ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ στο παζάρι του Καΐρου, φωτογραφίες στο δρόμο. Οι περισσότερες από δύο οικογένειες που δείχνουν «ευυπόληπτες». Δεκαετία '50, άντε '60. Σαφώς πάνω από το τότε μέσο επίπεδο ζωής. Με γοητεύουν.
Πρώτον, γιατί κάπως έτσι μεγάλωσα κι εγώ, όσο «διακειμενικό» κι αν ακούγεται ― σα να βλέπω σπίτια στη γειτονιά μου, τότε. Θύμα, τελικά, αυτού που πάντα σιχαινόμουνα. Της νοσταλγίας. «Σπουργίτια παιδί μου είμαστε οι Ζακυνθινοί», έλεγε η νόνα μου, «γυρνάμε πάντα εδώ». Ισχύει και για μένα, όσο κι αν κάνω την Αλίκη στις πόλεις. Το παρελθόν μου χάσκει στο κέντρο του εαυτού μου, βαρέλι δίχως πάτο, και το ταΐζω εικόνες που όλο κάτι μου θυμίζουν, βασικά παρενδυσίες τραυμάτων που κάνουν τα χαρούμενα.
Δεύτερον, είναι αναλογικές· χωρίς την πλαστικότητα του ντίτζιταλ.
Τρίτον, έχουν την αθωότητα και την αφέλεια αφενός της εποχής, αφετέρου αυτής της εθνοτικής ομάδας, της πιο απροσποίητης και χρυσής του κόσμου.
Έχω κι άλλες. Βαρέθηκα όμως να σκανάρω μες στη νύχτα. Επίσης, οτιδήποτε Αιγυπτιακό, μού αρέσει τόσο, που με πληγώνει κάπως. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Σα να΄ναι η ζωή που ήθελα να ζήσω και δεν έζησα...