάσει του οποίου παραχωρήθηκε ο χώρος στον δήμο, καθώς προβλέπει παρεμβάσεις που δεν περιορίζονται σε ήπιες ή βοηθητικές χρήσεις». Μεταξύ άλλων, κάνουν λόγο για νέες κατασκευές και επεκτάσεις πέραν των επιτρεπόμενων ορίων, για κατεδαφίσεις και ανακατασκευές υφιστάμενων κτιρίων, καθώς και για παρεμβάσεις που, όπως σημειώνουν, «αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του χώρου ως ιστορικού τόπου μνήμης».
Ένα από τα βασικά σημεία της αντιπαράθεσης αφορά την κατασκευή υπαίθριου θεάτρου περίπου 800 θέσεων στον χώρο μπροστά από το κτίριο της πρώην Σκοπευτικής Εταιρείας: «Το μέγεθος και η μορφή του θεάτρου μεταβάλλουν την ίδια τη νοηματοδότηση του χώρου, μετατρέποντας έναν ιστορικό τόπο μνήμης σε χώρο εκδηλώσεων που τείνει να κυριαρχεί έναντι των υπολοίπων λειτουργιών», όπως σημειώνει η Πρωτοβουλία Κατοίκων για το Δάσος Σκοπευτηρίου-Save Skopeftirio.
Σύμφωνα με την Πρωτοβουλία, «το θέατρο δεν είναι μια βοηθητική χρήση, είναι νέα χρήση δίπλα στο μνημείο των πεσόντων, η οποία αλλοιώνει την ιστορικότητα του τόπου», ενώ «καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρη την επιφάνεια του υπαίθριου χώρου, αλλοιώνοντας τον χαρακτήρα του κτιρίου της Σκοπευτικής».
Οι παρεμβάσεις αυτές, όπως επισημαίνεται, βρίσκονται σε αντίθεση με τους όρους παραχώρησης του χώρου, καθώς «δεν επιτρέπονται προσθήκες ή επεκτάσεις κτισμάτων, ούτε αλλοιώσεις της φυσικής στάθμης του εδάφους με εκσκαφές και έντονες διαμορφώσεις».
Ζήτημα τίθεται και ως προς τη σκοπιμότητα του έργου. Ο δήμος, όπως μας λένε, «έχει υποστηρίξει ότι το θέατρο προορίζεται για την κάλυψη τοπικών αναγκών, όπως σχολικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Ωστόσο, η ίδια η μελέτη προβλέπει ότι το θέατρο θα καλύπτει υπερτοπικές ανάγκες και θα αποτελεί πόλο έλξης για όλη την Αθήνα, με δυνατότητα μάλιστα επέκτασης της χωρητικότητας», αναφέρουν τα μέλη της Πρωτοβουλίας Κατοίκων για το Σκοπευτήριο. Και προσθέτουν: «Πρόκειται λοιπόν για ένα υπαίθριο θέατρο μεγάλων διαστάσεων και όχι για “θεατράκι”, όπως συχνά το αποκαλεί ο δήμος. Αν ο σκοπός ήταν η κάλυψη τοπικών αναγκών, δεν χρειάζεται ένα θέατρο 800 και πλέον θέσεων», σημειώνουν, προσθέτοντας ότι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ήδη υπάρχουσες υποδομές, όπως το κινηματοθέατρο Αιολία. Υποστηρίζουν ακόμη ότι «ένα θέατρο τέτοιου μεγέθους δεν μπορεί να συντηρηθεί χωρίς συνεχή ροή εκδηλώσεων. Γεγονός που οδηγεί σχεδόν με βεβαιότητα σε μελλοντική εμπορευματοποίηση, με επιβαρυντικές συνέπειες για τους κατοίκους και το Πάρκο», λένε.
