Αν κοιτάξει κάποιος προσεκτικά το πεδίο των παραστατικών τεχνών, θα διαπιστώσει πως σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε οι ελληνικές παραστάσεις και οι Έλληνες δημιουργοί ταξιδεύουν στο εξωτερικό.
Αυτό που πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια έμοιαζε αδιανόητο ‒μόνο σποραδικά διαβάζαμε στα προγράμματα των μεγάλων διεθνών διοργανώσεων ελληνικά ονόματα, κυρίως ερμηνευτών και πολύ λιγότερο δημιουργών– έχει αλλάξει δραματικά, ίσως και οριστικά. Εδώ, θα πρέπει να αναφέρουμε τη μοναδική περίπτωση του Θεόδωρου Τερζόπουλου, που μόνος του δημιούργησε ένα σύστημα, με τις παραστάσεις του να περιοδεύουν σε όλο τον κόσμο επί δεκαετίες, λειτουργώντας ως πρεσβευτές του ελληνικού θεάτρου.
Από τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, που από το 2015 έχει ταξιδέψει με δημιουργίες του σε περισσότερες από 100 πόλεις, με 450 sold-out παραστάσεις σε περισσότερες από 45 χώρες και 4 ηπείρους, μέχρι τον Μάριο Μπανούσι, που από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου βρέθηκε όχι μόνο να περιοδεύει σε μεγάλα θέατρα και φεστιβάλ της Ευρώπης αλλά και να βραβεύεται με τον Αργυρό Λέοντα της Μπιενάλε Θεάτρου 2026 στη Βενετία, οι περιπτώσεις των Ελλήνων δημιουργών που ταξιδεύουν και περιοδεύουν στο εξωτερικό είναι πολύ διαφορετικές. Διαφορετικό είναι και το ζητούμενο των μεγάλων διοργανώσεων που αλλάζει τα τελευταία χρόνια και προσαρμόζεται ανάλογα με τη δυναμική της επικοινωνίας του θεάματος με το κοινό.
Με λίγα λόγια, το θέαμα που είναι πιο ελκυστικό δεν έχει να αντιμετωπίσει το φράγμα της γλώσσας· χορός και χοροθέατρο, υβριδικά θεάματα, ταξιδεύουν πιο «εύκολα» από τα αμιγώς θεατρικά έργα, τουλάχιστον σήμερα. Αυτό ίσως απαντά αρχικά στο ερώτημα σχετικά με το πόσο εύκολο είναι να ταξιδέψει μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό.
Μια ολόκληρη γενιά δημιουργών έχει ταξιδέψει στην Ευρώπη εκπροσωπώντας το ελληνικό θέατρο από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, σε μια περίοδο που συνέπεσε με την ελληνική οικονομική κρίση και με τη Γηραιά Ήπειρο να ενδιαφέρεται για το τι συνέβαινε σε μια χώρα που βρισκόταν στα πρωτοσέλιδα των διεθνών μέσων και για τα ζητήματα που απασχολούσαν τους Έλληνες καλλιτέχνες· με μια φράση το θέμα ήταν «τι τέχνη παράγεται σε καιρό κρίσης». Η πολιτικο-οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα πυροδότησε το ενδιαφέρον θεσμών και διοργανώσεων στο εξωτερικό τότε, αλλά αξίζει να σημειώσουμε πως ακόμα και σήμερα οι Έλληνες δημιουργοί αποτελούν μια ξεχωριστή περίπτωση. Το ενδιαφέρον έχει μετατοπιστεί, ωστόσο οι διοργανώσεις του εξωτερικού δεν παύουν να αναζητούν κάτι πολύ καλό από τη δική μας μικρή χώρα που αντιμετωπίζει ανυπέρβλητες δυσκολίες, από την άρτια παραγωγή μέχρι τις διεθνείς σχέσεις που χρειάζεται να έχει. Πολύ δύσκολα οι ομάδες ή οι δημιουργοί μπορούν να υποστηρίξουν μόνοι τους για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα τέτοιο μοντέλο χωρίς οικονομική ενίσχυση από τη χώρα τους, μέσω ιδιωτικών ή δημόσιων φορέων.
Το 2015, για να περάσουμε στους θεσμούς, πρώτη η Στέγη με φόντο ένα τελωνείο παρουσίασε το πρόγραμμά της, με τον Αντώνη Παπαδημητρίου να μιλά για την εξωστρέφεια που πρέπει να έχει ο ελληνικός πολιτισμός, έναν από τους βασικούς πυλώνες του προγράμματος εκείνης της χρονιάς. Η Στέγη αναδείχτηκε με συνέπεια σε game changer αυτής της υπόθεσης, ενισχύοντας αδιάλειπτα μέχρι και σήμερα δημιουργούς και ομάδες προκειμένου να ταξιδέψουν στο εξωτερικό και ενισχύοντας διαρκώς τις ελληνικές παραγωγές ως εκπροσώπους της πολιτιστικής διπλωματίας της χώρας όχι μόνο σε ευρωπαϊκό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, καλλιεργώντας παράλληλα σχέσεις μεταξύ καλλιτεχνών και επιμελητών, οργανώνοντας ένα αξιοσημείωτο λόμπι που επικεντρώνεται στον σύγχρονο πολιτισμό.
Από το 2023 και για τρία συνεχόμενα χρόνια, το Εθνικό Θέατρο οργάνωσε το Showcase με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και καλεσμένους ξένους καλλιτεχνικούς/-ές διευθυντές/διευθύντριες και επιμελητές/επιμελήτριες των πιο σημαντικών φεστιβάλ και θεάτρων του εξωτερικού, με στόχο να ενισχυθεί η ορατότητα του ελληνικού θεάτρου εκτός χώρας, να επιχειρηθεί να ταξιδέψουν παραστάσεις του οργανισμού σε πολύ σημαντικά ξένα φεστιβάλ, αλλά και να δρομολογηθούν συνεργασίες-συμπαραγωγές για το μέλλον. Όλα αυτά ήταν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας του Εθνικού Θεάτρου να δημιουργήσει ένα ισχυρό δίκτυο διεθνών συνεργασιών.
Την ίδια χρονική περίοδο, το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου εγκαινίασε το Grape, δίνοντας την ευκαιρία σε Έλληνες και Ελληνίδες δημιουργούς του χορού και του θεάτρου να παρουσιάσουν τα έργα τους στο πλαίσιο μιας πλατφόρμας για εκπροσώπους διεθνών φεστιβάλ, curators, καλλιτεχνικούς διευθυντές και υπεύθυνους προγραμματισμού πολιτιστικών φορέων του εξωτερικού, ενώ το ίδιο το Φεστιβάλ εμφανίζεται και ως συμπαραγωγός σε παραστάσεις Ελλήνων δημιουργών που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό. Οι πληροφορίες μας αναφέρουν ότι το Φεστιβάλ Αθηνών και το Εθνικό Θέατρο ετοιμάζονται να συμπράξουν στη δημιουργία μιας κοινής πλατφόρμας που θα κάνει ορατή την παρουσία των Ελλήνων δημιουργών στο εξωτερικό, με στόχο ακριβώς την εξωστρέφεια.
Ακόμα και σήμερα, που οι επιδόσεις των Ελλήνων δημιουργών βρίσκονται σε ένα αξιοσημείωτο και θαυμαστό επίπεδο, και έχει δημιουργηθεί ένα ρεύμα, όλοι μιλούν για την ηχηρή απουσία του κράτους. Δεν υπήρχε και δεν υπάρχει οργανωμένο σχέδιο ή στρατηγική για τη στήριξη των σύγχρονων Ελλήνων δημιουργών, δεν υπάρχει κεντρικός σχεδιασμός, όπως απουσιάζουν και τα αρχεία της ελληνικής εξωστρέφειας, η καταγραφή των δημιουργών και των παραστάσεων που ταξίδεψαν και ταξιδεύουν στο εξωτερικό. Και μόνο η μελέτη τους θα βοηθούσε στην εξαγωγή πολύ χρήσιμων συμπερασμάτων, στην ανάπτυξη της ήδη υπάρχουσας τεχνογνωσίας, στη μετάδοση της εμπειρίας και στην κατανόηση της σημασίας της οργανωμένης και συνεπούς πολιτιστικής διπλωματίας.
Ανοίγοντας αυτήν τη συζήτηση, ζητήσαμε από τους Έλληνες δημιουργούς Δημήτρη Παπαϊωάννου, Πρόδρομο Τσινικόρη, Ανέστη Αζά, Γιώργο Βαλαή, Χρήστο Παπαδόπουλο, Ευριπίδη Λασκαρίδη, Πατρίσια Απέργη και Μάριο Μπανούσι να μοιραστούν την πορεία του ταξιδιού τους στον κόσμο κυριολεκτικά με μια βαλίτσα στο χέρι, αντιμετωπίζοντας κυρίως οικονομικές δυσκολίες και ψάχνοντας μόνοι για παραγωγούς, συμπαραγωγούς, μάνατζερ ή οργανωτές περιοδειών. Μέσα από τις προσωπικές ιστορίες τους συγκροτείται η μεγάλη ιστορία της παρουσίας της σύγχρονης ελληνικής δημιουργίας στο εξωτερικό που έχει αξία ιστορική, καθώς οι ελληνικές ομάδες και τα σχήματα μιλάνε για πρώτη φορά για την εμπειρία τους. Παράλληλα, θέτει ερωτήματα για το τι έπεται αν αφήσουμε και αυτήν τη φορά το συγκυρία να πάει χαμένη. Διατυπώνεται επίσης και το πάγιο αίτημα των δημιουργών να μπορέσουν να καθίσουν γύρω από ένα τραπέζι με το κράτος και τους θεσμούς και να μιλήσουν για τη σημασία της εξωστρέφειας και της ορατότητας που αξίζει να έχουμε ως χώρα σε διεθνές επίπεδο, σημειώνοντας για μια ακόμα φορά το αυτονόητο, ότι ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια.
