ΠΟΛΛΑ ΒΛΕΜΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ στραμμένα στο ΠΑΣΟΚ αυτό το διάστημα –των ενοίκων του Μεγάρου Μαξίμου συμπεριλαμβανομένων– και θα παραμείνουν πάνω του, όχι μόνο μέχρι το συνέδριο που θα γίνει τον επόμενο μήνα, αλλά οπωσδήποτε μέχρι και τις εκλογές.
Παρότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει καταφέρει να ανακτήσει τη δυναμική που είχε πριν από την οικονομική κρίση και η ηγεσία του φαίνεται να έχασε το momentum που υπήρξε μετά την επανεκλογή Ανδρουλάκη (στις 13 Οκτωβρίου 2024) και την προειδοποίηση του Κώστα Σημίτη («είναι μια ευκαιρία και οι ευκαιρίες δεν είναι άπειρες»), λόγω των ιδιαιτεροτήτων του πολιτικού τοπίου αυτή την περίοδο κρατά έναν κρίσιμο ρυθμιστικό ρόλο.
Ρυθμιστής χωρίς δυναμική
Τα ποσοστά του κόμματος στις δημοσκοπήσεις δεν μπορούν να ξεφύγουν από το ποσοστό που κατέγραψε στις εθνικές εκλογές και κινούνται γύρω στο 13% (παρότι είχε αγγίξει το 20% πριν από ενάμιση χρόνο), κάτι που καθιστά ανέφικτο τον στόχο για νίκη στις εκλογές, «έστω και με μία ψήφο πάνω από τη ΝΔ».
Στην κεντροαριστερά παίζει εδώ και καιρό σχεδόν χωρίς αντίπαλο, αν εξαιρέσει κανείς το «φάντασμα» του κόμματος Τσίπρα, αλλά αδυνατεί να εδραιωθεί ως ο κύριος πόλος της. Παρομοίως αδυνατεί να φέρει πίσω όσους ψηφοφόρους το είχαν εγκαταλείψει στις εκλογές του 2012 και του 2015 για τον ΣΥΡΙΖΑ , όπως και όσους ψήφισαν στις εκλογές του 2019 τη ΝΔ.
Αν στις εκλογές επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις για το ανέφικτο της αυτοδυναμίας, το ΠΑΣΟΚ θα το χρειάζονται όλοι. Και αυτοί που θέλουν να παραμείνει η κυβέρνηση και εκείνοι που θέλουν να αλλάξει.
Το όχι πολύ σαφές ιδεολογικοπολιτικό στίγμα που εκπέμπει έχει μάλλον το αντίθετο αποτέλεσμα από το προσδοκώμενο, όπως αποδεικνύεται από την έως τώρα αποτυχία να πειστούν ευρύτερα στρώματα από τον πολιτικό του λόγο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ηγεσία του προσπαθεί να διατηρήσει την αυτόνομη πορεία, που κατά κάποιον τρόπο ήταν και η εντολή της πλειονότητας των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, αποφεύγοντας σαφή δέσμευση για κυβερνητικές συνεργασίες, που εντείνει όμως την καχυποψία που υπάρχει, μεταξύ όσων θέλουν και όσων δεν θέλουν συνεργασία με τη ΝΔ, καθώς και όσων θέλουν και όσων δεν θέλουν συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ και τα κομμάτια του.
Ενώ όμως το ΠΑΣΟΚ δεν έχει καταφέρει να γίνει ξανά ένας πολιτικός παίκτης που διεκδικεί την εξουσία με αξιώσεις, εκ των πραγμάτων αποκτά ρόλο ρυθμιστή και αυτός είναι ο λόγος για το αυξημένο ενδιαφέρον που υπάρχει σχετικά με τις μετεκλογικές του συνεργασίες.
Συνεργασία ή λεηλασία
Είναι γνωστό ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που φιλοδοξεί να κυβερνήσει για τρίτη θητεία, με την αυτοδυναμία να μη μοιάζει εφικτή, θα προτιμούσε το ΠΑΣΟΚ για κυβερνητικό εταίρο, γι’ αυτό και έχει αυξήσει την πίεση τελευταία. Η στρατηγική που ακολουθεί απέναντί του θα μπορούσε να ονομαστεί «συνεργασία ή λεηλασία». Αν το ΠΑΣΟΚ δεν «ενδώσει», τότε ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα προσπαθήσει να του πάρει τους ψηφοφόρους που δεν θέλουν συνεργασία με την αριστερά. Αυτό είναι το σχέδιο, παρότι υπάρχει κάτι ακόμα που το λένε και δημόσια αρκετά στελέχη, όπως ο Κώστας Σκανδαλίδης, ότι η ΝΔ θέλει να ρευστοποιήσει το ΠΑΣΟΚ γιατί από αυτό ελπίζει να κάνει μετεκλογικά κυβέρνηση.