Ερωτήματα προκύπτουν, σύμφωνα με τους κατοίκους, και σε σχέση με το κατά πόσο οι παρεμβάσεις στο κτίριο Χάραμα συμβαδίζουν με το θεσμικό πλαίσιο και τους όρους παραχώρησης του χώρου στον δήμο Καισαριανής. Όπως υποστηρίζουν, «αν και η μελέτη κάνει λόγο για αποκατάσταση, στην πράξη προβλέπεται εκτεταμένη κατεδάφιση και ανακατασκευή του μεγαλύτερου μέρους του κτιρίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται, από το υφιστάμενο κτίσμα, συνολικής επιφάνειας 515 τ.μ., διατηρείται μόνο το αρχικό πέτρινο τμήμα, περίπου 75 τ.μ., ενώ το νέο κτίριο αναπτύσσεται γύρω από αυτό. Όπως επισημαίνουν, με βάση το επιτρεπόμενο όριο του 5%, οι πρόσθετες παρεμβάσεις δεν θα έπρεπε να ξεπερνούν τα 25,75 τ.μ., ωστόσο η συνολική δόμηση που προβλέπεται υπερβαίνει το όριο κατά πολύ.
Παράλληλα, αναφέρουν ότι εισάγονται χρήσεις που δεν έχουν βοηθητικό χαρακτήρα, όπως προβλέπεται, αλλά κύριο. Ειδική αναφορά γίνεται στην προσθήκη νέου ορόφου, ο οποίος προορίζεται για λειτουργία ραδιοφωνικού σταθμού. Επιπλέον, εκφράζονται επιφυλάξεις για τη δημιουργία αναψυκτηρίου με τραπεζοκαθίσματα, καθώς εκτιμάται ότι περιορίζει τον ελεύθερο χώρο και λένε ότι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ήδη λειτουργούσες υποδομές στην ευρύτερη περιοχή, αντί να δημιουργούνται νέες χρήσεις εντός του πάρκου.
Η αντιπαράθεση γύρω από το έργο είχε ξεκινήσει ήδη από τα πρώτα στάδια υλοποίησής του. Τον Μάιο του 2024, με την έναρξη των εργασιών και την τοποθέτηση περιφράξεων στον χώρο, οι πρώτες αντιδράσεις των κατοίκων καταγράφηκαν με αφορμή τις κοπές δέντρων, που αποτέλεσαν και το αρχικό σημείο σύγκρουσης με τη δημοτική αρχή.
Όπως υποστηρίζουν από την Πρωτοβουλία Κατοίκων για το Δάσος Σκοπευτηρίου-Save Skopeftirio, «στη μελέτη ανάπλασης, συνολικού προϋπολογισμού 6.610.000 ευρώ, για το πράσινο προβλέπεται δαπάνη μόλις 55.020 ευρώ, δηλαδή λιγότερο από το 1% του συνόλου του έργου».
Οι ίδιοι επισημαίνουν ότι η προβλεπόμενη κοπή 40 δέντρων θα αποψιλώσει την περιοχή από «πανύψηλα κυπαρίσσια και μεγάλους ευκάλυπτους, που δεσπόζουν στο τοπίο του πάρκου, συγκροτώντας ένα ώριμο οικοσύστημα με σημαντική περιβαλλοντική λειτουργία που δεν μπορεί να αντικατασταθεί άμεσα από νέες φυτεύσεις». Προς το παρόν υπάρχει δικαστικό μπλόκο για τη συνέχεια της κοπής δέντρων, ενώ είναι τελείως διαφορετική η εικόνα που παρουσιάζει ο δήμος για το θέμα.
