«ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΟΤΙ ο κομμουνισμός υποστηρίζει την ισότητα όλων των ανθρώπων και ακόμη την αφομοίωση των δύο φύλων, του ωραίου και του άσχημου. Ουδείς όμως εφαντάζετο ότι η θρυλούμενη αυτή ισότης και αφομοίωσις, η οποία θα γίνει όταν επικρατήσει η Κόκκινη Επανάστασις, θα άρχιζε να την εφαρμόζει από τώρα το ασθενικό πλάσμα που λέγεται Κατίνα Εμμανουηλίδου. Και όμως ούτως συνέβη. Εκείνο που δεν κατόρθωσε ούτε αυτός ο μέγας Λένιν το επέτυχε μία καπνεργάτρια της Θεσσαλονίκης».
Με αυτά τα λόγια η εφημερίδα «Εσπερινή» περιέγραψε την απόδραση της Κατίνας Εμμανουηλίδου από τις φυλακές Αβέρωφ την 1η Ιανουαρίου 1933. Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, η δραπέτισσα ήταν καπνεργάτρια στη Θεσσαλονίκη και μπήκε στην οργάνωση των αρχειομαρξιστών γύρω στα τέλη του 1930. Εκεί συνελήφθη επειδή πήρε μέρος στις τελευταίες ταραχές των καπνεργατών, καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών και σε δύο ετών εξορία στη Γαύδο. Αρχικά κρατήθηκε στις Φυλακές Θεσσαλονίκης, όμως «επειδή ήτο εξαιρετικά ζωηρή και καθημερινώς εδημιουργούσε ταραχές εις βάρος της διευθύνσεως των εκεί φυλακών», μετά από πέντε μήνες οδηγήθηκε στις Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ στην Αθήνα.
Η ανάκριση περιορίστηκε στη συλλογή διαφόρων στοιχείων από την υπηρεσία των φυλακών, στην αυτοψία και στη λήψη αποτυπωμάτων από τον εξωτερικό τοίχο, «εις τον οποίον σκαρφάλωσεν η Εμμανουηλίδου και εξηφανίσθη με τους σωτήρας της».
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Ακρόπολις», «η δραπετεύσασα συντρόφισσα είναι ηλικίας 28 περίπου ετών και ύπανδρος. Η δράσις της ήρχισε εις την Μακεδονικήν πρωτεύουσαν μεταξύ των καπνεργατριών, τας οποίας προσηλύτιζε στις αρχές του κομμουνισμού με σχετικήν ευκολίαν, λόγω της διαλεκτικής της δεινότητος. Εις όλας τας αιματηράς συγκρούσεις που έγιναν από διετίας εις την Μακεδονικήν πρωτεύουσαν, ήτο και αυτή αναμεμιγμένη».
Καταδιωκόταν διαρκώς από τις αρχές για τη δράση της αυτή, αλλά πάντοτε κατάφερνε να διαφεύγει. Τελικά, την «Κόκκινη Πρωτομαγιά» του 1932, συνελήφθη μαζί με τους «πρωταίτιους σκηνών» στη Θεσσαλονίκη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση, την οποία εξέτιε στις φυλακές από τις οποίες τελικά δραπέτευσε.
Στις «σκηνές» αυτές είχε πάρει μέρος στο πλαίσιο παράνομης διαδήλωσης που έγινε στη διασταύρωση λεωφόρου Στρατού και Παρασκευοπούλου, όπως περιγράφει η εφημερίδα «Πάλη των Τάξεων»:
«Σε αυτήν όταν ο σταλινικός ομιλητής λιποτάχτησε στο αντίκρουσμα του πρώτου χωροφύλακα, η συντρόφισσά μας πήρε το λόγο, μίλησε ένα τέταρτο ολόκληρο και σταμάτησε τη συγκοινωνία. Εκεί συνελήφθηκε και κακοποιήθηκε κατά τον πιο βάρβαρο τρόπο από τα όργανα του αστικού “πολιτισμού”. Έπειτα ρίχτηκε σ’ ένα μέρος του τμήματος που το χρησιμοποιούσαν για αποχωρητήρια. Ζήτησε το παιδί της γιατί είχε να το βυζάξει πάνω από 10 ώρες. Οι καννίβαλοι τότε το φέρανε και το ρίξανε στα μάρμαρα για να κλονίσουν την πίστη της».