Πριν από έντεκα χρόνια ξεκίνησε η ιστορία, όταν με προγραμμάτισε το Παρίσι. Η Claire Verlet, μια φωτισμένη curator, είχε ήδη δει την «Πρώτη Ύλη» το 2013, αλλά δεν είχε κατάλληλο χώρο να την παρουσιάσει. Όταν είδε την ανοιχτή δοκιμή του «Still Life», που ήταν η πρώτη μου συνεργασία με τη Στέγη, το προγραμμάτισε για τη μεγάλη σκηνή του Theâtre de la Ville. Εμφανιστήκαμε και εξερράγη το σύστημα. Είχα το αμέσως επόμενο πρωί συνάντηση με το Φεστιβάλ της Αβινιόν και η πρώτη μεγάλη διεθνής μου συμπαραγωγή, ο «Μεγάλος Δαμαστής», μπήκε στα σκαριά. Μετά, τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους και εμφανίστηκα ως ο πρώτος Έλληνας auteur στις μεγάλες σκηνές, το Theâtre de la Ville, το Sandler’s Wells, το BAM. Πρόσφατα στη Νέα Υόρκη η διευθύντρια του ΒΑΜ είπε «με το που σε ανακαλύψαμε, μπήκαν στο ραντάρ μας οι Έλληνες». Μετά από μένα η Claire γνώρισε και τον Χρήστο Παπαδόπουλο και τον Ευριπίδη Λασκαρίδη.
Εγώ δεν δούλεψα ποτέ με μάνατζερ, είμαστε μια μικρή ομάδα, η Τίνα Παπανικολάου, η παραγωγός μου και το αριστερό μου χέρι (είμαι αριστερόχειρας), και ο Julian Mommert που ήρθε από το περιβάλλον του Μπομπ Γουίλσον ως προσωπικός μου βοηθός στην αρχή και του έδωσα την ευκαιρία να γίνει tour manager και να ασχοληθεί με τις διεθνείς μου σχέσεις (είναι εξαιρετικός και ως φωτογράφος). Με το που μας προγραμμάτισε το Παρίσι, ενδιαφέρθηκαν κι άλλοι. Το Παρίσι παίζει κρίσιμο ρόλο στη σύγχρονη τέχνη, είναι αυτό που εγκατέστησε την Πίνα Μπάους, τον Μπομπ Ουίλσον, τον Ουίλιαμ Φορσάιθ. Πρώτον, με το που φτάσαμε στο Παρίσι για να παίξουμε, η πρεμιέρα ήταν θριαμβευτική, ο κόσμος είχε σηκωθεί όρθιος και χτυπούσε ρυθμικά τα πόδια. Ο ενθουσιασμός εντεινόταν από την έκπληξη ότι από αυτό το μέρος του κόσμου έρχεται κάτι σημαντικό. Μετά τα πράγματα κύλησαν μόνα τους, δεν χρειάστηκε να προσλάβω μάνατζερ και agent.
Η Στέγη, ως κύριος παραγωγός, στήριξε την πρώτη μου περιοδεία. Εμείς είμαστε μια μικρή ανεξάρτητη ομάδα και οι περιοδείες είναι κάτι ακριβό. Η πρώτη περιοδεία του «Still Life», που πήγε πάρα πολύ καλά, οικονομικά με έβαλε πολύ μέσα. Την υποστήριξα οικονομικά προσωπικά γιατί μόλις είχα κάνει τους Ευρωπαϊκούς Αγώνες του Μπακού. Στη δεύτερη –του «Μεγάλου Δαμαστή»– καταφέραμε να μη βάλω από την τσέπη μου, αλλά δεν πληρώθηκα –εννοώ δεν πληρώθηκα για εργασία δυο χρόνων–, μετά άρχισαν τα πράγματα να αμείβονται κανονικά. Αυτό σημαίνει ότι γίναμε πιο ακριβοί για τους προγραμματιστές, αλλά είχαμε ήδη αποδείξει την αξία μας και επίσης γεμίζαμε τα θέατρα παντού.
Από την αρχή, από το Παρίσι ακόμα, χωρίς να με ξέρουν, η δουλειά μου έκανε εντύπωση. Αυτό εξέπληξε και τους προγραμματιστές. Μια αβανγκάρντ παράσταση έκανε εντύπωση αμέσως με το που βγήκε στη διεθνή αρένα –αυτό νομίζω το χρωστάω στο διαδίκτυο όπου ανεβάζω μικρά δείγματα της τέχνης μου–, πώς έγινε και γέμιζαν οι αίθουσες και μάλιστα από τόσο μικρές ηλικίες, από νέους ανθρώπους. Πιστεύω ότι η μεγάλη διαφορά της τωρινής εποχής είναι ότι υπάρχουν οι πλατφόρμες. Εμένα για τριάντα χρόνια στην Ελλάδα δεν υπήρχε καμία πλατφόρμα να με δει κανείς, ό,τι έγινε έγινε από την Κατάληψη. Αυτή είναι η μεγάλη αλλαγή μέσα στα χρόνια, ότι με το που θα σκάσει κάποιος και έχει ενδιαφέρον, θα τον δουν όλοι. Αυτό είναι σημαντικό. Έχουμε το παράδειγμα του Μάριο στο Εθνικό, που τον είδαν όλοι οι προγραμματιστές στην πλατφόρμα.
Τώρα το αν θα μπορέσει να επιβιώσει οικονομικά μια περιοδεία είναι ένα ζήτημα που εξαρτάται από την ιδιομορφία καθενός. Εγώ έχω μεγάλες παραγωγές και έχω τη μανία να μην αλλάζω καστ. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εξασφαλίσω στους ανθρώπους μόνιμους μισθούς, κάτι που ανεβάζει κάθετα το κόστος μιας παραγωγής. Κάτι που θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι κανένας δεν μας έχει καλέσει να κάνουμε μια συζήτηση γύρω από το τι μπορεί να κάνει το κράτος και τι σημαίνει η δική μας εμπειρία. Αυτό συμβαίνει φυσικά και χωρίς να βγαίνει κάποιος στο εξωτερικό ‒ ανεξάρτητα από αυτό, δεν υπάρχει μια συγκροτημένη αντίληψη για το πώς η σύγχρονη τέχνη θα μπορέσει να υποστηριχθεί. Τώρα που υπάρχουν προσπάθειες, συντονίζεται λίγο και το Εθνικό, προσπαθεί o Κουμεντάκης στη Λυρική με την Εξωστρέφεια, έχει μπει η Ελλάδα στον χάρτη και οι curators κάνουν «κρα» για αξιόλογες δουλειές και κοιτούν και εδώ. Είναι εμφανές ότι είναι σκληρό όχι πια να ανακαλύψουν κάποιον αλλά να επιβιώσει οικονομικά και με όρους καλλιτεχνικού ασυμβίβαστου. Αυτό είναι το δύσκολο, χρειάζεται πια και επιπροσθέτως του ταλέντου και ένα είδος αντοχής χαρακτήρα, αυτό συμβαίνει σε όλο τον κόσμο. Αλλά, δεν είναι μυστικό, το ελληνικό κράτος απαξιώνει τη σύγχρονη τέχνη του. Εγώ είμαι τυχερός σε σχέση με αυτό. Επειδή τους έκανα την εθνική υπόθεση, τους Ολυμπιακούς Αγώνες, κάποιοι με έχουν υπ’ όψιν τους, αλλά δεν έχουν τρόπο να με βοηθήσουν – δεν έχουν φοροαπαλλαγή αν με στηρίξουν οικονομικά.
Εγώ ήμουν πενήντα χρονών όταν βγήκα έξω ως πρωταρχικός δημιουργός (auteur), όχι ως τραγουδιστής ή χορευτής ή ηθοποιός που κάνει καριέρα στο εξωτερικό. Αυτή είναι μια σημαντική διαφορά και φοβάμαι ότι το ελληνικό κράτος δεν ξέρει καν αυτήν τη διαφορά. Έχουμε την ευκαιρία λοιπόν τώρα να δημιουργήσουμε ρεύμα και να δημιουργήσουμε είδη. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία. Δεν γινόταν αυτό ποτέ. Υπήρχε πάντα η παθογένεια της στήριξης της σύγχρονης τέχνης με το παράδειγμα του πόσα χρόνια μάς πήρε να έχουμε μουσείο σύγχρονης τέχνης και δεν έχει καταφέρει ακόμα να μπει στον ιστό της πραγματικότητας αυτής της χώρας. Εμείς μεγαλώνουμε και καλώς ή κακώς είμαστε σαν οχήματα ανώμαλου δρόμου, όσοι επιβιώσαμε θα σου πουν πώς και πόσο πασχίζουν να κρατήσουν την ομάδα τους. Και όσα χρόνια δραστηριοποιούμαι στο εξωτερικό, σε μεγάλες διοργανώσεις, μιλώ για τους Έλληνες δημιουργούς και επιθυμώ να ανοίξει αυτό το παράθυρο για τους επόμενους.
Εμένα το διαδίκτυο μού χάρισε το αληθινό μου κοινό, μου έφερε τους νέους ανθρώπους, με βοηθά να επικοινωνώ την αλήθεια μου αδιαμεσολάβητα και είναι και ένας μεγάλος δίαυλος επικοινωνίας της τέχνης σε παγκόσμιο επίπεδο. Γιατί έχει αλλάξει ο τρόπος που το κοινό ενημερώνεται. Αυτό που λείπει είναι μια πραγματική, συνειδητή ιστορική καταγραφή, τις πρωτιές που είχα εγώ ως Έλληνας στις μεγάλες σκηνές και στα μεγάλα φεστιβάλ, το ότι ο Παπαδόπουλος ήταν ο πρώτος Έλληνας χορογράφος του οποίου χορογραφία μπήκε στο πρόγραμμα του NDT, ο Λασκαρίδης που βρέθηκε στο επίκεντρο με ένα είδος υβριδικό. Δεν υπάρχει μια καταγραφή. Τι σημαίνει η νέα γλώσσα που προτείνουμε, αυτό το πρωτογενές υβριδικό είδος που είναι πέρα από κατάταξη, αυτό που μπορεί να κάνει μια παράσταση να γεμίζει θέατρα σε όλο τον κόσμο. Γιατί, για να σημειώσω και κάτι άλλο, στο εξωτερικό δεν έχει καμία σχέση η επιτυχία μου με την εμπλοκή μου με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπως συνέβη παλιότερα εδώ. Τους αφήνει παγερά αδιάφορους, τους ενδιαφέρει το έργο που κάνω. Η πορεία μου στο εξωτερικό μού έδωσε τη χαρά να νιώθω ότι με δέχονται, με καταλαβαίνουν και με απολαμβάνουν αδιαμεσολάβητα.