Όλοι στο ΠΑΣΟΚ θεωρούν ότι το «σκάνδαλο Παναγόπουλου» της ΓΣΕΕ, όπως και αυτό με τα επιδόματα στο οποίο εμπλεκόταν στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, δεν βγήκαν τυχαία στη δημοσιότητα αυτήν την περίοδο. Δεν αμφισβητούν ακριβώς την ανάμειξη των στελεχών του ΠΑΣΟΚ σε αυτά, αλλά θεωρούν επιλεκτική την ανάδειξή τους και υποκινούμενη από την κυβέρνηση, με σκοπό να ασκήσουν πίεση στο ΠΑΣΟΚ και την ηγεσία του.
Η διπλή πίεση στον Νίκο Ανδρουλάκη
Ο Νίκος Ανδρουλάκης θα έχει μια τελευταία ευκαιρία στις επόμενες εθνικές εκλογές, καθώς είναι βέβαιο πως αν το ΠΑΣΟΚ δεν τα πάει καλά, θα αμφισβητηθεί την επόμενη μέρα και δύσκολα θα μπορέσει να διατηρήσει τη θέση του. Μέχρι τότε όμως, έχει μερικές ζαριές ακόμα να ρίξει. Για την ώρα, δέχεται διπλή πίεση, τόσο από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη ΝΔ, όσο και από τους εσωκομματικούς του αντιπάλους. Τον μεγαλύτερο πόλεμο εντός του κόμματός του τον δέχεται από τον Χάρη Δούκα, ενώ και ο Παύλος Γερουλάνος κινείται δυναμικά.
Παρά την προσωρινή φαινομενική υποχώρησή του, ο Χάρης Δούκας στην πραγματικότητα έχει εντείνει την πίεση προς τον Νίκο Ανδρουλάκη και το ερώτημα των περισσότερων για το συνέδριο του Μαρτίου είναι αν θα επιμείνει στην πρότασή του να υπάρξει απόφαση των συνέδρων για τη μη συνεργασία με τη ΝΔ.
Αν επιμείνει, έμπειρα κομματικά στελέχη αναφέρουν ότι δεν αποκλείεται να δούμε ακόμα και εντάσεις στα όρια του «πολιτικού ξύλου». Αρκετοί, όπως ο καθηγητής και πρώην υπουργός Οικονομικών Νίκος Χριστοδουλάκης, έχουν επιχειρηματολογήσει δημόσια υποστηρίζοντας πως κάτι τέτοιο θα ωφελήσει μόνο τη ΝΔ και το σχέδιο της «λεηλασίας», ενώ το ΠΑΣΟΚ δεν θα κερδίσει τίποτα.
Ο Χάρης Δούκας, αν και δεν έχει καταφέρει να διευρύνει την πολιτική επιρροή του μέσα στο ΠΑΣΟΚ, παρά την εξουσία που διαθέτει ως δήμαρχος Αθηναίων, θεωρεί ότι απευθύνεται σε ένα ευρύτερο κοινό από το πασοκικό και φιλοδοξεί να είναι εκείνος ο πολιτικός ηγέτης που θα ενώσει την κεντροαριστερά με την αριστερά στην Ελλάδα. Γιατί το πιστεύει; Γιατί του βγήκε μια φορά στον δήμο πετυχαίνοντας κάτι που δεν πέτυχε κανένας άλλος, ούτε από το ΠΑΣΟΚ ούτε από τον ΣΥΡΙΖΑ, λένε υποστηρικτές του.
Βενιζέλος και Διαμαντοπούλου σε αναζήτηση ρόλων για την επόμενη μέρα
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος έχει επαναπροσεγγίσει εδώ και αρκετό καιρό τον Νίκο Ανδρουλάκη και το ΠΑΣΟΚ, παρά την αποστασιοποίησή του παλιότερα και την καλή σχέση που διατηρούσε με τον Κυριάκο Μητσοτάκη το πρώτο διάστημα της διακυβέρνησής του. Οι κακές γλώσσες λένε –και αυτό δεν είναι καινούργιο– ότι όταν ο Μητσοτάκης δεν τον πρότεινε για Πρόεδρο της Δημοκρατίας και διεκόπη η επικοινωνία τους, ο Βενιζέλος αποφάσισε να περάσει στο αντιμητσοτακικό στρατόπεδο.