Σε δημόσια ανακοίνωσή του αναφέρεται: «Η κοπή αφορά αποκλειστικά δέντρα που εφάπτονται στα θεμέλια των ιστορικών κτιρίων του Χαράματος και των πρώην γραφείων της Σκοπευτικής και θέτουν σε κίνδυνο τη στατικότητα και ασφάλειά τους. Επιπλέον, αρκετά από αυτά, λόγω πυκνής, άναρχης φύτευσης, έχουν εμφανή ζητήματα ομαλούς ανάπτυξης ή είναι άρρωστα. Η απομάκρυνσή τους κρίθηκε αναπόφευκτη από τους μελετητές και εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης. Σε αντικατάστασή τους προβλέπεται στο πλαίσιο της ανάπλασης η φύτευση νέων φυλλοβόλων και αειθαλών δέντρων στο πάρκο του Σκοπευτηρίου, σε σημεία αραιής φύτευσης, ώστε με αυτόν τον τρόπο να υπάρξει ισοζύγιο χωρίς οικολογική ή αισθητική αλλοίωση».
Ωστόσο, η Πρωτοβουλία επιμένει ότι τα ώριμα δέντρα που προβλέπεται να κοπούν έχουν ιδιαίτερη οικολογική αξία, τονίζοντας ότι η απώλειά τους δεν μπορεί να αντισταθμιστεί σε εύλογο χρονικό ορίζοντα, ενώ συνδέουν τις παρεμβάσεις αυτές με τη συνολικότερη αλλοίωση του φυσικού χαρακτήρα του χώρου.
Η LiFO απηύθυνε συγκεκριμένα ερωτήματα προς τον δήμαρχο Καισαριανής Ηλία Σταμέλο, που αφορούν τις αντιδράσεις των κατοίκων, τις κοπές δέντρων, ζητήματα που σχετίζονται με την τήρηση των όρων παραχώρησης του χώρου, καθώς και το ενδεχόμενο τροποποιήσεων στον σχεδιασμό του έργου. Ωστόσο, δεν υπήρξε απάντηση.
Οι κάτοικοι, από την πλευρά τους, περιγράφουν τι θεωρούν αναγκαίο για τον ιστορικό χώρο του Σκοπευτηρίου. Βασικό ζητούμενο γι’ αυτούς είναι οι παρεμβάσεις της ανάπλασης να γίνουν «με ποιότητα και μέτρο, με σεβασμό για το περιβάλλον και την ιστορικότητα του Σκοπευτηρίου, τα κτίρια και τις ανάγκες των ανθρώπων που το χρησιμοποιούν». «Δεν είναι αυτοί που θέλουν τα σκοτάδια και την εγκατάλειψη», σημειώνουν, «όπως παραπλανητικά και πονηρά ο δήμος θέλει να παρουσιάσει».
Ζητούν την προστασία, αποκατάσταση και αναστήλωση των κτιρίων, επισημαίνοντας ότι τα κτίρια βρίσκονται εντός κηρυγμένου ιστορικού χώρου και χρήζουν προστασίας βάσει των όρων παραχώρησης του χώρου προς τον δήμο. Αναδεικνύουν ως βασικό ζήτημα επίσης την προστασία των υπαρχόντων δέντρων, τη συντήρηση και τη φροντίδα της υπάρχουσας βλάστησης αλλά και τις νέες φυτεύσεις, καθώς και την προστασία της πανίδας και της ορνιθοπανίδας. Τονίζουν επίσης την αναγκαιότητα διατήρησης του ήπιου χαρακτήρα του χώρου και της ισορροπίας με το φυσικό περιβάλλον.
Ζητούν ακόμη την ακύρωση της κατασκευής νέου θεάτρου, προτείνοντας αντ’ αυτού την επανάχρηση των ορθά αποκατεστημένων κτιρίων, όπως λένε, ζητώντας παράλληλα τη συστηματική συντήρηση των υπαρχουσών υποδομών.
Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από τις θέσεις τους, δεν απορρίπτουν την ανάγκη παρεμβάσεων στις εγκαταστάσεις των κτιρίων που προβλέπει η ανάπλαση, τα οποία έχουν εγκαταλειφθεί στη φθορά του χρόνου. Αντιθέτως, θέτουν ζήτημα για τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αυτές οι παρεμβάσεις και τα όρια μέσα στα οποία θα κινηθούν.