Στις Φυλακές Αβέρωφ
Με βάση το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Ακρόπολις», η Κατίνα Εμμανουηλίδου ήταν φυλακισμένη με δύο άλλες συντρόφισσές της στην ανατολική πτέρυγα των γυναικείων φυλακών και στο τελευταίο βόρειο κελί, το οποίο φωτιζόταν από ένα κανονικό σιδερόφραχτο παράθυρο, σε ύψος περίπου 6 μέτρων από το προαύλιο. Ποτέ δεν είχε δώσει αφορμή στην υπηρεσία των φυλακών και γι’ αυτόν τον λόγο δεν παρακολουθούνταν ιδιαίτερα. Έπειτα, ούτε πολλές επισκέψεις δεχόταν, ούτε ύποπτη αλληλογραφία είχε, ώστε να μπουν υποψίες στη διεύθυνση των φυλακών και να διαταχθεί η επιτήρηση ή η απομόνωσή της.
«Τώρα, πώς συνέλαβε την ιδέαν της αποδράσεως, ποιός ή ποιοί της ενέπνευσαν αυτήν, διότι το δεύτερον είναι και το πιθανότερον, αφού αυτή ασθενής, προχωρημένη φυματική, δεν θα επεθύμει ίσως νέας περιπετείας, δεν είναι γνωστόν». Μόνον υποθέσεις γίνονταν, με βάση όσα στοιχεία είχε η ανάκριση στα χέρια της. Οι συγκρατούμενές της στο ίδιο κελί, οι οποίες ήταν οι μόνες που μπορούσαν να αποκαλύψουν τα πάντα, τηρούσαν σιγή ιχθύος. Δεν θέλησαν να πουν τίποτα στις ανακρίσεις για ό,τι αντιλήφθηκαν στο κελί τους ή για όσα τυχόν τους εμπιστεύτηκε η δραπέτισσα.
«Αντιθέτως, μάλιστα, χαρακτηριστικότατα, παρατήρησαν στον ανακριτήν ότι και αυτές αν τους επέτρεπαν οι διαστάσεις των –είναι σημειωτέον αρκετά ογκώδεις από το καθισιό της φυλακής– θα εξαφανίζοντο μαζί με την Εμμανουηλίδου».
Η ανάκριση περιορίστηκε στη συλλογή διαφόρων στοιχείων από την υπηρεσία των φυλακών, στην αυτοψία και στη λήψη αποτυπωμάτων από τον εξωτερικό τοίχο, «εις τον οποίον σκαρφάλωσεν η Εμμανουηλίδου και εξαφανίσθη με τους σωτήρας της».
Η απόδραση
Οι συνεργοί για την απελευθέρωση της Εμμανουηλίδου, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ της «Ακροπόλεως», γνώριζαν καλά τα σχετικά με τη φρούρηση των φυλακών. «Έτσι εξηγείται το ότι εκ της βορειοανατολικής πλευράς των φυλακών έγινε η δραπέτευσίς της. Είναι το μόνον μέρος που ουδαμόθεν φρουρείται, βυθισμένο από των πρώτων νυκτερινών ωρών σε βαθύτατο σκοτάδι». Το μέρος εκείνο βρισκόταν πλάι στον φούρνο των φυλακών, όπου, εκτός από τις Κυριακές και τις γιορτές, διανυκτέρευε πάντοτε ειδικός υπάλληλος, ο τοίχος δεν ήταν ψηλότερος των τριών μέτρων. Γι’ αυτό, το πιο δύσκολο ήταν η φυγή της από το κελί. Μόνον αν κατάφερνε να λιμάρει ένα-δύο από τα σιδερένια κάγκελα, θα μπορούσε να κατέβει στον περίβολο. Προμηθεύτηκε λοιπόν μια κατάλληλη λίμα, άγνωστο πώς, πότε και από ποιους, και μ’ αυτήν σιγά-σιγά έκοψε δύο από τις σιδερένιες ράβδους.