Σύμφωνα με κάποια πολιτικά στελέχη, σήμερα φιλοδοξεί ακόμα και να ηγηθεί του αντιμητσοτακικού μπλοκ που είναι «σκόρπιο και ακέφαλο», παρότι απλώνεται από τη λεγόμενη λαϊκή ή πατριωτική δεξιά μέχρι την αριστερά. Αν όλοι αυτοί ή κάποιοι από αυτούς έχουν τις δυνάμεις αριθμητικά μετά τις εκλογές και τη διάθεση να συνεργαστούν «για να φύγει ο Μητσοτάκης», θα χρειαστούν πρωθυπουργό που να μπορεί να ενώσει διαφορετικούς χώρους.
Γι’ αυτό, δεν θεωρήθηκε τυχαία η προσπάθεια να τα βρει με τον ΣΥΡΙΖΑ πριν από κάποιο διάστημα (η οποία όμως, παρά την εκκίνηση που έγινε, δεν εξελίχθηκε πολύ καλά), ούτε και η εμφάνισή του σε εκδήλωση μαζί με τον Κώστα Καραμανλή και τον Αντώνη Σαμαρά – με τον οποίο επιχείρησε να αναθερμάνει τη σχέση του. Θα είχε πιθανότητες ένα τέτοιο σενάριο με τον Βενιζέλο για την επόμενη μέρα; Πολύ δύσκολα, για πολλούς λόγους. Αν το πολιτικό τοπίο παραμένει κατακερματισμένο όμως και μετά τις εκλογές, όπως φαίνεται στις δημοσκοπήσεις, δεν αποκλείεται γενικά να δούμε και απίθανα σενάρια να προωθούνται.
Η Άννα Διαμαντοπούλου θεωρεί κι εκείνη ότι μπορεί να έχει άλλη μια ευκαιρία. Εκτιμά ότι αφού τα πήγε αρκετά καλά στις εκλογές για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, παρά την απουσία της για μεγάλο διάστημα, αν τώρα ενισχύσει την παρουσία της καλλιεργώντας μια εικόνα πιο προσιτή στο «λαϊκό ΠΑΣΟΚ», μπορεί να διαδραματίσει κάποιον σημαντικότερο ρόλο μετά τις εκλογές.
Η μάχη των συνέδρων
Η πολιτική μάχη που δίνεται αυτές τις μέρες στο ΠΑΣΟΚ είναι για το ποιος θα εκλέξει τους περισσότερους συνέδρους στις 15 Μαρτίου. Για αυτό και όλα τα ηγετικά στελέχη οργώνουν την Ελλάδα, όπου υπάρχουν κομματικές οργανώσεις, και κόβουν (ακόμα) τη μία πίτα πίσω από την άλλη. Ο συσχετισμός των συνέδρων, που θα τον γνωρίζουν την επόμενη μέρα, θα κρίνει και την πορεία του συνεδρίου, αν και θεωρείται σχεδόν απίθανο να μην ελέγχει την πλειοψηφία ο Νίκος Ανδρουλάκης. Η δυναμική των εσωκομματικών του αντιπάλων καθώς και το πώς θα αποφασίσουν να εμφανιστούν στο συνέδριο, όμως, έχει σημασία.
Αν στις εκλογές επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις για το ανέφικτο της αυτοδυναμίας, το ΠΑΣΟΚ θα το χρειάζονται όλοι. Και αυτοί που θέλουν να παραμείνει η κυβέρνηση και εκείνοι που θέλουν να αλλάξει. Το γεγονός ότι είναι περιζήτητο χωρίς να γοητεύει, ίσως να είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η ηγεσία του δεν αισθάνεται την ανάγκη να βελτιώσει τις αδυναμίες της.
Στο κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο, το ΠΑΣΟΚ μοιάζει ταυτόχρονα αδύναμο και απαραίτητο, και αυτή η αντίφαση το τοποθετεί στο επίκεντρο ενός σκληρού πολιτικού παιχνιδιού που θα παιχτεί το επόμενο διάστημα, όχι απαραίτητα χωρίς θύματα.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.