Γεννήθηκα στην Αθήνα και μεγάλωσα με τη γιαγιά μου, με εκείνη έμενα. Τα πρώτα μου χρόνια, μέχρι δέκα-έντεκα χρονών, τα θυμάμαι σε ένα διαμέρισμα Πατησίων και Πελλήνης, απέναντι από το Πολυτεχνείο. Μετά μετακομίσαμε σε ένα άλλο σπίτι που ήταν στον Άγιο Λουκά, στα Κάτω Πατήσια. Το περιβάλλον ήταν πολύ αγαπησιάρικο, λόγω της γιαγιάς· θυμάμαι να μυρίζει πάντα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, μακαρόνια με κιμά που μου αρέσανε πολύ, πατάτες τηγανητές και άλλα φαγητά που έφτιαχνε. Ήταν όλα μικρά διαμερίσματα, όπου δεν μπορούσα να κάνω τα περίφημα μεγάλα πάρτι που έκαναν οι άλλοι συμμαθητές μου, οι οποίοι έμεναν σε μεγάλα, πολύ ωραία σπίτια – γιατί πήγαινα σε ιδιωτικό σχολείο, της Μίνας Αηδονοπούλου. Όμως δεν μου έλειπε αυτό, γιατί είχα τη γιαγιά μου και μου ήταν πάντα αρκετή.
• Τα όνειρά μου ήταν πολύ κλισέ. Είχαν να κάνουν με τον χώρο του θεάτρου κυρίως, δηλαδή ονειρευόμουν να γίνω ηθοποιός, ήθελα να παίζω σε ταινίες, στο θέατρο, αλλά πολύ γρήγορα ναυάγησαν, γιατί μόλις έγινα δεκάξι και το ανακοίνωσα στον πατέρα μου, μου είπε «αυτό να το ξεχάσεις. Πες μου το plan B, την εναλλακτική σου». Εγώ δεν είχα εναλλακτική, γιατί δεν είχα σκεφτεί ότι θα μου πει κάποιος «αυτό ξέχνα το». Του είπα «δεν έχω σκεφτεί κάτι άλλο» και μου απάντησε «καλά, θα σου προτείνω εγώ λοιπόν να δοκιμάσεις να γίνεις δημοσιογράφος. Πιστεύω ότι θα γινόσουν πολύ καλή πολεμική ανταποκρίτρια». Και δείτε τώρα πόσο επίκαιρο είναι. Έβλεπα τις προάλλες στις ειδήσεις τη Σοφία Φασουλάκη, που είναι πολεμική ανταποκρίτρια, πόσο καταπληκτική είναι στη δουλειά της, και σκεφτόμουν ότι αν ζούσε ο πατέρας μου και την έβλεπε, θα γυρνούσε, θα με κοιτούσε και θα μου έλεγε «να, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσες να είχες γίνει;».
«Θα σε βρίζουν στα social media, θα σου εύχονται να ψοφήσεις, θα ακούς τα τέρατα, αλλά θα έχεις και τα οφέλη. Όλα είναι ένα πακετάκι. Το παίρνεις ή το αφήνεις».
• Τελικά σπούδασα δημοσιογραφία. Τελείωσα το σχολείο, πήρα το δίπλωμά μου στα αγγλικά και στα γαλλικά και γράφτηκα στο Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας. Παράλληλα είχα καταθέσει τα χαρτιά μου και στο Orlando University, στη Φλόριντα, που έχει ένα πενταετές πρόγραμμα δημοσιογραφίας με εξειδικεύσεις. Παρά το γεγονός ότι έγινα δεκτή, δεν πήγα τελικά, γιατί ενώ η μαμά μου ήθελε πάρα πολύ να πάω, ο μπαμπάς μου επέμενε ότι «όχι, πρέπει να μείνεις στην Ελλάδα και να μάθεις τη δημοσιογραφία μέσα από τη δουλειά. Γιατί η δημοσιογραφία δεν είναι κάτι που διδάσκεται στα πανεπιστήμια, είναι κάτι που το μαθαίνεις στον δρόμο, στην εφημερίδα, στο περιοδικό». Έμεινα εδώ και έμαθα δουλεύοντας.