Για να μην αντιληφθούν, δε, οι φύλακες τίποτα, είχε λιμάρει από καιρό ένα σημείο από το οποίο, σε ελάχιστη ώρα και με μικρή προσπάθεια, θα κόβονταν ολοσχερώς τα σίδερα, και ανέμενε απλώς την κατάλληλη ευκαιρία κατά την οποία ο μόνος που μπορούσε να αντιληφθεί τη δραπέτευσή της, ο άνθρωπος του φούρνου, λόγω της γιορτής, δεν βρισκόταν εκεί.
Τέλος πάντων, αφού έκοψε τα κάγκελα, έσκισε ένα από τα σεντόνια της στα δύο, έδεσε σφιχτά τα δύο κομμάτια και έπειτα τη μία άκρη γερά στα άλλα κάγκελα, χαιρέτησε κατόπιν τις συντρόφισσές της στο κελί, τους ευχήθηκε καλή αντάμωση στην «κοινωνία», αστειεύτηκε λίγο, λέγοντας πως έβγαινε για... θεραπεία, και σκαρφάλωσε στο παράθυρο. Χωρίς κανέναν θόρυβο βγήκε έξω, γαντζώθηκε στο σεντόνι και γλίστρησε σιγά-σιγά στο έδαφος.
Το πιθανότερο και πιο εύλογο είναι πως οι συνεργοί της, μόλις αυτή βρέθηκε στο προαύλιο, της έριξαν από έξω ένα γερό σχοινί. Τη μια άκρη του έδεσε η Εμμανουηλίδου σε μια σιδερένια πόρτα που βρισκόταν μέσα, ενώ την άλλη άκρη κρατούσαν γερά απ’ έξω. Αφού γλίστρησε λίγο πάνω στο σχοινί, πήδηξε κάτω, ελεύθερη.
Το σχοινί αυτό βρισκόταν ακόμα και το επόμενο πρωί όπως το εγκατέλειψαν η δραπέτισσα και οι συνεργοί της. Κρεμόταν περίπου ένα μέτρο από το ύψος του τοίχου. Το σεντόνι βρέθηκε επίσης στη θέση που το άφησε η Εμμανουηλίδου πρωί πρωί, τα χαράματα της πρώτης του νέου εκείνου έτους. Από αυτό μάλιστα έγινε αντιληπτή η δραπέτευσή της, η οποία αναστάτωσε την υπηρεσία των φυλακών.
«Την 5:12 πρωινήν της παρελθούσης Κυριακής, η Διευθύντρια των φυλακών ειδοποιήθη ότι “ανεμίζει” μια “άσπρη κορδέλλα” που εκρέματο από ένα παραθυράκι κελλίου της βορειοανατολικής πλευράς», θα γράψει η εφημερίδα «Πατρίς» στις 3 Ιανουαρίου 1933.
Η διευθύντρια διαπίστωσε το γεγονός, οπότε πλέον της είχε γεννηθεί σχεδόν η βεβαιότητα ότι είχε γίνει ή προετοιμαζόταν απόδραση. Διατάχθηκε προσκλητήριο των κρατουμένων, οπότε και αποδείχθηκε ότι είχε αποδράσει η Εμμανουηλίδου. Αμέσως στάλθηκαν τηλεφωνήματα προς όλες τις καταδιωκτικές αρχές, αλλά ήταν πλέον αργά. Η δραπέτισσα, την οποία προφανώς περίμεναν άλλοι σύντροφοί της έξω από τη φυλακή, είχε ήδη απομακρυνθεί και εξαφανιστεί.
«Η Εμμανουηλίδου πέθανε!»
«Η Εμμανουηλίδου πέθανε!» θα γράψει η εφημερίδα των αρχειομαρξιστών στις 4 Απριλίου του 1933.
