Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ Μαρίας Καρυστιανού στο πολιτικό σύστημα έφερε μια ακόμα εστία σύγχυσης και εντάσεων μέσα στις πολλές του τελευταίου διαστήματος. Τώρα, η δήλωσή της για τις αμβλώσεις και την ανάγκη «διαβούλευσης» γι’ αυτό το θεσπισμένο δικαίωμα γέννησε πλήθος αντιδράσεων σε όλο σχεδόν το φάσμα, κι ίσως περισσότερο στα αριστερά.
Η αποκωδικοποίηση της ταυτότητας της Μαρίας Καρυστιανού δεν είναι εύκολη. Βγήκε από τη χοάνη του συλλογικού πένθους γύρω από την τραγωδία των Τεμπών. Σε μια συγκυρία διασκορπισμού και αναδίπλωσης στην αυτοσυντήρηση, όπου οι πολιτικές φωνές της αντιπολίτευσης δεν έφταναν στη «λαϊκή ψυχή», ενώ η κυβέρνηση προκαλούσε θυμό, ήρθε να συμβολίσει ένα μη διασαφηνισμένο αλλά πάντως ηχηρό αίτημα δικαιοσύνης. Η ρητορική της δεν είχε εξαρχής κάτι το αριστερό. Πολύ πρoτού ειπωθεί ρητά, η Μαρία Καρυστιανού αναδυόταν ως σημείο αναφοράς σε έναν κόσμο «πέραν της δεξιάς και της αριστεράς». Ως προσωπικότητα, φυσικά, μοιάζει να βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην κοινωνική βάση της ελληνικής δεξιάς: ελεύθερη επαγγελματίας, πιστή χριστιανή, με βασικές αναφορές στον Έλληνα πολίτη και στην πατρίδα, πέρα και πάνω από ταξικές διαιρέσεις.
Δεν είναι το κίνημα των Τεμπών που γέννησε την ανάγκη για μια Μαρία Καρυστιανού, όσο η ίδια η εποχή της σύγχυσης και της απελπισμένης αναζήτησης για έξοδο.
Το ερώτημα όμως εδώ και καιρό δεν είναι τι φέρει μαζί της η Μαρία Καρυστιανού, διεκδικώντας δημόσιο πολιτικό βήμα. Το ζήτημα είναι ποιες ταυτίσεις και προσδοκίες προσελκύει η παρουσία της. Η πολιτική επιστήμονας Μάργκαρετ Κάνοβαν έχει μιλήσει από χρόνια για τις δυο όψεις-διαστάσεις της δημοκρατίας, τη λυτρωτική και την πραγματιστική. Η πρώτη κινητοποιεί θερμές πεποιθήσεις που συγκρούονται με το συμβατικό περίγραμμα των θεσμών και των χρονοβόρων διαδικασιών της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η πραγματιστική διάσταση έχει να κάνει με τη λειτουργία και το «μάνατζμεντ» της διακυβέρνησης. Η λυτρωτική όψη αμφισβητεί την ψυχρότητα και την αποξένωση των κυρίαρχων ελίτ. Η πραγματιστική διάσταση απαντά, με πιο πεζό τρόπο, στα διάφορα προβλήματα, προκαλώντας συχνά απογοητεύσεις και δυσφορία.
Είναι το κυοφορούμενο «κόμμα Καρυστιανού» μια λυτρωτική στιγμή απέναντι στην κόπωση και στα βάρη της πολιτική μας τάξης; Τα έξι τελευταία χρόνια αυτό που φυτρώνει γύρω μας είναι ένας δύσπιστος, αν όχι κυνικός ρεαλισμός. Δεσπόζει η εξάπλωση ενός ατομικισμού της κατήφειας, καθημερινοί και συχνά ανούσιοι πόλεμοι πληκτρολογίου, το ξενέρωμα πέριξ της αριστεράς και η ύπαρξη ενός μειοψηφικού αλλά φανατικού κοινού οπαδών της υπάρχουσας μητσοτακικής «σταθεροποίησης». Το κίνημα των Τεμπών ήρθε σαν αναταραχή ρουτίνας, μια ορμητική επανεμφάνιση μεγάλων μαζών στον δημόσιο χώρο. Μια αληθινή, κατά πρόσωπο έκλαμψη που φώτισε για λίγο τον κενό χώρο του δήμου, των πολλών. Η χώρα δονήθηκε από ένα κοινωνικό συναίσθημα που διατράνωσε την απαίτηση του «αλλιώς» μέσω ενός «κατά»: κατά όλων όσα συμβόλιζαν την περιφρόνηση στον πολίτη και στις ανάγκες του, τη στραβή λειτουργία των θεσμών, την κρυψίνοια και τη διαφθορά στο κράτος.