• Θα ακουστεί παράξενο, αλλά τη ζωή μου δεν μου την έχει αλλάξει κάποιος άνθρωπος, εγώ η ίδια μού αλλάζω τη ζωή κατά καιρούς, γιατί αλλάζω συνεχώς. Δηλαδή μεγαλώνω, και όσο μεγαλώνω αλλάζω και σχήμα, αλλάζω συναισθηματικό προορισμό, ψυχολογικό προσανατολισμό, αλλάζω μέσα μου. Καταστάσεις με έχουν κατά καιρούς αλλάξει, απώλειες δικών μου ανθρώπων, ο χαμός του πατέρα μου, ο χαμός της γιαγιάς μου. Ήταν πράγματα τα οποία με έκαναν να ενηλικιωθώ πολύ απότομα και με σκλήρυναν, με πόνεσαν πάρα πολύ. Αλλά ο πόνος σε σκληραγωγεί κιόλας. Οπότε πιο πολύ θα έλεγα ότι με άλλαξαν οι καταστάσεις και οι απώλειες.
• Η πρώτη μου δουλειά ήταν όταν ακόμα πήγαινα σχολείο· όταν ήμουν στη Β’ Λυκείου έγραφα στο «Cosmopolitan» μια στήλη για εφήβους. Έχω κρατήσει ακόμα κάποια αποκόμματα σε ένα άλμπουμ. Καλή ήταν. Έγραφα κάποια πράγματα που πίστευα ότι απασχολούσαν τους νέους της γενιάς μου. Στη συνέχεια έγραφα στην εφημερίδα «24 Ώρες», μετά στο περιοδικό «Ένα» – το ένα περιοδικό έφερνε το άλλο. Στην ΙΜΑΚΟ, τη δεκαετία του ’90, μπήκα απλώς για να δουλέψω ως παραγωγός ραδιοφώνου στον Sfera FM, αλλά ο Πέτρος Κωστόπουλος με φώναξε στο γραφείο του και μου είπε «κοίταξε, εγώ βλέπω σε σένα πράγματα που εσύ μάλλον δεν τα βλέπεις, πιστεύω λοιπόν ότι πρέπει να σε κάνω διευθύντρια». Και ενώ έτρεμα σαν το ψάρι, με έκανε διευθύντρια του ραδιοφωνικού σταθμού, όπου έμεινα έξι χρόνια. Μετά με έκανε και διευθύντρια στη δισκογραφική εταιρεία Nitro Music. Αυτές οι δύο θέσεις ήταν εξαιρετικά καθοριστικές για μένα, γιατί μου έμαθαν να αναπτύσσω την ηγετική ικανότητα, το leadership, να μπορώ να εμπνέω ομάδες.
• Λένε ότι το πρώτο σου αφεντικό, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, είναι πολύ σημαντικό. Οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάστηκα στο ξεκίνημά μου έχουν γράψει ιστορία στην Ελλάδα. Ο Παύλος Μπακογιάννης, το πρώτο μου αφεντικό στο περιοδικό «Ένα», ο Γιώργος Κοσκωτάς, το πρώτο μου αφεντικό στον ραδιοφωνικό σταθμό Sky 100,4, μετά ο Κωστόπουλος. Δηλαδή είναι άνθρωποι που ακούς το όνομά τους και δεν λες «ποιος είναι αυτός;». Βέβαια, υπήρξαν και οι άνθρωποι που μου έδωσαν την ευκαιρία να υπάρξω στην τηλεόραση: ο Μίνως Κυριακού και ο Δημήτρης Κοντομηνάς.
• Στη σκιά του μπαμπά μου με έναν πολύ τρυφερό τρόπο θα είμαι για πάντα, αφού το εκτόπισμά του πάντα θα είναι πιο μεγάλο. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, ό,τι κι αν καταφέρω να κάνω, ακόμα κι αν γράψω βιβλία, ακόμα κι αν κάνω και τις πιο σπουδαίες εκπομπές, για μένα –φαντάζομαι και για τον κόσμο– ο μπαμπάς μου θα είναι πάντα ο σπουδαιότερος όλων, ένας υπέροχος συγγραφέας, ένας καταπληκτικός άνθρωπος της τηλεόρασης και ένας δημοσιογράφος σπουδαίος.
• Τις στιγμές που η εκπομπή αγγίζει έστω απαλά, απλά και έμμεσα θέματα πολιτικά, κοινωνικά, χωρίς να μπαίνει εις βάθος, γιατί δεν έχουμε τα μέσα να χτυπήσουμε τα προβλήματα στη ρίζα τους με τη γροθιά μας, εγώ νιώθω στο στοιχείο μου. Γενικά δεν αγαπώ πολύ το celebrity gossip. Στα πολιτικοκοινωνικά θέματα νιώθω ότι κάτι μπορεί να προσφέρω, έστω και ένα ψίχουλο. Θεωρώ ότι όλοι όσοι βγαίνουμε στην τηλεόραση έχουμε, ή τουλάχιστον οφείλουμε να έχουμε, κοινωνική ευθύνη. Δηλαδή μας δίνεται ένα βήμα, ένας τηλεοπτικός φακός και ένα μικρόφωνο, πρέπει να προσέχουμε τι λέμε και πώς το λέμε. Ακόμα πιο πολύ νομίζω ότι πρέπει να προσέχουμε σε ποιους δίνουμε βήμα. Γιατί ακούγονται διάφορες γνώμες και σκέψεις και ακρότητες στην ελληνική τηλεόραση και μετά βγαίνουμε εμείς και λέμε «ναι, ντροπή που το είπε αυτό». Μα δεν δίνεις βήμα σε κάποιον άνθρωπο επειδή λέει ακρότητες μόνο και μόνο για να βγεις μετά εσύ να κάνεις τον καλό. Μην του δώσεις καθόλου.
• Θα ήμουν αχάριστη αν έλεγα ότι ένιωσα ποτέ αδικημένη. Μου δόθηκαν ευκαιρίες. Δεν ξέρω αν ήταν λόγω φύλου ή λόγω επιθέτου – για να είμαι δίκαιη, μπορεί να άνοιξε πόρτες και το επίθετο, είναι πολύ πιθανό. Αλλά, από την άλλη, για να μη μαστιγώνω συνέχεια τον εαυτό μου, αν ήμουν και ένα άτομο εντελώς ατάλαντο και άχρηστο, αυτές οι πόρτες που άνοιξαν για να δοκιμάσουν τι στο διάολο είναι αυτή η Γερμανού πια, αν έκριναν ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα καλά, θα έκλειναν. Θυμάμαι τον Παύλο Μπακογιάννη, που με πρωτοδοκίμασε ως μεταφράστρια ξένων κειμένων και με έστειλε να κάνω ρεπορτάζ αγοράς στα μαγαζιά, «πόσο κάνει αυτή η ζώνη, πόσο κάνουν τα παπούτσια» – αυτό έκανα στην πρώτη μου δουλειά, στο «Ένα», έγραφα «αυτήν τη ζώνη θα τη βρείτε εκεί και κάνει τόσο». Μου είπε λοιπόν «άκου να δεις, επειδή έχεις αυτό το επίθετο, εγώ θα σε δοκιμάσω. Αλλά να εξηγούμαστε, δεν είμαι υποχρεωμένος να σε κρατήσω». Και απάντησα, «ναι, το ξέρω». Έμεινα δύο χρόνια εκεί και μετά άλλα τέσσερα στον Κοσκωτά και μετά πάει λέγοντας. Άρα κάτι έκανα καλά. Τώρα από εκεί και πέρα, δεν ένιωσα ποτέ ότι τη θέση μου ή τη δουλειά μου την πήρε ένας άντρας επειδή ήταν άντρας κι εγώ την έχασα επειδή ήμουν γυναίκα. Και νομίζω ότι σήμερα, που είναι 2026, οι γυναίκες έχουν κατακτήσει πάρα πολλές θέσεις, και διευθυντικές και θέσεις στελεχών και έχουν κάνει πολλά. Βέβαια, πάντα ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο, εννοείται. Θα μ’ άρεσε να δω μια γυναίκα πρωθυπουργό στην Ελλάδα. Αλλά πιστεύω ότι είμαστε σε καλό δρόμο.
• Επιτυχία για μένα σημαίνει να σε βλέπει ο κόσμος και να χαμογελάει μόλις σε συναντήσει, να μη γυρίζει τα μούτρα του και να μην ξινίζει. Αυτό είναι επιτυχία στον χώρο μου τελικά. Γιατί όσο περνάνε τα χρόνια και βλέπω τι γίνεται γύρω μου, στον κόσμο, στους συναδέλφους κ.λπ., καταλαβαίνω το παιχνίδι των τηλεθεάσεων και των καναλιών και των media και βλέπω ότι τελικά αυτό που σου μένει είναι ο κόσμος. Γιατί αυτός έχει την εξουσία, που είναι το τηλεκοντρόλ. Και το θέμα δεν είναι μόνο το αν θα σε δει στην τηλεόραση αλλά και όταν σε δει στο σούπερ μάρκετ να σου πει «γεια σου, κοριτσάκι μου, να σε έχει ο Θεός καλά, μας φτιάχνεις τη μέρα». Αυτό είναι η επιτυχία. Το «τι καλό παιδί που είσαι εσύ και τι καλό πλάσμα και τι περήφανος θα είναι ο πατέρας σου από εκεί ψηλά». Αυτή είναι η επιτυχία και τίποτε άλλο.
• Η τηλεόραση πιστεύω ότι έχει γίνει πια αφόρητα αυτοαναφορική. Δηλαδή, αντί να παράγουμε πρωτογενές περιεχόμενο, αντί να πούμε στον τηλεθεατή «καλημέρα, σήμερα στην εκπομπή μας θα δείτε πόσο κάνουν τα αυγά στο σούπερ μάρκετ, μια συνέντευξη του Γιώργου Τάδε και μετά θα δείτε ζώδια και μαγειρική κ.λπ.», θέλουμε να τσακωθούμε με τον άλλον που έχει εκπομπή απέναντι από εμάς, να απαντήσουμε σε κάποιον που μας έθιξε την προηγούμενη μέρα, και θεωρούμε ότι ο κόσμος ενδιαφέρεται γι’ αυτό. Δεν ενδιαφέρεται όμως. Και το λέω γιατί μου στέλνουν πάρα πολλά μηνύματα «σταματήστε να μας λέτε ποιος τσακώθηκε με ποιον και να απαντάτε» – κι ας μην απαντάμε ποτέ στην εκπομπή μας. Φαντάζομαι ότι τα στέλνουν σε μένα γιατί με βλέπουν σαν σανίδα σωτηρίας. Γιατί πρέπει να κάνουμε οι εκπομπές μεταξύ μας κουσκούς; Γιατί πρέπει να έχω εγώ beef με κάποιον άλλο παρουσιαστή ή με κάποια άλλη παρουσιάστρια; Αυτό δεν καταλαβαίνω, το μεταξύ μας.
• Υπήρξαν πολλές φορές που ένιωσα ότι η ειλικρίνειά μου με έθιξε επαγγελματικά. Πολύ συχνά το έχω νιώσει αυτό. Στις δέκα συνεντεύξεις που έχω δώσει, τις μισές τις έχω πληρώσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Επειδή δεν φιλτράρω αυτά που λέω και μονίμως λέω την αλήθεια, μόλις η συνέντευξη προβληθεί, δημοσιευτεί, τυπωθεί, οτιδήποτε, την επόμενη μέρα κάποιος θα έχει θυμώσει, κάποιος θα μου κάνει μούτρα. Κάποιος θα έχει παρεξηγηθεί μαζί μου. Κάποιος θα έχει καταλάβει αλλιώς τι έχω πει. Εγώ θα το έχω πει αλλιώς, αυτός θα το έχει καταλάβει αλλιώς. Το κανάλι θα μου λέει «Παναγία μου, πάλι θα τρέχουμε να μαζέψουμε τους νευριασμένους μαζί σου». Μονίμως. Και τι να κάνω εγώ, βρε παιδιά, να αλλάξω τώρα τον χαρακτήρα μου και να πάψω να είμαι ειλικρινής για να μην παρεξηγούνται οι άνθρωποι; Δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Εγώ έτσι είμαι. Τα λέω τσεκουράτα.
• Οι άνθρωποι είναι αποφασισμένοι ότι θα κρίνουν με βάση αυτό που διαβάζουν και που βλέπουν στα media. Άρα δεν μπορώ να πω σε αυτούς που είναι πίσω από ένα πληκτρολόγιο «σας παρακαλώ, περιμένετε πρώτα να με γνωρίσετε, και αν δεν με συμπαθήσετε, μετά γράψτε για μένα». Πώς θα το κάνω αυτό το πράγμα σε τόσους χρήστες; Κάθε φορά που αποφασίζω να μιλήσω, να πω τη γνώμη μου, εκτίθεμαι, αλλά αν δεν ήθελα, θα διάλεγα ένα άλλο επάγγελμα. Το επάγγελμα αυτό είναι ανοιχτό, είναι κάμπριο. Εκτίθεσαι.
• Ένα μεγάλο πρόβλημα στη δημοσιογραφία σήμερα είναι η έλλειψη αντικειμενικότητας. Επειδή βλέπω αρκετά και αμερικανική τηλεόραση και αγγλική, βλέπω πώς λένε τις ειδήσεις στο εξωτερικό, δηλαδή «σήμερα οι ειδήσεις είναι αυτές, καλή σας νύχτα, κυρίες και κύριοι», όπως οφείλει κάθε δημοσιογράφος που έχει χρέος να μην είναι χρωματισμένος υπέρ του ενός ή του άλλου. Δεν σπάει μυς στο πρόσωπό τους. Δεν λένε την άποψή τους, δεν λένε «πώς γίνονται αυτά τα πράγματα;», «τι ντροπή είναι αυτή, κυρίες και κύριοι». Τίποτα.
• Κοντεύουμε να φτάσουμε να χειραγωγεί το κοινό την τηλεόραση και να καθοδηγεί το κοινό τους τηλεοπτικούς διευθυντές στο τι θέλει να δει και πώς να το δει. Άρα δεν πιστεύω ότι η τηλεόραση χειραγωγεί το κοινό. Μάλλον το κοινό είναι πια σε θέση να καθοδηγεί τα κανάλια προς το τι θέλει να βλέπει περισσότερο. Νομίζω ότι το κοινό έχει πάρα πολλές επιλογές. Δηλαδή, πραγματικά, μπορεί να επιλέξει να δει ό,τι θέλει. Reality επιβίωσης, reality μαγειρικής, reality μόδας, εκπομπές τέχνης και λόγου, μυθοπλασία, κουσκούς, ειδήσεις, ενημέρωση. Ό,τι και να θέλει, είναι στην άκρη της παλάμης του. Βλέπω τηλεόραση. Αρκετή. Ανήκω σε αυτούς που δουλεύουν στην τηλεόραση και βλέπουν πολλή τηλεόραση. Και βλέπω λίγο απ’ όλα.
• Δεν έχω μετανιώσει για τίποτε από αυτά που έχω πει. Έχω στενoχωρηθεί που η τοποθέτησή μου στενoχώρησε ανθρώπους, αλλά από τη στιγμή που εγώ ξέρω πως η πρόθεσή μου δεν ήταν να τους στενoχωρήσω, καθόλου, εγώ είμαι ok με τη συνείδησή μου, τις περισσότερες φορές δεν μετανιώνω. Πιστεύω ότι όλα είναι μαθήματα που πρέπει να πάρουμε στη ζωή με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
• Αν μπορούσα να γυρίσω πίσω τον χρόνο, θα προσπαθούσα να κάνω λίγο παραπάνω εφημεριδοδουλειά. Δηλαδή να περάσω λίγο περισσότερα χρόνια στην εφημερίδα. Γιατί έκανα μόνο τρία και ήταν λίγα, δεν ήταν αρκετά για να πάρω αυτήν τη μυρωδιά όπως την ήθελα. Θα έκανα περισσότερη εφημερίδα κι ας μου κόστιζε, κι ας μέτραγα τώρα λιγότερα χρόνια στην τηλεόραση.
• Τα οφέλη που σου προσφέρει η τηλεόραση είναι η αναγνωρισιμότητα και ο βιοπορισμός. Σου προσφέρει μια οικονομική άνεση, την οποία δεν πιστεύω ότι υπάρχει κανείς που να μη θέλει, αλλά η αναγνωρισιμότητα μπορεί να σου γυρίσει μπούμερανγκ πολλές φορές. Αυτά τα δύο όμως στην περίπτωσή μου πάνε πακέτο, δεν μπορείς να έχεις το ένα χωρίς το άλλο. Δεν μπορείς να πεις «θέλω να έχω την αγάπη του κόσμου, θέλω την αναγνωρισιμότητα, θέλω να έχω λεφτά να μπορώ να πάω ένα ταξίδι, αλλά, παρακαλώ πολύ, δεν θέλω να με αναγνωρίζετε στον δρόμο και να με ενοχλείτε». Δεν γίνεται. Θα τα πληρώσεις όλα μαζί. Θα σε βρίζουν στα social media, θα σου εύχονται να ψοφήσεις, θα ακούς τα τέρατα, αλλά θα έχεις και τα οφέλη. Όλα είναι ένα πακετάκι. Το παίρνεις ή το αφήνεις.
• Η πορεία μου στη μουσική ξεκίνησε ένα βράδυ στις αρχές της δεκαετίας του ’90 που γνώρισα τον Κώστα Χαριτοδιπλωμένο – είχα πάει για να του πάρω συνέντευξη. Όταν τελειώσαμε, με άφησε έξω από το στούντιο Σιέρα για να πάρω ταξί –θα έμπαινε για να κάνει έναν δίσκο με τη Μαντώ– και ενώ περίμενα, μού λέει «θέλεις να μπεις να περιμένεις στο στούντιο;». Τη στιγμή που μπήκα γράφανε μια μπαλάντα και μου λέει «ψήνεσαι να βάλεις τον στίχο; Νομίζω ότι μπορείς». Εκεί έγραψα το «Πώς» της Μαντώς και από τότε δεν σταμάτησα ποτέ. Η δεκαετία του ’90 και οι αρχές του 2000 ήταν οι πιο γεμάτες μου δεκαετίες, μετά λίγο το άφησα, αλλά τώρα γράφω πάλι.
• Προσπαθώ να ακολουθώ τη φιλοσοφία των Κινέζων, που λένε ότι «το να ζεις στο χτες είναι μάταιο γιατί το χτες έχει περάσει, το να σκέφτεσαι το αύριο είναι επίσης μάταιο γιατί δεν ξέρεις τι θα συμβεί, οπότε ζήσε στο τώρα γιατί είναι το μόνο που έχεις». Άρα μου δίνει ελπίδα το να ζω τη στιγμή, το τώρα, δηλαδή να μην αγχώνομαι για το τι θα συμβεί και να μη σκέφτομαι τι έχει χαθεί.
• Ο πιο μεγάλος μου φόβος είναι η ανημπόρια και οι αρρώστιες. Δεν με φοβίζει ο θάνατος, πιστεύω ότι είναι κάτι αναπόφευκτο και καμιά φορά, άμα γίνει και γρήγορα, είναι και λυτρωτικός.
• Τα σχόλια δεν τα κυνηγάω, δηλαδή δεν είμαι από αυτούς που γκουγκλάρουν το όνομά τους για να δουν τι γράψανε σήμερα για εκείνους, δεν έχω τέτοιου είδους μαζοχισμό. Αν γραφτεί ένα σχόλιο για μένα στο Instagram που ανεβάζω μια φωτογραφία, θα το διαβάσω, αλλά θυμάμαι αυτό που μου είχε πει η ψυχολόγος μου, κι έχει πάρα πολύ δίκιο: «Σκέψου προτού θυμώσεις ότι αυτός ο άνθρωπος που θα μπει στον κόπο να γράψει για σένα την πιο μεγάλη κακία, που θα γράψει “πώς είσαι έτσι, παλιοπατσαβούρα, παλιόγρια”, μπορεί να περνάει πολύ άσχημα στη ζωή του. Φαντάσου ότι μπορεί να έχει χειρότερα προβλήματα από σένα, να είναι μόνος του, να έχει πάει η μέρα του σκατά, να θέλει κάπου να ξεσπάσει, και εκείνη την ώρα ξεσπάει σε σένα. Και εκείνη τη στιγμή νιώθει μια ανακούφιση. Ε, δώσ’ τη του τη ριμάδα». Οπότε κάπως έτσι το φιλοσοφώ.
• Με ενοχλεί πάρα πολύ όταν είμαι στον δρόμο με το αυτοκίνητο και πάω στη δουλειά, που βλέπω ότι οδηγούμε άτσαλα, με κακία, με τοξικότητα. Έχουμε τόσο θυμό, είναι λες και είμαστε στα συγκρουόμενα, ποιος θα πέσει πάνω στον άλλο, ποιος θα ανοίξει το παράθυρο να ρίξει μούντζα, ποιος θα βρίσει, ποιος θα κατέβει κάτω με κάνα κατσαβίδι... Δεν πάμε καλά. Αυτά τα νεύρα, αυτή η έκρυθμη κατάσταση που πλανάται στην ατμόσφαιρα, γύρω μας στους δρόμους, είτε είμαστε πεζοί, είτε είμαστε οδηγοί, μας έχουν κάνει πάρα πολύ ανάγωγους. Όχι όλους βέβαια, στην επαρχία δεν είναι έτσι τα πράγματα, υπάρχει ακόμα γλύκα και ευγένεια, μιλάω για την πόλη κυρίως. Η αδικία με ενοχλεί επίσης πάρα πολύ, όταν βλέπω να γίνονται τα πράγματα υπέρ των δυνατών και κατά των αδυνάτων.
• Μου αρέσουν πολύ τα ταξίδια, τα βάζω Νο1 στη λίστα μου. Δεν έχω πια πολύ ελεύθερο χρόνο, αλλά όποτε καταφέρω να ξεκλέψω έστω και δύο-δυόμισι μέρες, πάω στο Ναύπλιο ή στην Αρκαδία για να πάρω λίγο οξυγόνο, καθαρό αέρα. Μου αρέσουν πολύ οι μικρές εκδρομές, μ’ αρέσει η γυμναστική, μ’ αρέσει πολύ να ασχολούμαι με ζώα, με αδέσποτα και με τα δικά μου, μου αρέσουν οι φίλοι μου, η μουσική, μια καλή ταινία, μια ωραία παράσταση, η ηρεμία, ο διαλογισμός, η γιόγκα – όσο μεγαλώνω, τόσο πιο Βούδας γίνομαι...
• Γενικά, είμαστε θεατές, δεν πιστεύω ότι μπορούμε να κάνουμε και πολλά πράγματα, να αναλάβουμε δράση. Είμαστε θεατές σε ένα έργο το οποίο άλλος το σκηνοθετεί, άλλοι πρωταγωνιστούν κι εμείς είμαστε από τη μεσαία σειρά της αίθουσας και πίσω, τρώμε τα ποπ κορν μας και παρακολουθούμε, περιμένοντας να δούμε αν θα εξελιχθεί σε άγριο θρίλερ ή αν θα παραμείνει ταινία δράσης. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα αυτήν τη στιγμή. «Οι βλάκες είναι πιο επικίνδυνοι από τους κακούς» δεν λένε;
• Δεν χρειάζεται να έχουμε όλοι γνώμη για όλα, επί παντός επιστητού. Αυτό το λέω γιατί το παρατηρώ και τελευταία κάνοντας αυτή την εκπομπή στην τηλεόραση, όπου κάνουμε τις λεγόμενες «πεσιματικές» συνεντεύξεις και ρωτάμε ανθρώπους «ποια είναι η γνώμη σας για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών;», «ποια είναι η γνώμη σας για τη θρησκεία;», «ποια είναι η γνώμη σας για τις αμβλώσεις;», «ποια είναι η γνώμη σας για τη μόλυνση του περιβάλλοντος;». Όλοι έχουν γνώμη για όλα. Και λέω «κάτσε, ρε φίλε, ένας δεν θα βρεθεί να πει “παιδιά, εγώ είμαι ένας άντρας 52 χρονών, δεν έχω γνώμη για τις αμβλώσεις. Αυτό είναι κάτι που αφορά τις γυναίκες”. Ας το πει μια φορά κάποιος» – και δεν το λέει κανείς. Θα προτιμούσα να μην έχουν όλοι γνώμη για όλα, κι ας είναι και δημόσια πρόσωπα. Θα ήθελα να βγει κάποιος μια φορά και να πει «εγώ μπορεί να είμαι ηθοποιός, σούπερ σταρ, τραγουδιστής, οτιδήποτε, αλλά δεν θέλω να έχω άποψη για όλα, δεν θέλω να μιλήσω για κάτι αν δεν το γνωρίζω εις βάθος».
• Ο έρωτας έχει παίξει πολύ ωραίο ρόλο στη ζωή μου και πολύ μεγάλο. Ερωτεύτηκα πολύ, αγάπησα και αγαπήθηκα πολύ, και μην ξεχνάμε ότι από τα 300 τραγούδια που έχω γράψει, τα διακόσια κάτι είναι αυτοβιογραφικά σχεδόν. Άρα τα εμπνεύστηκα από κάποιες σχέσεις.
• Η ζωή με έχει μάθει να μη θεωρώ τίποτα δεδομένο και να φέρομαι στους ανθρώπους όπως θέλω να μου φέρονται εκείνοι. Και όταν πάω να το ξεχάσω αυτό, να κάνω ένα «πατ» και να μου το ξαναθυμίζω.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.