Πρώτη φορά που ταξίδεψε δουλειά μου στο εξωτερικό ήταν το 2015, με το σόλο «Relic», το οποίο επιλέχθηκε από την ευρωπαϊκή πλατφόρμα χορού Aerowaves και παρουσιάστηκε στη Βαρκελώνη. Εκεί, μέσα σε μία μέρα, το είδαν πάνω από 150 καλλιτεχνικοί διευθυντές και έτσι ξεκίνησε μια πορεία που δεν είχαμε φανταστεί. Η διαδρομή του «Relic» υπήρξε καθοριστική: από το Palais de Tokyo και το Théâtre de la Ville στο Παρίσι μέχρι το Barbican και την Μπιενάλε Χορού της Λιόν, βρέθηκε από την πρώτη χρονιά της περιοδείας του σε μερικά από τα σημαντικότερα φεστιβάλ της διεθνούς σκηνής. Θυμάμαι να χάσκω κοιτώντας την αφίσα της Μπιενάλε της Λιόν το 2016, διαβάζοντας το όνομά μου δίπλα σε αυτά των Ρόμπερτ Γουίλσον, Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, Αλέν Πλάτελ, Άκραμ Καν, Ζερόμ Μπελ, Ράσελ Μάλιφαντ. Ήταν αδιανόητο, και γι’ αυτό βαθιά συγκινητικό. Εκεί κατάλαβα ότι κάτι άρχιζε να αλλάζει, όχι μόνο για μένα αλλά και για τη χώρα μας.
Το «Relic» γεννήθηκε εν μέσω κρίσης, κυριολεκτικά από το τίποτα. Φτιάχτηκε χωρίς χρήματα, σε ένα μικρό υπόγειο, από μια παρέα νέων καλλιτεχνών που απλώς ήθελαν να αρθρώσουν κάτι που δεν είχε ειπωθεί. Αυτός ήταν ο πρώτος «πυρήνας» της OSMOSIS. Οι δύο πρώτες δημόσιες δοκιμές έγιναν, σε πολύ πρώιμο στάδιο, στην κατάληψη του Εμπρός, μέσα σε ένα πεδίο ζύμωσης και αλληλοστήριξης. Εκεί πήρα το feedback που με έπεισε ότι το έργο έχει λόγο ύπαρξης. Αν δεν υπήρχε αυτό το ανεξάρτητο, μη θεσμικό περιβάλλον (κι αν τα σίριαλ δεν είχαν σταματήσει να μου πληρώνουν το νοίκι), δεν ξέρω αν θα είχα βρει το θάρρος να διαμορφώσω τη δική μου καλλιτεχνική φωνή. Η βαρβαρότητα της κρίσης μάς έσπρωχνε προς όλες τις κατευθύνσεις.
Για πολλά χρόνια, τα ονόματα Ελλήνων δημιουργών στα διεθνή φεστιβάλ ήταν ελάχιστα. Με την οικονομική κρίση, το βλέμμα της Ευρώπης –και όχι μόνο‒ στράφηκε προς την Ελλάδα. Υπήρχε περιέργεια και ανάγκη να καταλάβουν τι συμβαίνει σε μια χώρα που φαινόταν να καταρρέει, ενώ εμείς, μέσα στην έλλειψη, δουλεύαμε με την ένταση της επιβίωσης. Δεν υπήρχε περιθώριο για μιμήσεις βορειοευρωπαϊκών μοντέλων. Έμενε μόνο ένα ερώτημα: «Έχω κάτι να πω;». Αν ναι, οφείλω να το πω με τη δική μου φωνή – έστω και ως παρυφή στον ποδόγυρο της Ευρώπης. Αυτό λειτούργησε ως πραγματικό boost.
Οι ξένοι επιμελητές άρχισαν να κοιτούν πιο προσεκτικά την ελληνική σκηνή κι αυτό που βρήκαν ήταν μια χώρα σε κρίση, η οποία, αντί να σωπάσει, παρήγε πρωτοπορία. Έτσι, αυτό που ήδη έβραζε υπόγεια εξελίχθηκε σε ένα άτυπο «ελληνικό κύμα» –όπως συνέβη με το Greek Weird Wave στο σινεμά–, ένα νέο ρεύμα στις σύγχρονες παραστατικές τέχνες του πλανήτη. Φαίνεται πλέον καθαρά ότι προεξάρχουσα μορφή αυτού του φαινομένου υπήρξε ο Δημήτρης Παπαϊωάννου. Μετά την «Πρώτη Ύλη» και το «Still Life» κέντρισε το διεθνές ενδιαφέρον, και με τον «Μεγάλο Δαμαστή» καθιερώθηκε διεθνώς ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Κάποιοι από εμάς είχαμε την τύχη να ζήσουμε και να μάθουμε από τις πρόβες του. Αλλά δεν ήταν μόνο το έργο του Δημήτρη, ούτε μόνο η γενιά του. Μια μορφή άτυπης «παιδείας» ήταν και η μακρά θητεία του Γιώργου Λούκου στο Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου τα καλοκαίρια, που έφερνε τη διεθνή πρωτοπορία στην Αθήνα, δίνοντάς μας μια σαφή αίσθηση του πήχη που υπήρχε εκτός συνόρων. Είδαμε Καστελούτσι και Μαγκί Μαρέν, είδαμε το «Café Müller» της Πίνα Μπάους, αλλά και νεότερες φωνές που άνοιγαν δρόμους, όπως οι Ανχέλικα Λίντελ, Rimini Protokoll, She She Pop κ.ά.
Στη δική μου περίπτωση, η διεθνής πορεία ξεκίνησε οργανικά μέσω Aerowaves. Δεν είχα ατζέντη, ούτε γνώριζα ότι υπάρχει τέτοιο σύστημα. Το «Relic» ταξίδευε από στόμα σε στόμα, και η φήμη του κυκλοφορούσε μέσα στο διεθνές δίκτυο. Η επιτυχία του έφερε τους πρώτους συμπαραγωγούς και σε σύμπραξη με το Φεστιβάλ Αθηνών δημιουργήσαμε τους «Τιτάνες». Οι προσκλήσεις εξακολούθησαν να έρχονται οργανικά. Όταν αποφάσισα να κάνω το «Elenit», ένα μεγάλο και ακριβό έργο, την πρώτη μου δημιουργία με τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, αποφάσισα να συνεργαστώ με ατζέντη, αλλά η αρχή της περιοδείας συνέπεσε με την πανδημία. Παρότι το έργο ταξίδεψε πράγματι για τέσσερα χρόνια, δεν μπορώ να ξέρω αν η συνεργασία λειτούργησε πραγματικά, καθώς ναι μεν έφερε κάποιες επαφές, αλλά το δικό μου δίκτυο έμοιαζε να παραμένει πιο ευρύ. Τότε κατάλαβα πόσο σημαντική είναι για μένα η προσωπική σχέση με τους καλλιτεχνικούς διευθυντές που μας προσκαλούν. Δεν μου ταιριάζει να φτάνω σε ένα θέατρο και να μη γνωρίζω ποιος βρίσκεται πίσω από την πρόσκληση. Γι’ αυτό και το «Lapis Lazuli», η πιο πρόσφατη συμπαραγωγή μας, που ξεκίνησε κι αυτή από την Κεντρική Σκηνή της Στέγης, ταξίδεψε χωρίς ενδιαμέσους, χάρη στους συμπαραγωγούς και στο αποτύπωμα που έχει αφήσει η ομάδα όλα αυτά τα χρόνια.
Όλες οι δομές εξωστρέφειας είναι απολύτως απαραίτητες. Αν δεν υπήρχε το Aerowaves, το «Relic» δεν θα είχε βρεθεί μπροστά σε τόσους ανθρώπους-κλειδί. Κανένα βίντεο δεν αντικαθιστά το live, άρα κάθε ευκαιρία να έρθουν καλλιτεχνικοί διευθυντές να δουν έργα από κοντά είναι χρυσή. Και κανένα έργο της ομάδας μας μετά το «Relic» δεν θα μπορούσε να έχει υπάρξει χωρίς τη στήριξη διεθνών συμπαραγωγών. Μας εμπιστεύτηκαν φορείς από Γαλλία, Ολλανδία, Ιταλία, Πορτογαλία, Ισπανία, Καναδά κ.ά. Το ΥΠΠΟΑ στήριξε κι αυτό τη δημιουργία των πιο πρόσφατων έργων μας και, τελευταία, κάποιες μακρινές περιοδείες, όμως σήμερα υπάρχει μια ισχυρή δυναμική, ένα κύμα που οφείλουν να το αναγνωρίσουν επισήμως και οι κρατικοί θεσμοί, να το αγκαλιάσουν, να το ονομάσουν και να αξιοποιήσουν το momentum προτού χαθεί. Έχουμε το παράδειγμα του «φλαμανδικού θαύματος». Τη δεκαετία του ’80, το Βέλγιο επένδυσε συνειδητά σε μια ολόκληρη γενιά: Ντε Κιρσμάκερ, Αλέν Πλάτελ, Βιμ Βαντεκέιμπους, Σιντί Λαρμπί Τσερκαουί, Peeping Tom. Το υπουργείο εκεί έχτισε υποδομές, έδωσε χώρους, επένδυσε στη διεθνή προβολή των έργων, παρείχε συμπαραγωγές και το αποτέλεσμα ήταν ένα ισχυρό ρεύμα που κυριάρχησε διεθνώς για δεκαετίες και συνεχίζει ακόμη.
Είναι γεγονός ότι τα φεστιβάλ χορού είναι πολύ πιο ανοιχτά σε υβριδικές και πειραματικές γλώσσες. Ο λόγος, η γλώσσα, μπορεί να περιορίσει, ενώ η κίνηση και η εικόνα επιτρέπουν μια διεθνή και οικουμενική επικοινωνία. Έχουμε παίξει και σε φεστιβάλ θεάτρου και σε φεστιβάλ χορού, και το βλέπει κανείς καθαρά πως το κοινό του χορού είναι πολύ πιο ανοιχτό και δεκτικό σε υβριδικές μορφές, πιο πρόθυμο να ακολουθήσει ένα μη γραμμικό έργο. Αυτό έπαιξε μεγάλο ρόλο και στη δική μου πορεία. Παρότι τα έργα μου δεν είναι καθαρός χορός, η τέχνη του χορού είναι ανοιχτή και συμπεριληπτική, όπως φαίνεται και σε άλλους ιδιοσυγκρασιακούς δημιουργούς που έχουν βρει καταφύγιο στην ίδια φεστιβαλική κοινότητα με εμένα.
Φέτος κλείνουμε με την OSMOSIS δέκα χρόνια συνεχούς περιοδείας, συχνά με δύο ή τρία έργα να ταξιδεύουν παράλληλα και με εμένα να παίζω και να σκηνοθετώ. Αυτή η εμπειρία, πέρα από προνόμιο, είναι κι ένα γλυκό βάρος. Από το 2015 είμαι με μια βαλίτσα στο χέρι, τα αεροδρόμια έχουν γίνει δεύτερο σπίτι μου, και ακόμη και μέσα στην πανδημία δεν πέρασε σεζόν χωρίς ταξίδια. Κάθε πόλη είναι ένα restart και κάθε κοινό μια νέα συνάντηση, κι ενώ αυτό φυσικά φέρνει μια πολύ μεγάλη ικανοποίηση, σε βάθος χρόνου συνοδεύεται και από μια κούραση. Σκέφτομαι όλο και πιο σοβαρά πώς θα προστατεύσω τον χρόνο της δημιουργίας από τον χρόνο της περιοδείας.
Ζούμε σε εποχή αλλεπάλληλων κρίσεων, με την απειλή του πολέμου να αυξάνει την πίεση. Ο προϋπολογισμός για τον πολιτισμό μειώνονται, ακόμη και σε χώρες στις οποίες κάποτε ήταν αδιαπραγμάτευτοι. Αυτό δείχνει ότι η πολιτιστική διπλωματία δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στον ενθουσιασμό των καλλιτεχνών και σε μεμονωμένη στήριξη της κοινότητας από ελάχιστους εξωκυβερνητικούς φορείς. Χρειάζεται σοβαρός, ανοιχτός διάλογος και θα έπρεπε ήδη να έχει ξεκινήσει.
Ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια. Το είδαμε και στα χρόνια της κρίσης και της πανδημίας. Είναι το αναγκαίο δημιουργικό καταφύγιο κάθε κοινωνίας. Η διεθνής πορεία μιας ελληνικής ομάδας πρέπει να αναγνωρίζεται από τους θεσμούς και να ενισχύει τη σχέση της με τη χώρα, αλλιώς θα μείνουμε στη λογική του «ευτυχώς που υπάρχει και το εξωτερικό…». Κανείς δεν θέλει να είναι η «εξωτική περίπτωση» από την Ελλάδα της κρίσης ή του μύθου. Ο διάλογος πρέπει να είναι αμφίδρομος∙ φέρνουμε πίσω εμπειρίες, εικόνες, συναντήσεις, για να ξαναμπαίνουμε στη συζήτηση εδώ και να παραδώσουμε τη σκυτάλη. Ανοιχτοί στον κόσμο, αλλά με ισχυρές ρίζες, ώστε η διεθνής παρουσία μας να μην περάσει στην ιστορία ως μια μόδα της στιγμής, αλλά ως ένα σταθερό ρεύμα που τροφοδοτεί και τροφοδοτείται.
Στο εξωτερικό φύγαμε με δική μας πρωτοβουλία τον χειμώνα του 2011 και πήγαμε στο Βερολίνο∙ ο Ανέστης Αζάς είχε έναν φίλο σκηνοθέτη που δούλευε στο Ballhaus Naunynstrasse. Εκεί, καταθέσαμε την πρόταση για μια παράσταση που αφορούσε δυο γενιές μεταναστών που έφευγαν εξαιτίας της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και αυτό εξελίχθηκε στο «Τηλέμαχος: Should I stay or should I go?». Τον Φεβρουάριο του 2013 έκανε πρεμιέρα και το παρουσιάσαμε στη Στέγη, που ήταν συμπαραγωγός μας.
Αυτή ήταν η πρώτη μας δουλειά στο εξωτερικό, αλλά εκεί πήγαμε με δική μας πρωτοβουλία, χωρίς να ξέρουμε αν θα αποδεχθεί κάποιος την πρότασή μας, χωρίς χρηματοδότηση. Κάναμε μια αίτηση 25 σελίδων χωρίς να πάρουμε αμέσως απάντηση. Όλα αυτά τα κάναμε με δικά μας έξοδα.
Επιστρέψαμε, εν τω μεταξύ, στην Ελλάδα και κάναμε την παράσταση «Ένα ντοκιμαντέρ» στην Επίδαυρο, το καλοκαίρι του 2012, και τότε μάθαμε ότι θα γίνει ο «Τηλέμαχος». Ξενοικιάσαμε τα σπίτια μας και πήγαμε στη Γερμανία να ζήσουμε, να δουλέψουμε∙ δεν ξέραμε αν θα γυρίσουμε πίσω. Γυρίσαμε τελικά μετά από δυο χρόνια για να αναλάβουμε την Πειραματική. Μέχρι τότε, στο ενδιάμεσο είχαμε κάνει μια παράσταση στην Κωνσταντία σε συμπαραγωγή με το Κρατικό, το «Utopian Progress». Στη Γερμανία δουλεύαμε μόνοι μας, πήγαμε σε μια χώρα που μιλάμε και οι δυο τη γλώσσα της και από το 2012 μέχρι το 2015 δικτυωθήκαμε κάνοντας εκεί παραστάσεις και στήσαμε το δίκτυό μας με ανθρώπους που γνωρίσαμε εκεί. Ο «Τηλέμαχος» είχε περιοδεύσει μόνο στον γερμανόφωνο χώρο. Όταν αναλάβαμε την Πειραματική του Εθνικού, επιστρέψαμε για τα καλά.
Το 2016 κάναμε στη Στέγη την «Καθαρή Πόλη», που η περιοδεία της κράτησε μέχρι τα τέλη του 2019 και τελείωσε με την πανδημία του κορωνοϊού. Έχω την εντύπωση ότι είναι η μεγαλύτερη περιοδεία που έχει κάνει ελληνική θεατρική παράσταση – κάναμε 40 ταξίδια σε 20 χώρες με την υποστήριξη της Στέγης, που ήταν συμπαραγωγός μας.
Αργότερα, το 2023, έγινε το Showcase στο Εθνικό – ήταν μια δική μου πρόταση στον τότε διευθυντή του Εθνικού, Γιάννη Μόσχο, να κάνουμε αίτηση στο Ταμείο Ανάκαμψης. Το Εθνικό χρειαζόταν ένα rebranding κι εγώ είχα εμπειρία γιατί ήμουν για μια χρονιά καλλιτεχνικός σύμβουλος στα Δημήτρια, όπου είχαμε διοργανώσει ένα showcase με τον Σάββα Πατσαλίδη. Το Showcase αφορά παραστάσεις αποκλειστικά του Εθνικού Θεάτρου και δεν μπορούσαν σε αυτό το πρόγραμμα, όπως συμβαίνει με το Φεστιβάλ, να μπουν παραστάσεις άλλες.
Το αποτέλεσμα του πρώτου Showcase είναι όλη η περιοδεία του Μάριο Μπανούσι με το «Goodbye, Lindita», που την παρακολούθησαν όλοι οι curators και έμεινε στη συνείδηση όλων.
Ο Μάριο ήταν τυχερός γιατί είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει τη δουλειά του και στο Grape του Φεστιβάλ, οπότε ήταν ο καλλιτέχνης που είχε την ευκαιρία να παρουσιάζονται μέσα σε διάστημα μηνών δύο παραστάσεις του σε ένα κοινό από το εξωτερικό. Το παράδειγμα του Μπανούσι δείχνει ότι υπάρχει δυναμική και αν δείξουμε τις δουλειές, μπορούν να φύγουν στο εξωτερικό.
Το να φύγει μια παράσταση στο εξωτερικό δεν έχει να κάνει μόνο με ποιοτικά κριτήρια∙ πρέπει να πιάνει τον παλμό της εποχής. Δεν σημαίνει ότι μια παράσταση που ταξίδεψε είναι καλύτερη από μια άλλη που δεν ταξίδεψε, αλλά ίσως η πρώτη έχει να πει κάτι εκείνη τη στιγμή που το έχει ανάγκη ο κόσμος.
Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Ευριπίδης Λασκαρίδης, ο Χρήστος Παπαδόπουλος, όσοι ταξιδεύουν, δεν έχουν κείμενο, σε αντίθεση με εμάς, τους Vasistas, τους blitz, που βγαίναμε σε περιοδείες μέσα στην κρίση. Πιστεύω πως όταν δουλεύουν οι θεσμοί μεθοδικά και οργανωμένα μπορούμε να κινήσουμε το ενδιαφέρον της Ευρώπης∙ μην ξεχνάμε ότι ο μόνος ιδιωτικός φορέας που το έκανε εδώ από πολύ νωρίς ήταν η Στέγη, γιατί ήταν στόχος τους η εξωστρέφεια. Εμφανίστηκε δηλαδή στην αγορά, ενώ οι δημόσιοι οργανισμοί είχαν προβλήματα και χρηματοδότησης, ένας ιδιωτικός φορέας που έχει τα χρήματα και τη βούληση.
Δεν μας έχουν καλέσει ποτέ από το κράτος, δεν το έχουν σκεφτεί, όχι μόνο να συζητήσουμε, να μας γνωρίσουν, να μάθουν τι γνωρίζουμε –γιατί υπάρχει πλέον η τεχνογνωσία–, αλλά και να δούμε πώς θα αξιοποιηθεί αυτή η δυναμική που υπάρχει, η εξωστρέφεια του παραγόμενου πολιτισμού. Υπάρχουν παραδείγματα από το εξωτερικό που μπορούμε να ακολουθήσουμε, οργανισμοί που φέρνουν και στέλνουν παραστάσεις από και προς το εξωτερικό. Μπορούμε, αν υπάρχει η βούληση, να μελετήσουμε τι κάνουν και να το εφαρμόσουμε.
Δεν θυμάμαι καμιά άλλη εποχή που να ταξίδευαν τόσες παραστάσεις και τόσοι Έλληνες καλλιτέχνες στο εξωτερικό. Είναι σαν να έχουμε βάλει το πόδι μας στο κατώφλι του κόσμου και μελλοντικά, όσο αυξάνεται και η τεχνογνωσία, θα ταξιδέψουν κι άλλοι. Αρκεί να δουλέψουμε με συνέπεια και να υπάρχει βούληση να αξιοποιήσουμε το momentum.
Οι blitz (Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής, Γιώργος Βαλαής) βγήκαμε για πρώτη φορά στο εξωτερικό το φθινόπωρο του 2005 και δείξαμε ένα απόσπασμα από την πρώτη μας δουλειά, το «motherland». Ήταν ένα μικρό φεστιβάλ που γινόταν στη θεατρολογική σχολή του Giessen, κάλυπταν μόνο τη διαμονή και το φαγητό. Παρ’ όλα αυτά πήγαμε∙ ονειρευόμασταν πάντα να πάμε στο εξωτερικό, πολύ περισσότερο από το να κάνουμε μια εμπορική επιτυχία στην Αθήνα. Η επόμενη φορά και η πιο ουσιαστική ήταν το 2012, όταν ανεβάσαμε τον «Γαλαξία» στη Schaubühne στο Βερολίνο.
Το 2011 είχαμε ήδη παρουσιάσει 8 διαφορετικές παραστάσεις με πρωτότυπη δραματουργία στην Αθήνα, στο bios, στο Εθνικό Θέατρο και στο Φεστιβάλ Αθηνών. Ήμασταν υποψήφιοι για το ευρωπαϊκό βραβείο Νέες Θεατρικές Πραγματικότητες, οπότε είχαμε φτιάξει σάιτ και είχαμε κάπως συστηματοποιήσει την παρουσίαση της δουλειάς μας. Έχει ενδιαφέρον ότι την εποχή που συνέβη αυτή η εξωστρέφεια ήταν αποτέλεσμα τόσο των καλλιτεχνικών επιλογών μας όσο και μιας συγκυρίας.
Ήταν Ιούνιος του 2011. Είχαμε οι τρεις μας ραντεβού στα Εξάρχεια, όπου αποφασίσαμε η επόμενη παράστασή μας να είναι πάνω στον «Δον Κιχώτη». Μετά τη συνάντηση, η Αγγελική (Παπούλια) και εγώ κατεβήκαμε στο κέντρο που τότε είχε διαρκώς πορείες, ήταν η εποχή του κινήματος των αγανακτισμένων. Στη Σταδίου συναντήσαμε τον Κωστή Καλλιβρετάκη μαζί με έναν ψηλό φίλο του. Ο Κωστής μάς σύστησε στον φίλο του, λέγοντάς του ότι είμαστε μία από τις καλύτερες θεατρικές ομάδες της Αθήνας, και μας είπε: «από δω ο Τόμας». Καταλάβαμε ότι είχαμε απέναντί μας τον Τόμας Οστερμάγιερ. Κοιταχτήκαμε με την Αγγελική και μετά από λίγο εγώ του είπα: «Έχω πάνω μου ένα DVD με μια παράστασή μας που λέγεται “Γαλαξίας”, μήπως θα ήθελες να τη δεις;». Εκείνος δέχτηκε και πήρε το DVD που κουβαλούσα για μέρες ξεχασμένο στον σάκο μου. Μετά, αφού η Αγγελική αποχώρησε, φύγαμε κυνηγημένοι από την αστυνομία και βρεθήκαμε στην Καραγιώργη Σερβίας όπου γίνονταν επεισόδια. Ήταν μια συνάντηση μέσα στο χάος∙ ήταν παράξενο, αν μη τι άλλο, να βλέπεις τον καλλιτεχνικό διευθυντή ενός φημισμένου θεάτρου της Ευρώπης να είναι από τη μεριά των διαδηλωτών. Τον Σεπτέμβριο μάς ήρθε ένα mail που έλεγε ότι θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε τη δουλειά μας στο φεστιβάλ FIND της Schaubühne τον επόμενο Μάρτιο.
Τον Φεβρουάριο του 2012 η Αθήνα κάηκε για δεύτερη φορά μετά το 2008, ενώ ψηφιζόταν το Μεσοπρόθεσμο και η Ελλάδα ήταν πρώτο θέμα στα ευρωπαϊκά media, καθώς υπήρχε φόβος κατάρρευσης της Ευρωζώνης. Οι επιχορηγήσεις για το θέατρο είχαν κοπεί τότε λόγω οικονομικής κρίσης κι εμείς κάναμε πρόβες για τον «Δον Κιχώτη», όταν μας επισκέφτηκαν κάποιοι programmers από την Comédie de Reims. Η πρόβα που είδαν τους άρεσε και εκδήλωσαν ένα ενδιαφέρον∙ ταυτόχρονα εμείς ετοιμαζόμασταν να πάμε στο Βερολίνο με δικά μας έξοδα. Όντως πήγαμε, μας βοήθησε ο Πρόδρομος Τσινικόρης στη μετάφραση για τους ηθοποιούς και η παράσταση άρεσε, οπότε μας πρότειναν μια αμοιβή και ήθελαν να ενταχθεί η παράστασή μας στο ρεπερτόριο της Schaubühne. Φυσικά δεχτήκαμε.
Εκείνη την περίοδο, η Κάτια Αρφαρά στη Στέγη ετοίμαζε μια παρουσίαση ελληνικών παραστάσεων της Στέγης στο Theâtre de la Ville στο Παρίσι. Διάλεξε και τη δική μας παράσταση «Guns!Guns!Guns!», παρόλο που ήταν παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και όχι της Στέγης. Ήταν απίστευτα γενναιόδωρο αυτό που έκανε, πίστευε σε εμάς καλλιτεχνικά. Μετά την παρουσίαση της παράστασης στο Παρίσι, ενδιαφέρθηκαν τρία θέατρα στη Γαλλία για την παράσταση.
Ταυτόχρονα, το Φεστιβάλ Αθηνών (ο Γιώργος Λούκος και η Δηώ Καγγελάρη) ενδιαφέρθηκε για τον «Δον Κιχώτη» και κάναμε τελικά την παράσταση τον Ιούλιο, ενώ η παρουσίασή του στη Γαλλία είχε ήδη κλείσει. Όλη αυτή η εμπειρία τροφοδότησε τη δημιουργία του «Late Night» που κάναμε στη Στέγη το φθινόπωρο του 2012 και ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτό άμεσα programmers για να το δείξουμε στο εξωτερικό. Το «Late Night» ήταν μια παράσταση σχεδόν προφητική, μιλούσε για το τέλος της Ευρώπης, για έναν πόλεμο σε εξέλιξη, για ερωτικές σχέσεις που είχαν καταρρεύσει και έδινε έναν ισχυρό τόνο για τη θεματολογία της ομάδας. Οπότε, τον Δεκέμβριο του 2012 είχαμε τέσσερις παραστάσεις με τις οποίες περιοδεύαμε στο εξωτερικό και όλο αυτό συνεχίστηκε και με τις επόμενες παραστάσεις που δημιουργήσαμε μέχρι το 2019. Τα ονόματα των ανθρώπων που διαβάσατε παραπάνω είναι οι άνθρωποι που μας βοήθησαν με κάποιον τρόπο εκείνη την εποχή.
Ταξιδεύαμε συνολικά για επτά χρόνια, από το 2012 έως το 2019. Οι παραστάσεις που δείξαμε στο εξωτερικό ήταν οι «Γαλαξίας», «Guns!Guns!Guns!», «Δον Κιχώτης», «Late Night», «Τhe Τerrorist Βallroom» (παραγωγή Schaubühne), «Vanya. 10 χρόνια μετά», «6am. How to disappear completely», «Το Ινστιτούτο της Παγκόσμιας Μοναξιάς». Ταξιδέψαμε σε 15 χώρες, παίζοντας 8 διαφορετικές παραστάσεις, κάνοντας συνολικά πάνω από 140 παραστάσεις σε όλο τον κόσμο, σε 39 θέατρα και φεστιβάλ όπως η Schaubühne, το Theâtre de la Ville, το Festival d’ Avignon, το Barbican στο Λονδίνο, το Bozar στις Βρυξέλλες, αλλά και σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, ακόμη και σε μέρη που δεν περιμέναμε ποτέ ότι θα πάμε, όπως το Φεστιβάλ Home works7 στον Λίβανο και το Festival Iberoamericano De Teatro De Bogota στην Κολομβία.
Σε όλη αυτή την εξωστρέφεια και οργάνωση βοήθησε το γεγονός ότι μετά το Παρίσι είχαμε agent, η οποία από ένα σημείο και μετά έκλεινε παραστάσεις και οργάνωνε την περιοδεία. Έπαιρνε δηλαδή αυτό που είχαμε ήδη δημιουργήσει και το προωθούσε. Τα θέατρα ή τα φεστιβάλ που ενδιαφέρονταν για τις παραστάσεις μας μάς παρείχαν τα αεροπορικά εισιτήρια για το ταξίδι, τη διαμονή και την αμοιβή για την παράσταση. Οι συνθήκες ήταν πολύ καλύτερες απ' ό,τι στην Ελλάδα, η πολιτισμική αξία του θεάτρου είναι διαφορετική στο εξωτερικό. Αν και το να κάνεις σήμερα μια παράσταση στο Εθνικό, στη Στέγη ή στο Φεστιβάλ Αθηνών ίσως να είναι και καλύτερα από το να δουλεύεις σε ευρωπαϊκές συνθήκες παραγωγής, από άποψη τεχνικής υποστήριξης αλλά και ανθρώπινου δυναμικού.
Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι υπάρχουν ελληνικές παραγωγές που μπορούν να ανταγωνιστούν αυτές του εξωτερικού, είτε προέρχονται από μεγάλες σκηνές είτε από μικρές, γιατί έχουν περιεχόμενο, και είναι οι θεσμικοί παράγοντες που βοηθούν αυτές τις παραστάσεις να ανοίξουν τα φτερά τους. Το θετικό είναι η θεσμοθέτηση forum όπως το Grape του Φεστιβάλ Αθηνών και το Showcase που διοργανώνει το Εθνικό, όπως και η δουλειά που κάνει η Στέγη. Η πολιτιστική διπλωματία της χώρας μέσω θεσμών ιδιωτικών και κρατικών, το πολιτιστικό νόημα που εκπέμπεις, είναι ο τρόπος με τον οποίο σε βλέπουν οι άλλοι. Είναι κάτι που πρέπει να κερδίζεται συνέχεια. Είναι σημαντικό, όπως και να το δεις.
Κάτι άλλο που συμβαίνει είναι ότι δεν υπάρχει ένα μεγάλο θέμα που να απασχολεί τα διεθνή φεστιβάλ∙ προσπαθούν να μιλήσουν για έναν κατακερματισμένο κόσμο χωρίς να υπάρχει ένα κεντρικό ζήτημα να θίξουν. Για να το πούμε απλά, δεν υπάρχει μια ισχυρή πολιτιστική αφήγηση αυτήν τη στιγμή στην Ευρώπη. Επίσης, μετά τη γεωπολιτική εγκατάλειψη της Ευρώπης από την Αμερική, η Ευρώπη τώρα πρέπει να ξοδέψει χρήματα για την άμυνά της, που σημαίνει λιγότερα χρήματα για τον πολιτισμό σε όλες τις χώρες, λιγότερη κινητικότητα, λιγότερη εξωστρέφεια, μικρότερη επένδυση σε πιο αιρετικές καλλιτεχνικές φωνές. Τα πράγματα είναι πιο mainstream απ’ ό,τι παλιότερα. Ευτυχώς υπάρχουν κάποιοι καλλιτεχνικοί διευθυντές/-ριες που κρατούν τα προσχήματα και συνεχίζουν αυτή την αναζήτηση νοήματος.
Για να βγει έξω μια παράσταση σίγουρα χρειάζεται μια πρωτότυπη ματιά, ακόμη κι αν το θέμα της είναι γνωστό, π.χ. ένα παλιότερο κείμενο∙ το περιεχόμενό της παίζει μεγάλο ρόλο. Δεν ταξιδεύουν οι παραστάσεις που τερμάτισαν πρώτες στο νήμα των εισιτηρίων ή οι παραστάσεις που πήραν βραβεία κριτικών, κοινού ή άλλων μέσων. Αν δεν έχεις περιεχόμενο, δεν μπορείς να ταξιδέψεις.
Οι δικές μας παραστάσεις ταξίδεψαν γιατί είχαν μια φρέσκια ματιά στα πράγματα, είχαν και έχουν, πιστεύω, μια αντοχή στον χρόνο. Δεν μας ενδιέφερε ποτέ η θεματολογία της σεζόν ή τι έπαιζε στην τηλεόραση. Σιγά σιγά κατακτήσαμε μια γλώσσα για να εκφραστούμε η οποία είχε αισθητικά αποτελέσματα. Επίσης, τα θέματα με τα οποία καταπιαστήκαμε ήταν πρωτότυπα. Καμιά παράστασή μας δεν έμοιαζε με μια προηγούμενη. Ταυτόχρονα, η δουλειά μας κουβαλούσε τις κοινωνικές αλλαγές της εποχής. Ήταν μια αποτύπωση της ζωής όπως την καταλαβαίναμε εμείς.
Τέλος, για τελείως προσωπικούς λόγους να προσθέσω ότι δεν είμαι πια ο ίδιος άνθρωπος μετά από όλα αυτά που συνέβησαν. Όλα τα ταξίδια έχουν κάτι να σου δώσουν, κάποιες στιγμές σε αλλάζουν σιγά σιγά, τα μουσεία που επισκέπτεσαι, οι άνθρωποι που γνωρίζεις, από καλλιτεχνικούς διευθυντές μέχρι τους τεχνικούς που σε βοηθάνε, οι στιγμές που περνάς, και κυρίως οι στιγμές μεταξύ ανθρώπων που τα κοινά τους όνειρα τούς οδήγησαν σε μέρη που ποτέ δεν φαντάστηκαν ότι θα πάνε.
Είναι δύσκολο να ταξιδέψει μια παράσταση στο εξωτερικό αν δεν υπάρχει από πίσω θεσμική υποστήριξη ή ένας μεγάλος φορέας, Στέγη, Φεστιβάλ, Εθνικό. Αυτοί είναι οι μόνοι που ταξιδεύουν, και δικαίως, γιατί είναι οι μόνοι που μπορούν να υποστηρίξουν μια παραγωγή που έχει πολύ μεγάλα κόστη. Υπολογίζεις τις αμοιβές των καλλιτεχνών, τα έξοδα μετακίνησης του σκηνικού, τα αεροπορικά εισιτήρια και τα ξενοδοχεία. Αυτά είναι πάντα επιπλέον. Για να δεχτεί ένα φεστιβάλ να καλέσει τη δουλειά σου πρέπει να υπάρχουν δυο προϋποθέσεις: η πρώτη είναι να τους ενδιαφέρει – εμείς λέμε ναι, θέλω να πάω να παίξω στο εξωτερικό, αλλά πρέπει να ενδιαφέρει η δουλειά σου, πρέπει να συνομιλεί με τα δικά τους θέματα, που δεν είναι τα ίδια σε κάθε χώρα, και πάντα επηρεάζει μια διοργάνωση το πού επικεντρώνεται η συζήτηση γενικά στα media.
Την εποχή που η Ελλάδα ήταν πολύ στα media λόγω κρίσης, πριν από δέκα χρόνια και πλέον, ήταν μεγαλύτερο το ενδιαφέρον των curators για το τι παράγεται σε αυτήν τη χώρα κάτω από αυτές τις συνθήκες. Τώρα αυτό το ενδιαφέρον έχει ατονήσει και θα ενδιαφερθούν για έναν καλλιτέχνη που έχει ισχυρή προσωπικότητα, όπως ο Μάριο (Μπανούσι), που κάνει μεγάλη περιοδεία, ο Ευριπίδης (Λασκαρίδης) και ο Χρήστος (Παπαδόπουλος). Και φυσικά για τον Παπαϊωάννου. Αυτή την περίοδο ταξιδεύει πολύ περισσότερο ο χορός, το χοροθέατρο ή η περφόρμανς παρά το θέατρο. Μια πολύ καλή παράσταση δεν είναι απαραίτητο ότι θα λειτουργήσει με τον ίδιο τρόπο σε ένα κοινό εκτός Ελλάδας. Επίσης, σκέφτονται «γιατί να φέρω ένα θεατρικό από την Ελλάδα όταν το ίδιο πράγμα μπορώ να το δείξω με ντόπιο καλλιτέχνη;». Είναι πολύ μεγάλα τα έξοδα, όταν πας από την Ελλάδα ειδικά.
Η δεύτερη προϋπόθεση είναι ο φορέας που μπορεί να υποστηρίξει το ταξίδι πρακτικά, πράγματα τεχνικής φύσης, ωστόσο σημαντικά, όπως το να πληρωθούν οι μεταφορικές – είναι πεζό αυτό και καθόλου καλλιτεχνικό, αλλά είναι η πραγματικότητα. Είναι σχεδόν αδύνατον να πας στο εξωτερικό χωρίς υποστήριξη.
Με την «Καθαρή Πόλη» κάναμε όντως μία από τις μεγαλύτερες, αν όχι τη μεγαλύτερη περιοδεία που έχει κάνει παράσταση, γιατί το θέατρο λόγου ταξιδεύει πολύ πιο δύσκολα∙ έχεις υπέρτιτλους, που σημαίνει ότι το κοινό διαβάζει, και επίσης από τη στιγμή που μπαίνει ο λόγος μπαίνουν και άλλα ζητήματα, πώς μεταφράζεται, πώς συνομιλεί με το ακροατήριο σε μια χώρα που έχει άλλες αναφορές.
Και το Grape και το Showcase είναι πλατφόρμες που πρέπει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να συνεχιστούν, υπάρχει μια δικτύωση αρκετά σοβαρή, έγινε μια προσπάθεια συντονισμού των φορέων και αυτές είναι σημαντικές κινήσεις. Ακόμα και αν δεν αγοράσουν μια παράσταση, μαθαίνουν το ελληνικό τοπίο, τους δημιουργούς και τους καλλιτέχνες. Μέσω του Grape κάναμε μια αρκετά μεγάλη περιοδεία και με τη «Δημοκρατία του Μπακλαβά», πήγαμε σε δέκα πόλεις.
Καμιά φορά μπορεί να απογοητεύεσαι που δεν παίρνουν μια παράσταση, αλλά κάθε curator ακολουθεί τη δική του ατζέντα, συνυπολογίζει πώς μπορεί να συνομιλήσει με το κοινό στο οποίο δραστηριοποιούνται το όνομα του καλλιτέχνη, και μια παράσταση που περιοδεύει δημιουργεί μια φήμη, συμβαίνει ένα domino effect. Εμείς, όταν ξεκινήσαμε με την «Καθαρή Πόλη», δεν περιμέναμε ότι θα ακολουθήσουν τόσες πόλεις, η μία εμφάνιση έφερνε την άλλη. Η Στέγη με την Εξωστρέφεια από το 2014 είναι game changer, μετά μπήκαν σε αυτό οι άλλοι θεσμοί. Θυμάμαι κάτι συζητήσεις που κάναμε το 2012-13 για το πώς θα πάει έξω το ελληνικό θέατρο και τότε έμοιαζαν όλα σχεδόν απίθανα.
Εμένα οι σχέσεις μου ήταν κυρίως με τον γερμανόφωνο χώρο και εκεί βλέπεις τεράστιες διαφορές σήμερα, έχουν κοπεί κατά πολύ οι χρηματοδοτήσεις, θα το σκεφτούν δεκαπέντε φορές να σε καλέσουν. Υπάρχει πλέον το προηγούμενο του Covid, που στην ουσία τώρα το ξεπερνάμε, τόσα χρόνια υπήρχε ο φόβος ότι τα πράγματα μπορεί να στραβώσουν αν κάποιος αρρωστήσει.
Γενικώς, υπάρχουν λιγότερα χρήματα από πριν και όλο αυτό που θεωρούσαμε κανονικότητα και κινητικότητα στην Ευρώπη θεωρώ ότι έχει αλλάξει αρκετά, μειώθηκε. Ποτέ δεν ήταν εύκολο αλλά τώρα είναι πολύ πιο δύσκολο, οπότε η υποστήριξη από τους θεσμούς είναι πολύτιμη, ακόμα και όταν βοηθούν με ένα μικρό μέρος των εξόδων – μιλάμε για μικρά ποσά που μπορούν να υποστηρίξουν μια παράσταση.
Εγώ, όπως ξέρετε, ξεκίνησα το 2014 κάνοντας, με παρακίνηση του Θωμά Μοσχόπουλου, που ήθελε να βάλει χορό στο θέατρο Πόρτα, το «Έλβεντον». Αρχές του 2015 το παρουσιάσαμε και, χωρίς καμία ελπίδα και χωρίς να το πολυσκεφτώ, έστειλα το βίντεο της παράστασης στο Aerowaves. Πήραμε την πρώτη θέση και την επόμενη χρονιά είχαμε ήδη κλεισμένα 20-30 φεστιβάλ. Ήδη από την πρώτη δουλειά κάναμε 5 παραστάσεις στην Αθήνα και 40 στο εξωτερικό. Δεν είχαμε κανένας από πίσω μας. Kαι το «Opus» έγινε με χρήματα από την τσέπη μας, χωρίς επιχορήγηση, χωρίς τίποτα.
Οπότε, μέσα από την πορεία του «Έλβεντον», που ήταν πολύ μεγάλη –σκέψου, ακόμα κάνουμε παραστάσεις και με αυτό και με το «Opus», και μας ζήτησαν τώρα την άνοιξη να κάνουμε στην Όπερα της Φλάνδρας ένα ριμέικ του «Opus»–, με προσέγγισε και η Στέγη. Έτσι ξεκίνησα, σε μια περίοδο που εδώ δεν με ήξερε κανένας και είχα ήδη κλεισμένα 20 φεστιβάλ στο εξωτερικό. Έγιναν γρήγορα τα πράγματα, υπήρχε ένα network που είχα ήδη δημιουργήσει με τα δυο πρώτα μου έργα τα οποία προχώρησαν γρήγορα, και με τη Στέγη, που είναι ο βασικός μου παραγωγός και μας δίνει τη δυνατότητα να έχουμε μια παραγωγή που δεν θα μπορούσαμε καν να ονειρευτούμε ότι θα κάναμε στην Αθήνα με τέτοιες συνθήκες. Είναι μια συνθήκη που σου επιτρέπει να πειραματίζεσαι σε βάθος χρόνου, σε υποστηρίζει σε πολλά ταξίδια και φεστιβάλ, κάνει συμπαραγωγές με ξένους φορείς, κάνει μια πολύ μεγάλη και σημαντική δουλειά. Διεύρυνε το δίκτυο που είχαμε δημιουργήσει. Το «Ion» που κάναμε το 2018, μια ανάθεση της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση σε συμπαραγωγή με το Théâtre de la Ville του Παρισιού και το Le Lieu Unique της Νάντης, συνεχίζει την περιοδεία του, ενώ το «Larsen C», που είναι διεθνής συμπαραγωγή, έχει ήδη παρουσιαστεί σε περισσότερες από 25 σκηνές και φεστιβάλ ανά την Ευρώπη.
Οι περιοδείες είναι στην ουσία η ζωή μιας παράστασης, έτσι προωθείται. Σου δίνει μια μεγάλη ικανοποίηση αυτή η διαδρομή, επιβεβαιώνει αν έχεις κάνει καλά τη δουλειά σου ως καλλιτέχνης. Τη βλέπουν, ανανεώνονται οι προτάσεις που σου κάνουν και υπάρχει μια διαρκής ανατροφοδότηση. Πήγαμε με το «Larsen C» στη Νέα Υόρκη γιατί μας είχαν δει στο Théâtre de la Ville, είναι μια αλυσίδα όλο αυτό. Και στην Αμερική διψάνε να βλέπουν δουλειές από την Ευρώπη, ειδικά σε αυτή την πολιτική συγκυρία όπου και όλα είναι πολύ πιο συντηρητικά.
Είναι αλήθεια ότι και εμείς που ζούμε στην Ελλάδα και οι Έλληνες χορογράφοι που ζουν στο εξωτερικό έχουμε το ατού της αφαιρετικής γλώσσας∙ ο χορός είναι πιο εύκολο να ταξιδέψει σε διαφορετικές κουλτούρες και πολιτισμούς, επειδή δεν τρέχεις πίσω από τον υπέρτιτλο. Παραδοσιακά ο χορός είχε πάντα εξωστρέφεια και πιο ανοιχτή γλώσσα.
Πάντα, ακόμα και σήμερα, ο Βορράς της Ευρώπης είχε περισσότερα χρήματα και δυνατότητα να οργανώνει μεγάλα φεστιβάλ, ωστόσο μέσα από την εμπειρία μας βλέπουμε ότι και ο Νότος, η Ιταλία, η Πορτογαλία, έχει κάνει ωραίους προγραμματισμούς. Κάποτε στον Βορρά μάς κοίταζαν λίγο σαν εξωτικό φρούτο, αλλά τώρα μπαίνουν και αυτοί σε κρίση και η αναλογία μεταξύ Βορρά και Νότου έχει ανατραπεί.
Για να βγει μια παράσταση στο εξωτερικό και να ακουστεί πρέπει να υποστηριχτεί ο Έλληνας δημιουργός ώστε να μπορέσει να γεννήσει καινούργια πράγματα. Μου λένε πολλές φορές «εσάς τους Έλληνες που έχετε τόσα ταξίδια στο εξωτερικό σάς υποστηρίζει το ελληνικό κράτος;» και μένουν άφωνοι όταν λέμε «όχι». Μια γαλλική ομάδα που εξάγει πολιτισμό και εισάγει με τον τρόπο της έμβασμα στη χώρα είναι υπολογίσιμη ακόμα και σε αυτό που αποκαλούμε οικονομικό ισοζύγιο, κάτι που έχει πάρει έκταση στη Γαλλία. Μας έλεγαν οι άνθρωποι του Théâtre de la Ville, που η χώρα τους έχει το πιο φιλικό προς τους καλλιτέχνες σύστημα, ότι «η γαλλική κυβέρνηση μετράει τον πολιτισμό σε χρήμα, που σημαίνει ότι, υπολογίζοντας τα έσοδα του ΑΕΠ από μουσεία, θέατρο, χορό, το άθροισμα είναι μεγαλύτερο από αυτό της γαλλικής αυτοκινητοβιομηχανίας, οπότε διαχειριζόμαστε τον γαλλικό πολιτισμό ως μεγαλοβιομήχανο».
Και εμάς έπρεπε θεωρητικά να μας υποστηρίζει και να μας ενισχύει το κράτος, αλλά καταλαβαίνουμε οριακά ότι ακόμα και στο υπουργείο Πολιτισμού δεν γνωρίζουν ποιοι είμαστε. Οπότε, πώς να υπάρχει και μόνο ως σκέψη ότι ο σύγχρονος πολιτισμός θα μπορούσε να αποδώσει και οικονομικά; Το σκεπτικό δεν πρέπει να είναι ότι θα βοηθήσεις τους καημένους τους χορογράφους, αλλά ότι θα επενδύσεις σε αυτούς. Αν δεν επενδύσεις, δεν θα έρθει τίποτα πίσω∙ αν σκέφτεσαι «ας δώσουμε κάτι στον σύγχρονο πολιτισμό που αργοπεθαίνει», δεν μπορείς να έχεις σοβαρή πολιτική, δεν κάνεις τίποτα. Είμαστε σκληρά εργαζόμενοι, έχουμε συνηθίσει να παλεύουμε με πολύ δύσκολες καταστάσεις και αυτό το συνειδητοποιούμε όταν βγαίνουμε έξω. Μάθαμε να πιστεύουμε ότι ο τρόπος που εργαζόμαστε είναι φυσιολογικός, αλλά στην ουσία κάνουμε τριπλό κόπο, που είναι και χωρίς όριο και πολύ σκληρός. Και πρέπει, ειδικά τώρα, που όλο και περισσότεροι Έλληνες ταξιδεύουμε στο εξωτερικό, να αποκτήσουμε την υπόσταση και την ορατότητα που μας αξίζει και από το κράτος και από τους θεσμούς.
Ξεκίνησα να δουλεύω στο εξωτερικό το 2010. Είχα κάνει τη «d.opa!», επιλέχθηκα στο Aerowaves και από εκείνη τη στιγμή αρχίσαμε να κάνουμε αρκετά ταξίδια. Στη συνέχεια, ένας Γερμανός programmer με είχε προτείνει για το European Dance Network. Kάναμε μια παρουσίαση, κάποια πρότζεκτ προχώρησαν και έτσι έκανα τους «Πλάνητες» το 2013 και περιοδεύαμε για 10-12 χρόνια. Όσο το έργο σου έχει ορατότητα, έχεις προτάσεις ανεξάρτητες. Δεν υπήρχε κανένας θεσμός εκείνη την εποχή να με βοηθήσει, όλα τα προγράμματα εξωστρέφειας είναι πολύ μεταγενέστερα. Στη συνέχεια υπήρχαν οι επιχορηγήσεις του ΥΠΠΟ∙ εγώ στα τόσα χρόνια μία φορά έχω επιχορηγηθεί για περιοδεία και με αυτά τα χρήματα κάναμε δυο ταξίδια. Αυτό είναι όλο.
Στην πραγματικότητα, με παραγωγές σαν αυτές που κάνω εγώ, όχι ένα σόλο ή ένα ντουέτο, μόνο ένα ταξίδι μπορείς να κάνεις, αν πρέπει να τα πληρώσεις όλα εσύ. Αυτά που σου δίνουν είναι συμπληρωματικά, βοηθητικά ποσά για τα αεροπορικά ή τα έξοδα μεταφοράς. Φυσικά εγώ στη συνέχεια είχα βοήθεια από τη Στέγη και το πρόγραμμα της Εξωστρέφειας στις παραγωγές που κάναμε μαζί, και αυτή είναι μια μεγάλη βοήθεια, γιατί πέρα από τη δικτύωση, πολλά φεστιβάλ συμβαίνει να μη μπορούν να καλύψουν το κάργκο σου, τη μεταφορά των σκηνικών σου, το κομμάτι της διαμονής∙ η Στέγη είναι πάντα δίπλα σου και σε όλα αυτά.
Υπάρχει εδώ και μερικά χρόνια το Grape για να αποκτήσεις ορατότητα. Είναι σημαντικό να μπορούμε να υποδεχτούμε στη χώρα μας programmers, και σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει και μια οικονομική βοήθεια.
Για πολλά χρόνια τα έκανα όλα μόνη μου και το ένα έφερνε το άλλο. Τώρα για τις περιοδείες συνεργάζομαι με ένα γραφείο της Γερμανίας, ωστόσο αυτό που θα έλεγα, τόσο από την εμπειρία μου όσο και από συζητήσεις με συναδέλφους, είναι πως τελικά ό,τι κάνεις, το κάνεις μόνος σου. Τα πράγματα προκύπτουν από τις ευκαιρίες που σου δίνονται.
Το κράτος δεν μας ξέρει, νομίζω, ή μας ξέρει και δεν έχουμε κάποια επικοινωνία. Τα τελευταία 10-15 χρόνια υπάρχει ένα δυναμικό χορογράφων που ταξιδεύει πολύ. Μέσα από πολλές δυσκολίες καταφέρναμε να αρθρώσουμε λόγο μέσα στην κρίση και αυτό αναγνωρίστηκε. Για κάποιον παράδοξο λόγο σε αυτήν τη χώρα έχουμε πολύ ταλέντο στον χορό∙ λέω παράδοξο γιατί ούτε το εκπαιδευτικό μας σύστημα ευνοεί κάτι τέτοιο, ούτε υποστήριξη υπάρχει. Το ότι μπόρεσαν οι Έλληνες χορογράφοι να αποκτήσουν δική τους ταυτότητα, δική τους φωνή, δύναμη και κύρος παγκοσμίως είναι ένα μεγάλο επίτευγμα.
Όταν ξεκινήσαμε να βγαίνουμε στο εξωτερικό οι καλλιτέχνες του Νότου, νιώθαμε αποκομμένοι από την κεντρική Ευρώπη. Υπάρχει το πρακτικό πρόβλημα της μετακίνησης, γιατί δεν μπορεί κάποιος να έρθει να δει τη δουλειά μας, παίρνοντας ένα τρένο, και να επιστρέψει σπίτι του ακόμα αυθημερόν.
Ο μόνος λόγος που κάποιος από εμάς συνεχίζει, εννοείται, είναι καλλιτεχνικός, για να προωθήσει το έργο του σε διαφορετικά μήκη και πλάτη του κόσμου, αλλά με τρομερή σωματική κούραση. Δεν μπορεί να γίνει κάτι διαφορετικό όμως, εμείς εδώ δεν έχουμε τη δυνατότητα να δείξουμε τη δουλειά μας σε πολλές παραστάσεις. Δουλεύεις για 6-8 μήνες, κάνεις τρεις παραστάσεις και η παράσταση θα πεθάνει αν δεν διεκδικήσεις να βγει έξω από τα σύνορα. Τα περισσότερα έργα μου ζουν ακριβώς γιατί έχω αυτήν τη δυνατότητα.
Κοιτάζοντας τι συμβαίνει γύρω μας, βλέπουμε πως υπάρχουν παραδείγματα όπως αυτά του Βελγίου ή της Γαλλίας, που κατά τη γνώμη μου είναι ιδανικά∙ εμείς δεν ξέρω κατά πόσο μπορούμε να υποστηρίξουμε με τον ίδιο τρόπο μια παράσταση. Υπάρχει εδώ μια δυναμική των δημιουργών που συνεχίζεται και παίρνει ορμή ο ένας από τον άλλο. Θα μπορούσε κάλλιστα η πολιτεία να ασχοληθεί με αυτό που συμβαίνει, είναι μια ιστορική στιγμή που χάνεται.
Καθώς δυσκολεύουν τα πράγματα στην Ευρώπη και γίνονται περικοπές, θα ήταν πολύ ουσιαστική η βοήθεια από το κράτος. Ακόμα και για να κοιτάξουμε προς άλλες αγορές, όπως αυτή της Ασίας, που δείχνει ενδιαφέρον για δουλειές από την Ευρώπη, χρειαζόμαστε θεσμική στήριξη. Είναι μια αγορά που διψάει, ξέρουμε ότι μας θέλει, αλλά στοιχίζουμε πολύ ακριβά γιατί είμαστε πολύ μακριά.
Σκέφτομαι συχνά πως για μένα, ό,τι έχει συμβεί στην καριέρα μου έχει γίνει από το εξωτερικό, κι ας ακούγεται ενοχλητικό.
Πρώτα από όλα, θέλω να πω ότι ζήτησα να διαβάσω όσα είπαν οι δημιουργοί σε αυτό το αφιέρωμα για να κατανοήσω και το νήμα της ιστορίας της ελληνικής εξωστρέφειας∙ είναι μια ολόκληρη ιστορία που δεν έχει γραφτεί. Και νομίζω είναι ένα μάθημα για το τι θεωρείται αυτονόητο, που σίγουρα δεν είναι ο σύγχρονος πολιτισμός. Όταν αναλογίζομαι τις δυσκολίες αυτών που άνοιξαν τον δρόμο, νιώθω πολύ ευγνώμων, γιατί είχα την ευκαιρία, έχοντας κάνει μία μόνο δουλειά στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, όταν με κάλεσε ο Γιώργος Κουτλής, το «Goodbye, Lindita», να πάρω μέρος στο πρώτο Showcase του Εθνικού και να δουν και την «Taverna Miresia» την ίδια χρονιά στο Grape του Φεστιβάλ Αθηνών.
Είμαι πολύ τυχερός, σκεφθείτε ότι την πρώτη «επίσημη» κριτική μου την πήρα από τον Μάικλ Μπίλιγκτον στην «Guardian», ο οποίος είχε προσκληθεί στο Showcase και είδε τη «Lindita», που ήταν μια παράσταση με ελάχιστο budget. Όταν τελείωσε η παράσταση, ενώ μου είχαν πει ότι οι curators δεν θα έρχονταν να μου πούνε κάτι, ότι θέλουν την παράσταση ας πούμε, τελικά έρχονταν και μου έλεγαν «we'll do it, we'll take it,» και εγώ δεν καταλάβαινα τι εννοούσαν.
Το πρώτο μας ταξίδι ήταν στο φεστιβάλ του Βελιγραδίου, στο BITEF, και εκεί πήραμε και τα δυο βραβεία, κοινού και επιτροπής. Εκεί έπαθα σοκ, δεν πίστευα ότι ταξιδεύει το σκηνικό μας, ότι ταξιδεύω εγώ, ότι ταξιδεύει η ομάδα ολόκληρη για να πάμε να παίξουμε την παράσταση έξω. Υπάρχει και κάτι άλλο που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Το θέατρο ήταν γεμάτο, καθόντουσαν στα σκαλιά, δεν έπεφτε καρφίτσα. Και στο τελευταίο δεκάλεπτο της παράστασης, στην κορύφωση, οι θεατές σηκώθηκαν όρθιοι και παρέμειναν όρθιοι μέχρι το χειροκρότημα. Εγώ καθόμουν σε μια γωνία και δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που γινόταν, δεν το πίστευα αυτό που ζούσαμε. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε σταθεί πολύ τυχεροί, έχουμε παίξει σε τέσσερις ηπείρους, σε τριάντα πόλεις και, το λέω χωρίς υπερβολή, ο κόσμος αγκάλιασε και τις τρεις παραστάσεις που ταξιδεύουν. Και γίνονται sold-out, κι αυτό σημαίνει και δεν σημαίνει κάτι∙ εννοώ ότι για τους curators έχει και πρακτική σημασία αυτό, για εμάς μπορεί να είναι ηθική ικανοποίηση, αλλά όλοι σήμερα, όπως πάντα, μετράνε και τα έσοδα.
Τα αιτήματα για να ταξιδέψει η παράσταση έφταναν αρχικά στο Εθνικό και στο Φεστιβάλ, αλλά με έβρισκαν και από το Instagram. Και ενώ περιοδεύουν οι πρώτες δυο παραστάσεις, γίνομαι υπότροφος στο Onassis Air και προετοιμάζω και την τρίτη παραγωγή, το «ΜΑΜΙ» στη Στέγη, που το είδαν πολλοί curators, αγκάλιασαν την παραγωγή και βγήκαμε αμέσως μετά τις παραστάσεις σε περιοδείες.
Τώρα οικονομικά συντηρούμαστε μέσω των περιοδειών, αλλά επειδή περιοδεύουν τρία έργα κάνουμε πολλές αντικαταστάσεις. Δεν έχω την οικονομική ευχέρεια να δεσμεύσω μια ομάδα για έναν ολόκληρο χρόνο, γιατί οι υποχρεώσεις απέναντί τους είναι μεγάλες και πρέπει να είσαι συνεπής, δεν είναι εύκολο να στηρίξεις μια ομάδα και εγώ θέλω να έχω με όλους τέλεια επικοινωνία. Οπότε, είμαι ακόμα στον δρόμο και αυτό θα συνεχιστεί και το 2026. Στη Βενετία που θα πάμε το καλοκαίρι θα παιχτεί και η «Ραγάδα», η πρώτη μου δουλειά, και η «Lindita» και η «Taverna Miresia», όλη η τριλογία.
Θέλω να πω και κάτι για το επάγγελμά μας. Εμένα, που είμαι 25 χρονών, με βοήθησαν οι συνθήκες και η τύχη και όλα συνηγόρησαν ώστε να μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου σε έναν πολύ μεγάλο κόσμο. Ιδανικά, θα ήθελα να κάνω κι άλλες σπουδές. Σκεφτείτε το οξύμωρο: έχω το δίπλωμά μου από το Ωδείο Αθηνών, αλλά είμαι απόφοιτος Λυκείου για το κράτος, έχω βραβευτεί με τον Αργυρό Λέοντα στην Μπιενάλε Θεάτρου της Βενετίας και δεν μπορώ να κάνω μεταπτυχιακές σπουδές πουθενά γιατί οι σπουδές μου δεν αναγνωρίζονται. Είναι μια μεγάλη αδικία για όλους μας, που εύχομαι να διορθωθεί το συντομότερο. Οι Έλληνες καλλιτέχνες είναι εξαιρετικά ταλαντούχοι και πρέπει να τους δοθεί η δυνατότητα να ανοίξουν τους ορίζοντές τους.