Εκ των υστέρων φυσικά διάφοροι δηλώνουν δικαιωμένοι που στάθηκαν αρνητικά έως πικρόχολα απέναντι σε αυτό που ονομάστηκε κίνημα των Τεμπών. Επιστρέφει και το γνωστό ρεφρέν για τον ορθολογισμό –απέναντι στους αδαείς– ή τα «ολέθρια» συναισθήματα στην πολιτική που υπονομεύουν την ορθή τάξη της πολιτείας. Αυτή όμως είναι η μόνιμη θέση όσων αρνούνται κάθε λυτρωτική και κινηματική διάσταση στη δημοκρατική ζωή. Είναι το άτυπο κόμμα του κρατικού «ρεαλισμού» και της προαποφασισμένης απόρριψης κάθε κίνησης έξω από τη στενή περίμετρο της συναίνεσης. Και αυτός ακριβώς ο πραγματισμός των ικανοποιημένων είναι τελικά που κάνει ελκυστικές περιπτώσεις όπως αυτήν της Μαρίας Καρυστιανού. Το πραγματιστικό κέντρο από καιρό έχει υιοθετήσει λογικές ποινικής αυστηροποίησης, ξαναζεσταίνει τον εθνικισμό ως μοναδικό λαϊκό φρόνημα (ο ενθουσιασμός για τις φρεγάτες ξεχείλιζε) και έχει γεμίσει από ανθρώπους που θεωρούν ότι το πρόβλημα της χώρας είναι μια woke ατζέντα (πού την είδαν, αλήθεια;) ή ένας αριστερός ριζοσπαστισμός ο οποίος, στο μεταξύ, είναι αδύναμος κοινωνικά και όσο ποτέ διασπασμένος. Δείγματα μιας συνολικής πορείας προς τα δεξιά είναι η απόρριψη της ιδεολογίας, η άποψη πως οι λύσεις στα προβλήματα είναι απλώς υπόθεση έντιμων ανθρώπων και η αναζήτηση ταυτίσεων με λαμπερά πρόσωπα.
Ξέρουμε πως το αίτημα για δικαιοσύνη μπορεί να εκτοξεύσει πολύ διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα. Αν δεν είναι κυρίως κοινωνική δικαιοσύνη αλλά περιορίζεται σε τιμωρητικές και σωφρονιστικές χειρονομίες, εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε έναν ριζοσπαστικό συντηρητισμό. Γενικότερα είναι ένας ριζοσπαστικός συντηρητισμός που κερδίζει έδαφος καθώς σφετερίζεται τη λυτρωτική δημοκρατική χειρονομία που μας λείπει. Κατασκευάζεται κυρίως από ανακυκλωμένα υλικά της εθνικής ιδεολογίας: ένα θολό υπερκομματικό φρόνημα που δεν εξηγεί το περιεχόμενό του και συνάμα η αναζήτηση ιστορικών ειδώλων ικανών να προσφέρουν «ανάταση», όπως ο Καποδίστριας στην προσωπολατρική και μεταφυσική εκδοχή του Γιάννη Σμαραγδή.
Αναρωτιέμαι αν είναι μοιραίο να περνάμε από την πολιτική των ματαιώσεων στον παραμυθητικό εθνικισμό και στις προστατευτικές φιγούρες. Δύσκολη η απάντηση στο ερώτημα, και μάλιστα από ένα άρθρο. Στους τραμπικούς καιρούς που ζούμε η δυναμική των συναισθημάτων σε μεγάλο βαθμό έχει αποσπαστεί από το οικογενειακό άλμπουμ της αριστεράς. Η συμβατική δεξιά που κυβερνά σε διάφορες παραλλαγές γονιμοποιεί και διάφορες ιδιόμορφες και ανορθόδοξες εκδοχές της. Η συμβατική πολιτική του κράτους δημιουργεί χώρους για κάποιες παραμυθητικές πολιτικές της ψυχής. Οι γραφειοκρατίες στέλνουν κόσμο εκεί όπου πολλοί ψάχνουν ένα εγκάρδιο, βιωματικό σχήμα έκφρασης και κυρίως ανάθεσης των πόνων τους. Μια ανάθεση με όρους πίστης σε κάτι «δικό μας», οικείο, όχι αποξενωτικό.
Είναι άδηλο αν η Μαρία Καρυστιανού και το πολιτικό της σχήμα θα γίνει μια τέτοια περίπτωση. Αν θα λειτουργήσει ως ένας εναλλακτικός ένθερμος συντηρητισμός με ερείσματα σε τομείς της ελληνικής χριστιανικής δεξιάς και στον «ακομμάτιστο» λαό ή αν θα προσκρούσει στα σκληρά ερωτήματα για το πολιτικό της στίγμα και τις προτάσεις του. Το βέβαιο είναι πως η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και η κατοπινή φθορά των ηθικών πόρων της δημοκρατίας μας που έφερε η Νέα Δημοκρατία των έξι τελευταίων χρόνων έχουν συνέπειες οι οποίες εκδηλώνονται με μεγαλύτερη ρευστοποίηση. Δεν είναι το κίνημα των Τεμπών που γέννησε την ανάγκη για μια Μαρία Καρυστιανού, όσο η ίδια η εποχή της σύγχυσης και της απελπισμένης αναζήτησης για έξοδο. Έξοδο που οι περισσότεροι τη φαντάζονται αρκούντως συστημική, ως μια ενάρετη παραλλαγή του συστήματος παρά ως βαθύ μετασχηματισμό του. Αυτό, ωστόσο, είναι το πρόβλημα των άλλων αντιπολιτεύσεων και δη της αριστεράς, όχι της Μαρίας Καρυστιανού.