«Η είδηση αυτή διαδόθηκε χθες το πρωί, ξαφνικά, από στόμα σε στόμα μέσα σε εκατοντάδες εργάτες, που είχαν άσβεστη ακόμα την ανάμνηση της ηρωικής δραπέτευσής της. Και μέσα σε λίγες ώρες, χωρίς να κυκλοφορήσουν προκηρύξεις, χωρίς ν’ αναγραφεί σε καμιά εφημερίδα η είδηση, οι πάνω από 500 εργάτες βρέθηκαν στο πόδι στις 5 το απόγευμα, στο Α' Νεκροταφείο, περιμένοντας ανυπόμονοι και βαθιά συγκινημένοι το σορό της συντρόφισας. Κι όταν έφτασε τέσσερις εργάτες πήραν το φέρετρο στα χέρια τους και μες απ’ το στόμα των εκατοντάδων εργατών που είχαν συγκεντρωθεί ξεπήδησε αυθόρμητα, δυνατά, το πένθιμο εμβατήριο. Και τραγουδώντας το “Επέσατε θύματα, αδέρφια εσείς” προχώρησε η συνοδεία μες απ’ τους τάφους προς την τελευταία κατοικία της ηρωικής επαναστάτριας. Ο αντίλαλος του πένθιμου εμβατηρίου ξεσήκωσε τους εργάτες και τους φτωχούς κατοίκους των γύρω απ’ το νεκροταφείο συνοικιών, που άλλοι συγκεντρώθηκαν στους γύρω λοφίσκους και άλλοι έτρεξαν για να παρακολουθήσουν την κηδεία».
Μια ανατροπή;
«Το τμήμα Γενικής Ασφαλείας απασχολεί από ημερών μία αρκετά περίεργος υπόθεσις, εις την οποίαν κύριον ρόλον παίζουν οι κομμουνισταί, οι οποίοι προσεπάθησαν δι’ ενός πρωτοτύπου πράγματι τρόπου, να αποπλανήσουν τας αρχάς», έγραψε η εφημερίδα «Ακρόπολις» στις 22 Απριλίου 1933. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, η Γενική Ασφάλεια είχε πληροφορίες ότι η γυναίκα που κηδεύτηκε δεν ήταν η δραπέτισσα των φυλακών Αβέρωφ, αλλά μια άλλη κομμουνίστρια, την οποία οι ομοϊδεάτες της παρουσίασαν ως την Εμμανουηλίδου, με σκοπό να παραπλανήσουν τις αρχές και να σταματήσουν αυτές τις έρευνές τους για την ανακάλυψη και σύλληψή της.
Κατόπιν τούτου, διατάχθηκε η εκταφή του πτώματος, ώστε να ληφθούν τα δακτυλικά της αποτυπώματα. Από την αντιπαραβολή τους με τα υπάρχοντα στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Αναζητήσεων για την Εμμανουηλίδου, θα εξακριβωνόταν η ταυτότητα της αποθανούσας.
Στο φύλλο της 25ης Απριλίου η εφημερίδα «Πάλη των Τάξεων» θα αφιερώσει για το γεγονός μια μικρή σημείωση με τίτλο «Ο Τυμβωρύχος»:
«Αφού δεν κατόρθωσε να πιάσει τον Πλαστήρα, για να ξεπλύνει το ρεζίλεμα που ’παθε, η Ασφάλεια προσπάθησε να δημιουργήσει έναν αντιπερισπασμό γύρω από το θάνατο της αλησμόνητης συντρόφισσάς μας Κατίνας Εμμανουηλίδου. Με τη μεγάλη της φαντασία ισχυρίζεται ότι η συντρόφισσά μας δεν πέθανε, αλλά αντ’ αυτής θάφτηκε άλλη αρχειομαρξίστρια με το όνομά της. Και θέλησε να την ξεθάψει, χωρίς να την αφήσει ήσυχη στην τελευταία της κατοικία. Η Ασφάλεια έχει πλούσια φαντασία, αλλά μπορούμε να της βεβαιώσουμε ότι δεν θα ’χαμε ανάγκη να κρύψουμε τη συντρόφισσά μας με μια “μπλόφα” ψεύτικου θανάτου. Όπως τόσο καιρό δεν κατόρθωσε να την ανακαλύψει, δεν θα την έπιανε παρά κατά τύχη. Για μας παραμένει η απώλεια μιας ηρωικής συντρόφισσας, ενώ αποδεικνύεται από την άλλη η αισχρότητα μιας κρατικής υπηρεσίας που δεν σταματάει ούτε μπροστά στο θάνατο».