Η ιδέα των γλυκών που μοιάζουν με απόλυτα ρεαλιστικά φρούτα –που σε κάνουν να αμφιβάλλεις αν πρόκειται για γλυκό ή για μανταρίνι όπως το βρίσκεις στον μανάβη– δεν γεννήθηκε στα χρόνια του ίντερνετ. Έρχεται από πολύ πιο παλιά, από τα λεγόμενα μεσαιωνικά «entremets», πιάτα στημένα θεατρικά για τα βασιλικά συμπόσια, φτιαγμένα για διακόσμηση και εντυπωσιασμό. Αποτελούσαν ψευδαίσθηση, ένα παιχνίδι εξουσίας, τεχνικής και φαντασίας. Το ζητούμενο δεν ήταν η γεύση με τη σημερινή έννοια, αλλά το δέος, να κοιτάς το πιάτο και να μην είσαι βέβαιος τι ακριβώς βλέπεις.
Αιώνες αργότερα, αυτή η λογική επιστρέφει στο fine dining, όχι ως διακόσμηση αλλά ως concept. Καθοριστική στιγμή θεωρείται το «Meat Fruit» του Ίστον Μπλούμενταλ από το Dinner by Heston Blumenthal: ένα τέλειο μανταρίνι που δεν είναι μανταρίνι, αλλά παρφέ από συκώτι κοτόπουλου, ντυμένο με ζελέ εσπεριδοειδών. Εκεί, η ψευδαίσθηση δεν είναι gimmick αλλά εργαλείο μνήμης. Θυμάσαι το πιάτο όχι μόνο επειδή είναι νόστιμο αλλά και επειδή σε ξεγελά, σε αιφνιδιάζει: αναγκάζεσαι να αμφισβητήσεις αυτό που μόλις είδες, αυτό που τελικά δοκίμασες δεν είχε τη γεύση που περίμενες.
Όταν τα δαγκώνεις, κάνουν εκείνο το χαρακτηριστικό «κρακ» που τα μετατρέπει σε μια εμπειρία απολαυστική, γαργαλιστική, σχεδόν εθιστική. Δεν είναι απλώς γλυκά αλλά μικρά οπτικοακουστικά events.
Από εκεί και μετά, η ιδέα περνά από το fine dining στη ζαχαροπλαστική, όπου βρίσκει πρόσφορο έδαφος: φόρμες, καλούπια, γυαλιστερές υφές, ακρίβεια, αρχιτεκτονική σκέψη. Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο Σεντρίκ Γκρολέ που μετατρέπει το trompe-l'œil σε παγκόσμια υπόθεση. Τα φρούτα του είναι απόλυτα ρεαλιστικά εξωτερικά, σχεδόν υπερβολικά ρεαλιστικά, αλλά όταν κόβονται αποκαλύπτουν layers, υφές και χρώματα που μοιάζουν με μακέτες σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Το σοκ της αποκάλυψης γίνεται περιεχόμενο, το περιεχόμενο viral και το viral trend.
Το timing δεν είναι τυχαίο. Ζούμε σε μια εποχή που το φαγητό καταναλώνεται και με το στόμα και με την κάμερα. Το Netflix και γενικότερα το streaming έχουν συμβάλει καθοριστικά σε αυτήν τη μετατόπιση. Σειρές όπως το «Chef’s Table», το «School of Chocolate», το «Is it cake?» ή το «Bake Squad» εκπαιδεύουν το βλέμμα στο θαύμα, στο απίθανο, στο «δεν μπορεί να είναι αληθινό». Το φαγητό αντιμετωπίζεται ως περφόρμανς, ως αφήγηση, ως οπτικό γεγονός που προηγείται της γεύσης.
Η τάση έχει περάσει και στον κινηματογράφο: στα Ανεμοδαρμένα Ύψη βλέπουμε την πρωταγωνίστρια, τη Μάργκο Ρόμπι, να τρώει μια γιγάντια φράουλα και ολόκληρο το ίντερνετ απορεί πού κολλάει αυτό το στοιχείο στην ταινία.
Την ίδια στιγμή, το Instagram και το TikTok ευνοούν ό,τι μπορεί να συμπυκνωθεί σε μια δυνατή στιγμή αποκάλυψης: πριν και μετά, εξωτερικό και εσωτερικό, προσδοκία και ανατροπή. Τα ρεαλιστικά φρούτα είναι ιδανικά για το ίντερνετ. Μοιάζουν γνώριμα, σχεδόν βαρετά – μέχρι τη στιγμή που θα πάψουν να είναι. Όταν τα δαγκώνεις, κάνουν εκείνο το χαρακτηριστικό «κρακ» που τα μετατρέπει σε μια εμπειρία απολαυστική, γαργαλιστική, σχεδόν εθιστική. Δεν είναι απλώς γλυκά αλλά μικρά οπτικοακουστικά events.
Έτσι, κάτι που ξεκίνησε ως βασιλικό θέαμα, πέρασε από την κουζίνα του fine dining και κατέληξε στις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων και στα feeds εκατομμυρίων χρηστών. Ο λόγος για τον οποίο γίνεται χαμός με αυτά τα γλυκά τώρα δεν είναι μόνο η τεχνική τους αρτιότητα αλλά και το γεγονός ότι συμπυκνώνουν απόλυτα το πνεύμα της εποχής: τέχνη, εξαπάτηση, δεξιοτεχνία και εικόνα, όλα σε ένα αντικείμενο που μοιάζει απλό, καθημερινό, σχεδόν αθώο. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του.
Παράλληλα, αυτές οι χειροποίητες δημιουργίες αναδεικνύουν τις πιο δροσερές και έντονες γεύσεις: φράουλα, λεμόνι, φιστίκι, μάνγκο, πορτοκάλι και πολλές ακόμη. Κάτω από την ψευδαίσθηση, υπάρχει μια βαθιά επιθυμία για καθαρή, αναγνωρίσιμη απόλαυση – μια επιστροφή στη χαρά του φρούτου, απλώς μεταφρασμένη σε άλλη γλώσσα.
Στο ελληνικό έδαφος, από τους πρώτους που πειραματίστηκαν με τα γλυκά που απεικονίζουν ρεαλιστικά φρούτα και όχι μόνο είναι το ζαχαροπλαστείο Magoa του Γιώργου Αυγέρου στη Θεσσαλονίκη (Παλαιών Πατρών Γερμανού 29). Όπως μου λέει: «Ο κόσμος έρχεται σχεδόν υπνωτισμένος για να βρει αυτό που βλέπει στα social media». Τον ρωτάω για το virality και μου εξηγεί: «Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παίζουν κυρίαρχο ρόλο στις τάσεις. Καμιά φορά απορείς με την εμμονή του κόσμου, έρχονται μόνο και μόνο για να φάνε κάτι που να κάνει απλώς “κρατς”, χωρίς να τους ενδιαφέρει τίποτα άλλο. Εμείς δουλεύουμε τόσο σκληρά για να πετύχουμε διαφορετικές υφές και ισορροπίες και βλέπεις ότι ο κόσμος κολλάει με αυτό που βλέπει στο ίντερνετ». Στις βιτρίνες του φιγουράρουν αυτήν τη στιγμή ο πλανήτης του Μικρού Πρίγκιπα –είναι γκρι και έχει κρατήρες–, πιο δίπλα ένα λαχταριστό βάζο που μοιάζει με αυτό της Nutella αλλά γράφει «Magotella» και είναι βρώσιμη ακόμα και η ετικέτα του, ένα ολόκληρο φιστίκι, ένας κόκκος καφέ με γεύση τιραμισού.
Στην Αθήνα, το concept υιοθετήθηκε πρόσφατα από το ζαχαροπλαστείο Αφοί Ασημακόπουλοι στα Εξάρχεια (Χαρ. Τρικούπη 82). Αυτή την περίοδο βγάζουν πάστες που μοιάζουν με αληθινό μάνγκο –με γέμιση κρέμα μάνγκο, μικρά κομμάτια φρέσκου φρούτου και επικάλυψη σοκολάτας–, με ροδάκινο (με κρέμα και κομμάτια ροδάκινου σε λευκή σοκολάτα), καθώς και με φράουλα, με κρέμα φράουλας και κομμάτια φρέσκιας φράουλας.
Το hype εξαπλώνεται και εκτός κέντρου. Στο Κερατσίνι, ο φούρνος Ήπειρος (λεωφ. Σαλαμίνος 213) γεμίζει τα ψυγεία του με πάστες που μοιάζουν με αληθινά μήλα, αχλάδια, μάνγκο, φράουλες, βατόμουρα, λεμόνια και πορτοκάλια – μια μικρή βιτρίνα trompe-l'œil που συνομιλεί απευθείας με το βλέμμα και το feed σου.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.