Γκάζι: Από εργατική συνοικία, «λούνα παρκ» της νύχτας

ΕΠΕΞ Γκάζι: Από τα εργαστήρια των ζωγράφων στη μαζική διασκέδαση/ Γκάζι: Από εργατική συνοικία σε «λούνα παρκ» της νύχτας Facebook Twitter
Με την ίδρυση της Τεχνόπολης Δήμου Αθηναίων στο παλιό εργοστάσιο φωταερίου, το Γκάζι μπαίνει οριστικά σε μια νέα φάση. Φωτ.: EUROKINISSI
0

Για το Γκάζι δεν υπήρξε οργανωμένο σχέδιο ανάπτυξης, όπως συνέβη και με άλλες γειτονιές της Αθήνας, που μετασχηματίστηκαν χωρίς σαφή κατεύθυνση.

Άλλαξε σταδιακά, μέσα από διαδοχικές παρεμβάσεις, που δεν συγκρότησαν ποτέ ένα ενιαίο αφήγημα για την περιοχή. Ένας πρώιμος εξευγενισμός, με φωτεινές νησίδες, όπως τα θέατρα και ορισμένοι πολιτιστικοί χώροι, αλλά συνολικά άναρχος και αποσπασματικός, καθοδηγούμενος κυρίως από μικρά ιδιωτικά συμφέροντα και επιχειρηματίες της νύχτας.

Στην περιοχή γύρω από το εργοστάσιο φωταερίου, που από τα τέλη του 19ου αιώνα συγκρότησε μια καθαρά εργατική συνοικία με μικρές βιοτεχνίες, συνεργεία και χαμηλά λαϊκά σπίτια με αυλές, διαμορφώθηκε σταδιακά, από τη δεκαετία του 1960 έως τη δεκαετία του 1980, και μια κοινότητα πολύ φτωχών μουσουλμάνων, εσωτερικών μεταναστών από τη Θράκη, κυρίως από την Κομοτηνή, που εγκαταστάθηκαν εκεί λόγω των χαμηλών ενοικίων και της δυνατότητας εργασίας στο εργοστάσιο.

Μέχρι και τη δεκαετία του 1980, το Γκάζι παρέμενε μια υποβαθμισμένη αλλά ζωντανή γειτονιά. Το κλείσιμο του εργοστασίου φωταερίου το 1984 άφησε πίσω του έναν μεγάλο ανενεργό χώρο και μια περιοχή σε μεταβατική κατάσταση. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές του ’90, μέσα σε αυτό το κενό, εμφανίζεται ένας νέος πληθυσμός.

Μέχρι και τη δεκαετία του 1980, το Γκάζι παρέμενε μια υποβαθμισμένη αλλά ζωντανή γειτονιά.

Από τους πρώτους που εγκαταστάθηκαν στο Γκάζι ήταν οι ζωγράφοι και οι εικαστικοί. Αναζητώντας φθηνούς, μεγάλους χώρους για εργαστήρια, κατέλαβαν ημιτελή, ακατοίκητα κελύφη, κυρίως τα δύο ψηλά κτίρια της οδού Βουτάδων, και συγκρότησαν μια άτυπη αλλά ζωντανή καλλιτεχνική κοινότητα. Για χρόνια συνυπήρξαν με την εργατική τάξη και τη μουσουλμανική κοινότητα της περιοχής, σε μια γειτονιά που λειτουργούσε ακόμη σε ανθρώπινη κλίμακα και στηριζόταν σε μια ενδιαφέρουσα και λειτουργική συνύπαρξη ετερόκλητων κοινωνικών και πολιτισμικών ομάδων.

ΕΠΕΞ Γκάζι: Από τα εργαστήρια των ζωγράφων στη μαζική διασκέδαση/ Γκάζι: Από εργατική συνοικία σε «λούνα παρκ» της νύχτας Facebook Twitter
Το κλείσιμο του εργοστασίου φωταερίου το 1984 άφησε πίσω του έναν μεγάλο ανενεργό χώρο και μια περιοχή σε μεταβατική κατάσταση. Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO

Ανοιχτά εργαστήρια, εκθέσεις, μεγάλα πάρτι και καθημερινά στέκια, όπως το καφενείο της Ευτυχίας, έκαναν το Γκάζι γνωστό έξω από τα στενά του όρια. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ανοίγει και το Mamacas, το πρώτο μαγαζί εστίασης που σηματοδοτεί τη στροφή της περιοχής προς τη διασκέδαση. Την ίδια περίοδο λειτουργούν ήδη θέατρα και χώροι τέχνης στην ευρύτερη περιοχή, δημιουργώντας την αίσθηση ότι το Γκάζι μπορεί να εξελιχθεί σε έναν ήπιο πολιτιστικό πόλο. Το τοπίο, ωστόσο, δεν έμεινε εκεί.

Το 1999, με την ίδρυση της Τεχνόπολης Δήμου Αθηναίων στο παλιό εργοστάσιο φωταερίου, που αποκαθίσταται ως μουσειακός βιομηχανικός χώρος, η λαϊκή γειτονιά που ανέπνεε για πάμπολλα χρόνια τη σκόνη από το κάρβουνο του εργοστασίου μπαίνει οριστικά σε μια νέα φάση.

Την ίδια περίοδο, ο σεισμός του 1999 και η έναρξη της κατασκευής του μετρό λίγο νωρίτερα, επιταχύνουν δραστικά τη μετάβαση. Η φήμη του Γκαζιού εκτοξεύεται και μαζί της αλλάζει κλίμακα η περιοχή.

Τότε εμφανίζονται και οι νέοι πρωταγωνιστές: επιχειρηματίες της νύχτας, παρκαδόροι, μπράβοι, μαγαζιά που ανοίγουν και κλείνουν ευκαιριακά, μέσα σε ένα περιβάλλον αρπαχτής, όπως ισχυρίζονται κάποιοι. Οι παλιοί κάτοικοι αποχωρούν, η καλλιτεχνική κοινότητα διαλύεται και το Γκάζι μετατρέπεται σταδιακά σε περιοχή μαζικής διασκέδασης, που απείχε πολύ από την αρχική του φυσιογνωμία.

Το πώς έγινε αυτή η μετάβαση και τι χάθηκε στη διαδρομή φωτίζουν οι μαρτυρίες καλλιτεχνών που έζησαν στο Γκάζι προτού γίνει «λούνα παρκ», αλλά και οι αναλύσεις αρχιτεκτόνων που εξηγούν πώς, για ακόμη μια φορά, μια ιστορική συνοικία της Αθήνας που συνδέεται με τη βιομηχανική ιστορία της πόλης άλλαξε χωρίς σχέδιο.

cover
Ηώ Αγγελή, ζωγράφος

Ηώ Αγγελή, ζωγράφος: «Στο Γκάζι μεταλλάχθηκαν οι χαρακτήρες για τα αργύρια και οι ανθρώπινες σχέσεις διαλύθηκαν»

Η ζωγράφος Ηώ Αγγελή πήγε στο Γκάζι στα μέσα της δεκαετίας του ’90, αναζητώντας χώρο για να στήσει το εργαστήριό της. Την περιοχή τη γνώριζε «από καθόλου έως ελάχιστα», όπως λέει, και κάπου το 1994 την επισκέφθηκε έχοντας φίλους ζωγράφους που είχαν ήδη εγκατασταθεί εκεί, αναζητώντας κι αυτή έναν χώρο στο Γκάζι.

Οι ζωγράφοι είχαν δημιουργήσει εργαστήρια στα δύο ψηλά κτίρια της περιοχής, στη Βουτάδων. Τα κτίρια αυτά, τα μοναδικά ψηλά στο Γκάζι τότε, ήταν κατ’ ευφημισμόν κτίρια, γιατί στην πραγματικότητα ήταν άδεια κελύφη. Η ίδια μάς εξηγεί ότι επρόκειτο για ημιτελείς κατασκευές, σχεδόν γιαπιά. Οι όροφοι ήταν κτισμένοι, αλλά δεν είχαν κουφώματα, ούτε πόρτες εισόδου. «Μου είχε κάνει εντύπωση ότι δεν υπήρχε εξώπορτα στην είσοδο, έμπαινες έτσι. Μου είχε φανεί πολύ αλλόκοτο το μέρος».

Τα άδεια αυτά κελύφη μετατρέπονται, με παρεμβάσεις και κατασκευαστικές εργασίες που έκαναν οι ζωγράφοι με προσωπική δουλειά, σε εργαστήρια, και η ίδια βρίσκει εν τέλει τον δικό της χώρο στο Γκάζι, στη συμβολή των οδών Τριπτολέμου και Βουτάδων, σε ένα άλλο «γιαπί», που το μεταμορφώνει σε εργαστήριο κάνοντας τις αναγκαίες παρεμβάσεις. Νοικιάζει τον πρώτο όροφο αυτού του ανολοκλήρωτου βιομηχανικού κτιρίου και στήνει το εργαστήριό της.

Γκάζι: Από τα εργαστήρια των ζωγράφων στη μαζική διασκέδαση/ Γκάζι: Από εργατική συνοικία σε «λούνα παρκ» της νύχτας Facebook Twitter
Φωτογραφικό στιγμιότυπο από την ταράτσα του κτιρίου. Φωτ.: Φωτογραφικό αρχείο Ηώς Αγγελή

«Ήταν μπετόν κάτω, δεν υπήρχε δάπεδο. Τον χειμώνα ήταν ψυγείο και το καλοκαίρι φούρνος. Εμένα όμως μου άρεσαν άλλα πράγματα. Ήταν πολύ ευρύχωρο, έντεκα μέτρα μήκος. Την περίοδο εκείνη έκανα μεγάλα έργα κι αυτό βοηθούσε. Υπήρχε και μια ξύλινη σκάλα που σε οδηγούσε στην ταράτσα. Δεν ανέβαινα συχνά, αλλά από κει μπορούσες να δεις όλο το Γκαζοχώρι και το πάρκο».

Μια γειτονιά απ’ αλλού

Το πάρκο, θυμάται, ξεκινούσε από το εργοστάσιο φωταερίου και έφτανε σχεδόν μέχρι την Κωνσταντινουπόλεως, και γύρω του απλωνόταν μια γειτονιά που δεν έμοιαζε με το κέντρο της Αθήνας. «Μου άρεσε το ότι ήταν μια γειτονιά λίγο απ’ αλλού. Ήταν σαν να ζούσες στην επαρχία. Και ταυτόχρονα, με δυο βήματα, ήσουν στην Ομόνοια ή στο Σύνταγμα. Ήταν κάτι αλλιώτικο. Ήταν μια κοινωνία διαφορετική».

Διαφορετική, όπως λέει, την έκαναν και οι μουσουλμάνοι που ζούσαν εκεί. «Θυμάμαι τα φοβερά γλέντια που έκαναν όταν παντρευόταν ένα παιδί τους. Τριήμερο γλέντι. Χοροί, φαγητά, πολύς κόσμος δικός τους, αλλά μας καλοδέχονταν κι εμάς. Περνούσαμε πολύ ωραία. Έβλεπες μάνες μπόλικες, πληθωρικές, να χορεύουν κάτι τσιφτετέλια… να πεθαίνεις», λέει.

Η γειτονιά ήταν γεμάτη συνεργεία και μικρές βιοτεχνίες, εργαστήρια δύο ή τριών ατόμων. Ο χώρος της Ηώς Αγγελή, προτού μετατραπεί σε εργαστήριο ζωγραφικής, λειτουργούσε ως επινικελωτήριο.

«Ήταν μια καθαρά εργατική περιοχή. Δεν είχε τίποτα το μεγάλο. Πολλοί μουσουλμάνοι δούλευαν στο φωταέριο, το οποίο είχε κλείσει σχετικά πρόσφατα. Μαγαζιά δεν υπήρχαν. Ένα καφενείο μόνο: της Ευτυχίας. Η Ευτυχία δούλευε με τον γιο και τη νύφη της. