TO BLOG ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΒΕΡΗ
Facebook Twitter

In the Mood for Love (ο Τραμπ στην Τεχεράνη) - Μέρος 2

In the Mood for Love
(ο Τραμπ στην Τεχεράνη)

Μέρος 2


"Όλα σήμερα μοιάζουν σαν οι ηγέτες του νέου Άξονα να έχουν γίνει οι άρχοντες του χρόνου. Είναι αυτοί που έβαλαν χέρι στην ιστορική πορεία των πραγμάτων, σε πλανητική κλίμακα – με τη γενική ιστορία να τίθεται πλέον εξ ολοκλήρου υπό τον αστερισμό της εκστρατείας επανακατάκτησης και ριζοσπαστικοποίησης της ηγεμονίας που έχουν ξεκινήσει. Ζούμε στην εποχή μιας διαρκούς επιτάχυνσης αυτού που παρουσιάζεται ως η "gore" εκδοχή μιας Παλινόρθωσης που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα".
Alain Brossat

[lundimatin#512]

In the Mood for Love (ο Τραμπ στην Τεχεράνη) - Μέρος 2 Facebook Twitter
The City of the Dead (1960), αγγλική ταινία του John Llewellyn Moxey.


Ο φιλόσοφος Alain Brossat μας προτείνει αυτή την εβδομάδα μια άσκηση τηλεπαθητικής Weltpolitik. Πώς φαίνεται από την Κίνα και πως μπορεί να κατανοηθεί (ή όχι) ο πόλεμος που διεξάγουν αυτή τη στιγμή οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εναντίον του ιρανικού καθεστώτος.

[συνέχεια από το προηγούμενο]

Ίσως οι κληρονόμοι του Μάο Τσε Τουνγκ, έχοντας παραμείνει επί μακρόν στα χλιαρά νερά της οικονομίας της αγοράς (που τόσο πολύ τους ευνόησε) σε συνδυασμό με την κάθετη εξουσία, να έχουν χάσει κάπως από τα μάτια τους ότι αυτό που τους χωρίζει από τη λευκοκεντρική και εγγενώς ηγεμονική Δύση δεν είναι συγκυριακό, αλλά συνυφασμένο με αυτό το "μεγάλο Άλλο". Ότι αυτό που τους χωρίζει είναι προορισμένο να τους φέρει σε αντιπαράθεση και να τους καταστήσει εχθρούς εκείνου του κόσμου, όταν οι περιστάσεις οξύνουν τις εντάσεις. Ίσως ξέχασαν ότι αυτή η Δύση δεν έμαθε ποτέ να ζει ή να επιβιώνει (ή να αναπαράγεται) για μεγάλο διάστημα χωρίς εχθρό ή εχθρούς. Ότι ο καπιταλισμός των ζωντανών-νεκρών, του οποίου ο Τραμπ, ο Μασκ και η ακολουθία τους είναι οι προαγωγοί, ανακυκλώνει με ζήλο το παλιό καλό απόφθεγμα του Ζαν Ζορές : "ο καπιταλισμός φέρει μέσα του τον πόλεμο, όπως το σύννεφο την καταιγίδα".
 
Ίσως όμως αυτή η παράβλεψη —παρόλο που ο Μάο, θεωρητικός του λαϊκού πολέμου, είναι πράγματι ένα είδος κόκκινου Σμιττιανού (συγγνώμη για το οξύμωρο), στην κοσμοθεωρία του οποίου η διάκριση φίλου-εχθρού είναι κεντρική και κατευθυντήρια— να οφείλεται στη μόλυνση της πολιτικής ιδεολογίας από τα οικονομικά παραδείγματα. Όταν επιδίδεσαι στον καπιταλισμό με μανία, όπως έπραξαν οι Κινέζοι μετά τις μεταρρυθμίσεις του Ντενγκ Σιαο Πίνγκ, αποκτάς ανταγωνιστές και όχι εχθρούς με τη Σμιττιανή έννοια — και ας κερδίσει ο καλύτερος, χωρίς αίματα. Όμως, όλα δείχνουν πως σε αυτό το πεδίο η Κίνα τείνει να αποκτήσει το πάνω χέρι, ιδίως έναντι του κύριου ανταγωνιστή της, των Ηνωμένων Πολιτειών. Από εκεί απορρέει η τάση να στοχάζεσαι τους πολιτικούς συσχετισμούς δυνάμεων δανειζόμενος στοιχεία από το πεδίο της οικονομίας, να υποκαθιστάς τα οικονομικά παραδείγματα με εκείνα που επικρατούν στο πολιτικό πεδίο, εκεί όπου διακυβεύονται οι σχέσεις μεταξύ κυρίαρχων δυνάμεων. Και κατά συνέπεια, να χάνεις από τα μάτια σου τη γραμμή του ορίζοντα πάνω στην οποία συντελείται ο διαχωρισμός μεταξύ φίλου και εχθρού.
 
Αυτή η σύγχυση (η οποία κατά κάποιον τρόπο θα επίτεινε τις ρεφορμιστικές αυταπάτες που απέβησαν μοιραίες για τα κόμματα του εργατικού κινήματος στον Παγκόσμιο Βορρά και σε ολόκληρο τον κόσμο κατά τον 20ό αιώνα) φαίνεται να συμβαίνει στην ίδια ακριβώς συγκυρία όπου, στο αντίπαλο στρατόπεδο, συντελείται μια αποφασιστική μετατόπιση: με τον Τραμπ (αν και τα προοίμια αυτής της ποιοτικής αλλαγής διαφαίνονταν εδώ και καιρό), ο οικονομικός ανταγωνισμός μετατρέπεται σε μια μορφή πολέμου και, ως εκ τούτου, ο οικονομικός ανταγωνιστής προορίζεται να γίνει εχθρός — αυτό φάνηκε ξεκάθαρα από το πολεμικό και νεο-ιμπεριαλιστικό ύφος με το οποίο ο Τραμπ εξαπέλυσε τον δασμολογικό του πόλεμο. Εδώ προκύπτει ένας συγκερασμός οικονομίας και πολιτικής, που παίρνει τη μορφή ενός υπερκαθορισμού της οικονομίας από τους πολιτικούς παράγοντες — την υπαγωγή, δηλαδή, του οικονομικού πεδίου στη λογική της ρήξης στην πιο ξεκάθαρη μορφή της: την αναμέτρηση με τον εχθρό.
 
Οι Κινέζοι ηγέτες σκόπευαν να καταστήσουν τον οικονομικό ανταγωνισμό —υποταγμένο σε ορισμένους κανόνες (που αποκλείουν, μεταξύ άλλων, τη χρήση ωμής βίας)— το γενικό μοντέλο αναμέτρησης μεταξύ των δυνάμεων, και πρωτίστως μεταξύ της χώρας τους και των Ηνωμένων Πολιτειών. Όμως, με την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία και την εδραίωση του νέου Άξονα, που παίρνει ώθηση από τις επιτυχίες του, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ο ίδιος ο οικονομικός ανταγωνισμός τίθεται πλέον υπό πολεμικές συνθήκες. Αυτές οι μετατρεπτικές διεργασίες, που συντελούνται τόσο στο επίπεδο του λόγου (την κατασκευή "αφηγημάτων") όσο και στο πεδίο της δράσης, δείχνουν να αφήνουν τους ηγέτες της Κίνας σε κάποιο βαθμό ανήμπορους.
 
Η μετάβαση της Κίνας στην οικονομία της αγοράς, η οποία τη μετέτρεψε μέσα σε λίγες μόνο δεκαετίες στην κορυφαία οικονομική δύναμη του πλανήτη — είναι ένα δίκοπο μαχαίρι ή, αν θέλετε, μια ωρολογιακή βόμβα ικανή να εκραγεί στα χέρια εκείνων που την κατασκεύασαν. Αυτό το φαινόμενο (το οποίο είναι αναμφίβολα το κυρίαρχο μεταξύ εκείνων που σφραγίζουν την εποχή μας) μας οδηγεί να θέσουμε εκ νέου και υπό νέους όρους το ακόλουθο ερώτημα: ποια είναι στην πραγματικότητα η φύση της έχθρας που φέρνει σήμερα αντιμέτωπο τον δυτικό κόσμο γενικά, και τις Ηνωμένες Πολιτείες ειδικότερα, με την Κίνα — και αντίστροφα;
 
Αν θέσουμε αυτό το ερώτημα με πολιτισμικούς όρους, δεν θα λείψουν τα επιχειρήματα για να διατυπώσουμε την υπόθεση ότι αυτά που χωρίζουν τη σημερινή κινεζική κοινωνία από τον δυτικό κόσμο είναι πολύ λιγότερα από εκείνα που, την εποχή του Αννίβα και του Σκιπίωνα, χώριζαν την Καρχηδόνα από τη Ρώμη ή, ακόμη παλαιότερα, τη Σπάρτη από την Αθήνα. Και τούτο διότι, πράγματι, η μετάβαση της Κίνας στην οικονομία της αγοράς πραγματοποιήθηκε με έναν τρόπο απόλυτα μιμητικό, το αποτέλεσμα του οποίου ήταν η οικοδόμηση, μέσα σε λίγες δεκαετίες, ενός ανθηρού καπιταλισμού "με τον κινεζικό τρόπο". Παρόλο που αυτός ο καπιταλισμός πλαισιώνεται με έναν εντελώς ειδικό και ιδιότυπο αυταρχικό τρόπο από τον γραφειοκρατικό μηχανισμό του Κόμματος-Κράτους που προέκυψε από την κινεζική επανάσταση, δεν παύει να παρουσιάζει δομικά χαρακτηριστικά. 'Ετσι, η εξίσωση "οικονομία της αγοράς + καταναλωτική κοινωνία = σύγχρονος υλικός πολιτισμός" τείνει να φέρει τον κινεζικό κόσμο πιο κοντά στις άλλες κοινωνίες που έχουν πίσω τους περισσότερους από δύο αιώνες καπιταλισμού. [4]
 
Εξού και το δεύτερο αυτό οξύμωρο, το οποίο όμως είναι βαθιά ριζωμένο στην ιστορική πραγματικότητα: αυτό που συγκροτεί μια κινεζική καπιταλιστική κοινωνία, η οποία όμως διοικείται από μια γραφειοκρατία που δεν θεωρεί τον καπιταλισμό ως αυτοσκοπό αλλά ως μέσο. Αυτό ακριβώς καθορίζει την αντιπαλότητά της με μια Δύση η οποία διέπεται από την όσμωση μεταξύ της οικονομίας της αγοράς και της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Για τους Κινέζους ηγέτες, από την εποχή του Ντενγκ Σιαο Πίνγκ, η προσφυγή στην αγορά αποτελούσε ανέκαθεν μία ορθολογική ωφελιμιστική επιλογή, με την αγορά να θεωρείται ως μοχλός για την ενίσχυση της δύναμης, με σταθερό ορίζοντα την εδραίωση της εθνικής κυριαρχίας. Σε αυτή την προοπτική (σύμφωνα με αυτή την ορθοδοξία), η πολιτική παραμένει στο τιμόνι. Η Κίνα δεν έγινε μια καπιταλιστική οντότητα "όπως οι άλλες", ακριβώς επειδή ο τρόπος σύνδεσης μεταξύ του πολιτικού καθεστώτος (φορέας εξουσίας) και της οικονομίας της αγοράς είναι ριζικά διαφορετικός από εκείνον που επικρατεί στις δημοκρατίες της αγοράς.
 
Όμως, αυτή η δομική διαφορά δεν μας εμποδίζει να αναρωτηθούμε για τις διαβρωτικές δυνάμεις της οικονομικής ανόδου και για όσα αυτή συνεπάγεται στο επίπεδο της κοινωνικής οργάνωσης και των τρόπων ζωής. Η καθετότητα της εξουσίας, η συνέχεια των αυταρχικών μορφών διακυβέρνησης και η σθεναρή απόρριψη κάθε είδους "φιλελευθεροποίησης", δεν θωρακίζουν την πολιτική σφαίρα απέναντι στη μόλυνση από τις δυναμικές που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της οικονομικής σφαίρας.
 
Με άλλα λόγια: το όλο ζήτημα είναι να μάθουμε τι είναι εκείνο που, υπό αυτές τις συνθήκες, θα μπορούσε να επιτρέψει στους Κινέζους ηγέτες να εμμένουν σε μια στάση ριζικής αντιπαλότητας απέναντι σε εκείνους που τόσο πολύ μιμήθηκαν, και μάλιστα με τη γνωστή επιτυχία. Όμως δεν πρόκειται μόνο για τους ηγέτες — και η κοινωνία έχει επίσης μεταστραφεί μαζικά στον καπιταλισμό ως τρόπο ζωής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε επίπεδο ήθους (ethos) και έξεων (habitus)· αυτό δεν την ωθεί στο να διατηρεί μια ακλόνητη αίσθηση ετερότητας απέναντι σε εκείνους της "άλλης πλευράς" (τη Δύση και τα παραρτήματά της), με τους οποίους μοιράζεται πλέον τόσα πολλά όσον αφορά το way of life.
 
Με άλλα λόγια πάλι, το ερώτημα θα ήταν να μάθουμε μέχρι ποιο σημείο αυτό που συνιστά το ιστορικό νεύρο του ανταγωνισμού των ήδη μακρινών απογόνων της μεγάλης κόκκινης εποποιίας (της Κινεζικής Επανάστασης, στην καθαυτό ιστορική της υπόσταση), έχει ακόμα και σήμερα την ικανότητα να στηρίξει —τόσο στον λαό όσο και στους Κινέζους ηγέτες, τη γραφειοκρατία του Κόμματος-Κράτους— το αίσθημα μιας αναλλοίωτης εχθρικής ετερότητας απέναντι σε μια Δύση, την οποία ενσαρκώνουν σήμερα οι σταυροφόροι του MAGA, παραδομένοι στον ίλιγγο της επιτυχίας.
 
Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι το μόνο θεμέλιο αυτής της διάταξης (ριζική ετερότητα/αντιπαλότητα) που είναι ικανό να ανθίσταται στα αποτελέσματα της ομογενοποίησης και της κανονικοποίησης που αναδύονται από τα βάθη της οικονομίας της αγοράς, θα ήταν ο εθνικισμός — καθώς η (καθαρά κομμουνιστική) κληρονομιά της κινεζικής επανάστασης έχει γίνει, στα μάτια των κινεζικών μαζών, ολοένα και πιο νεφελώδης. Όμως, αν υπάρχει ένα μάθημα που μπορούμε να κρατήσουμε από την ευρωπαϊκή ιστορία του 20ού αιώνα, είναι ακριβώς αυτό: αν ο εθνικισμός είναι, από τη μία πλευρά, ένα τρομερό εργοστάσιο παραγωγής εχθρών, είναι επίσης, ως φαντασμαγορία, ένας χάρτινος τίγρης — στο τέλος τριών αδυσώπητων συγκρούσεων, οι Γερμανοί έγιναν (πολιτικοί) φίλοι μας και ευγενικοί μας γείτονες.
 
Για να το πούμε αλλιώς, μπορεί σήμερα κανείς εύλογα να αμφιβάλλει για την ύπαρξη ενός πραγματικού θεμελίου για μια συστημική αντιπαλότητα μεταξύ της Κίνας και του δυτικού κόσμου, όσα κι αν το υποστηρίζει ο λόγος των γερακιών της πολεμοχαρούς προπαγάνδας στη Δύση. Είναι αυτοί που, με τρόπο όλο και πιο υστερικό, φουσκώνουν το κενό περιεχομένου μπαλόνι μιας Κίνας επεκτατικής, ρεβανσιστικής και κατακτητικής, φυσώντας τη στάχτη για να αναζωπυρώσουν τη φωτιά της "σύγκρουσης των πολιτισμών". Βεβαίως, η Κίνα δεν έχει γίνει (ως δύναμη και κοινωνία) ένας καπιταλιστικός κόσμος όπως οι άλλοι (Ευρώπη, Βόρεια Αμερική). Εντούτοις, ως υλικός πολιτισμός, φαίνεται να έχει εμπλακεί σε μια ασυμπτωτική διαδικασία, κατά την οποία όσα συνιστούσαν την ιδιαιτερότητά της έναντι της Δύσης μοιάζουν να αμβλύνονται συνεχώς. Οι ομογενοποιητικοί παράγοντες του νέου υλικού πολιτισμού (το τρένο υψηλής ταχύτητας, το διαδίκτυο, οι κατ' οίκον παραδόσεις, η εισβολή της Τεχνητής Νοημοσύνης στις μορφές γνώσης και ζωής...) αποτελούν, πάνω απ' όλα, μία φάμπρικα παραγωγής καπιταλιστικών υποκειμένων: χρηστών, καταναλωτών, ατόμων για τα οποία το χρήμα αποτελεί το πρωταρχικό μέτρο σύγκρισης και όχι η ιδεολογία. [5] Το καταναλωτικό παρόν απωθεί ολοένα και περισσότερο το παρελθόν που ήταν γεμάτο από αγεφύρωτες διαφορές. Είναι μάλλον απίθανο, επομένως, το υποκείμενο της κινεζικής αστικής μεσαίας τάξης —που οδηγεί ηλεκτρικό αυτοκίνητο, ζει υπερσυνδεδεμένο και παραγγέλνει από το smartphone του όλα τα φαγητά του κόσμου— να είναι έτοιμο να πεθάνει αύριο για την Ταϊβάν.
 
Όλα σήμερα μοιάζουν σαν οι ηγέτες του νέου Άξονα να έχουν γίνει οι άρχοντες του χρόνου. Είναι αυτοί που έβαλαν χέρι στην ιστορική πορεία των πραγμάτων, σε πλανητική κλίμακα – με τη γενική ιστορία να τίθεται πλέον εξ ολοκλήρου υπό τον αστερισμό της εκστρατείας επανακατάκτησης και ριζοσπαστικοποίησης της ηγεμονίας που έχουν ξεκινήσει. Ζούμε στην εποχή μιας διαρκούς επιτάχυνσης αυτού που παρουσιάζεται ως η "gore" εκδοχή μιας Παλινόρθωσης η οποία διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα· όχι μιας αντεπανάστασης, αυστηρά μιλώντας, αφού δεν επιτίθεται ο ισραηλινο-αμερικανικός Άξονας (με τα υποχείριά του και την πολυάριθμη ακολουθία του) ενάντια σε επαναστατικά κινήματα ή καθεστώτα. Η διαρκής επιτάχυνση του ρυθμού αυτής της τόσο ιδιαίτερης παλινόρθωσης (καθώς συνίσταται λιγότερο στην επαναφορά παλαιών μορφών και περισσότερο στην παραγωγή ενός γενικευμένου χάους) συμβαδίζει απόλυτα με ό,τι αποτελεί πλέον τον κανόνα στον τομέα της τεχνολογικής καινοτομίας η οποία, επίσης, παράγει αναταράξεις συχνά χαοτικής μορφής (από νέες απάτες κάθε είδους μέχρι τις διαβρωτικές επιπτώσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης σε όλους τους τομείς της γνώσης, της εργασίας, της κοινωνικής ζωής...). Αυτοί οι δύο τομείς όπου κυριαρχεί η επιτάχυνση έχουν συγκλίνουσες τροχιές – τα drones χρησιμεύουν τόσο για την παράδοση δεμάτων ή αίματος στα νοσοκομεία, για την επιτήρηση πληθυσμών ή τη ρύθμιση της κυκλοφορίας... όσο και για να θέτουν πλέον τη διεξαγωγή του πολέμου υπό εντελώς νέες συνθήκες, όπως βλέπουμε σήμερα τόσο στην Ουκρανία όσο και στο Ιράν.
 
Η επανακατάκτηση, σε συνδυασμό με τη διαρκή επιτάχυνση, αποτελεί προφανώς μια φυγή προς τα εμπρός και μια πορεία προς την άβυσσο που παρασύρει στο πέρασμά της λαούς και κράτη. Αυτή η διαδικασία παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με εκείνη που επηρεάζει την τεχνοεπιστήμη, η οποία είναι πλέον εθισμένη στην καινοτομία και εκτός ελέγχου – όσοι επιμένουν να θέλουν να ρυθμίσουν την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης υποβάλλοντάς την σε κανόνες (ηθικούς ή άλλους), φαντάζουν πλέον ως καθυστερημένοι γκρινιάρηδες. Η κίνηση που έχει καταλάβει την ιστορία του παρόντος είναι εκείνη μιας ουσιαστικά καταστροφικής φρενίτιδας, με όλες τις μορφές διεστραμμένης αγαλλίασης που μπορούν να συνοδεύουν, από την πλευρά των αυτουργών, αυτή την τεράστια λεηλασία. Οι κατηγορίες που πρότεινε ο Ζορζ Μπατάιγ για τη νόηση των υπερβολών και των υπερβάσεων κάθε είδους είναι εδώ ανίσχυρες: δεν πρόκειται για δαπάνη, δεν πρόκειται για potlatch [πρακτική αμερικανικών ινδιάνικων φυλών κατά την οποία οι φύλαρχοι ανταγωνίζονται μέσω μεγαλοπρεπών δώρων, ή ακόμα και μέσω της καταστροφής αγαθών, προκειμένου να ισχυροποιήσουν το κύρος τους -σ.σ.], στον βαθμό ακριβώς που βρισκόμαστε στους αντίποδες της θυσίας – πάντα εις βάρος των άλλων γίνονται οι καταστροφικές αφαιρέσεις.
 
Μαζί με αυτά, το πολυτιμότερο πλεονέκτημα των νέων βαρβάρων σήμερα είναι αναμφίβολα η πρωτοβουλία των κινήσεων· και αυτό το ατού γίνεται όλο και πιο κυρίαρχο, όσο ο νέος Άξονας προχωρά τις επιχειρήσεις επανακατάκτησής του, χωρίς ποτέ να συναντά αντίσταση ικανή να τον εξαναγκάσει να μεταβεί από τη δυναμική στάση σε μια στατική θέση, και έπειτα στην υποχώρηση – σε ένα Στάλινγκραντ, οποιασδήποτε μορφής κι αν είναι αυτό.
 
Αυτό είναι ακριβώς το κρίσιμο πρόβλημα στη διαμόρφωση των σημερινών συσχετισμών δύναμης: οι νέοι βάρβαροι έχουν το μονοπώλιο των δυναμικών επιχειρήσεων, ενώ εκείνοι που θα μπορούσαν να αντιταχθούν στις επιχειρήσεις επανακατάκτησης και λεηλασίας τους, τηρούν στάση αναμονής, φοβισμένοι ή αποπροσανατολισμένοι· κωλυσιεργούν, με το όπλο παρά πόδα. Υπάρχουν βάσιμοι φόβοι ότι αυτό που τους εμπνέει εδώ δεν είναι τόσο η σύνεση, όσο μια μορφή παράλυσης που απορρέει από την αμηχανία. Είναι σοκαρισμένοι από την ταχύτητα των επιχειρήσεων που διεξάγει ο νέος Άξονας, όλα γίνονται πολύ γρήγορα γι' αυτούς (η "ουράνια γραφειοκρατία" δεν φημίζεται για τα γρήγορα αντανακλαστικά της), κι έτσι χρονοτριβούν. Όσο όμως συνεχίζεται αυτό, τόσο οι βάρβαροι αποκτούν αυτοπεποίθηση και αποθρασύνονται — ξανά η ευφορία που καταλαμβάνει τον κατακτητή ο οποίος μόλις κάρφωσε τη σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό στην κορυφή του όρους Ελμπρούς: "… und dann die ganze Welt..." (και μετά όλος ο κόσμος). Η χρονοτριβή, εδώ, δεν είναι σύνεση —η περίφημη ελληνική φρόνηση, αλλά και εκείνη που συστήνει το εγχειρίδιο πολέμου του Σουν Τζου— είναι μάλλον απόγνωση, παράλυση και ίλιγγος μπροστά στην ολέθρια επιτάχυνση του ιστορικού χρόνου που προκαλεί το πέρασμα στην επίθεση των νέων βαρβάρων, σε όλα τα μέτωπα.
 
Ο ακαριαίος χαρακτήρας των κινήσεων των ηγετών του νέου Άξονα αφοπλίζει την κινεζική ηγεσία, η οποία θα έκλινε μάλλον στο να βασιστεί στη μεγάλη διάρκεια, θεωρώντας ότι ο χρόνος κυλά φυσιολογικά υπέρ της (ένας χρόνος που έχει ως μήτρα του την οικονομική ανάπτυξη). Δεν θα έπρεπε να λησμονούμε ότι ο πόλεμος-σημείο αναφοράς για εκείνους, συνδεδεμένος με τη νίκη και τη χειραφέτηση του κινεζικού λαού, ήταν εκείνος που τους έφερε αντιμέτωπους σε πολλαπλά μέτωπα με τον Ιάπωνα εισβολέα, το Κουομιντάνγκ και τους πολέμαρχους – ένας πόλεμος διάρκειας άνω των δεκαπέντε ετών, ένας πόλεμος φθοράς συνυφασμένος με ένα πλήθος μετακινήσεων και ανατροπών. Η σύντομη ένοπλη σύγκρουση Κίνας-Βιετνάμ το 1979 φαντάζει, μπροστά στο γενεσιουργό γεγονός του ατέρμονου απελευθερωτικού πολέμου που ολοκληρώθηκε το 1949 με την ανακήρυξη της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, ως μια εκτεταμένη αψιμαχία δευτερεύουσας σημασίας. Έκτοτε, ο κινεζικός στρατός δεν έχει γνωρίσει το βάπτισμα του πυρός· του λείπει, από τη βάση ως την κορυφή, η πολεμική εμπειρία. Αυτό βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με τους Ισραηλινούς, οι οποίοι από το 1948 δεν έπαψαν ποτέ να βρίσκονται σε πόλεμο, και τις Ηνωμένες Πολιτείες που, από το τέλος του πολέμου του Βιετνάμ —χωρίς καν να ανατρέξουμε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο— έχουν εμπλακεί σε τουλάχιστον τρεις πολέμους και σε πλήθος εκστρατειών και επιχειρήσεων μικρότερης ή μεγαλύτερης εμβέλειας.
 
Αυτό που θα μπορούσε να φανεί σχεδόν διασκεδαστικό, αν η παρούσα κατάσταση προσφερόταν για γέλια, είναι ο βαθμός στον οποίο τα πολιτικά ζόμπι που υποτίθεται ότι προΐστανται των πεπρωμένων της Ευρώπης στερούνται κάθε ερείσματος —νοητικού, πολιτικού ή στρατηγικού— πάνω στο "σήμερα", στην ίδια την πολιτική και ιστορική του υφή. Δεν είναι απλώς αποπροσανατολισμένοι, lost in translation, αλλά εντελώς ξένοι προς ό,τι συνιστά την ουσία της εποχής σε αυτό που διακυβεύεται τώρα. Στις 2 Μαρτίου, τρεις ημέρες μετά την έναρξη των βομβαρδισμών κατά του Ιράν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, ο Βρετανός Πρωθυπουργός, ο Γερμανός Καγκελάριος και ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας εξέδωσαν κοινή δήλωση στην οποία εξέφραζαν "τον αποτροπιασμό τους για τις αδιάκριτες και δυσανάλογες επιθέσεις με πυραύλους που εξαπέλυσε το Ιράν". Για αυτούς τους ανθρώπους, το πραγματικό, ως θεμελιώδης και ρυθμιστική αρχή της ύπαρξης, τελεί σε αναστολή, επ’ αόριστον. Ο Κλεμανσώ, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, υποστήριζε ότι η υστεροφημία θα μπορούσε να ερίζει ατέρμονα για τις ευθύνες του καθενός στην αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στην καταστροφή, χωρίς όμως να μπορεί να αμφισβητηθεί το θεμέλιο των γεγονότων: τον Αύγουστο του 1914, δεν ήταν το Βέλγιο που εισέβαλε στη Γερμανία, αλλά το αντίστροφο.
 
Έκανε όμως μεγάλο λάθος: για τους κυρίους Μερτς, Μακρόν και Στάρμερ, το πράγμα είναι ξεκάθαρο: το Ιράν ήταν εκείνο που ξεκίνησε τις εχθροπραξίες στις 28 Φεβρουαρίου.

 
[4]  Αυτή η μορφή της σύγκλισης, της οποίας η κινητήριος δύναμη θα ήταν τόσο η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων όσο και ο τρόπος ζωής, στοίχειωσε αρκετούς δυτικούς στοχαστές κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 – με την ΕΣΣΔ να κατέχει τότε τη θέση που κατέχει σήμερα η Κίνα. Βλέπε σχετικά Raymond Aron: Δεκαοκτώ μαθήματα για τη βιομηχανική κοινωνία (1955-56).

[5] 
Βλέπε επί του προκειμένου την τηλεοπτική σειρά που σκηνοθέτησε ο Γουόνγκ Καρ Γουάι και η οποία σημείωσε τεράστια επιτυχία στο κινεζικό κοινό: Blossoms Shanghai (2023) – διαθέσιμη στο Mubi.
 
Δείτε ένα ακόμη κείμενο του Alain Brossat στο Αλμανάκ: 
Από την εποχή των ιδεολογιών στην εποχή του gaslighting
Αλμανάκ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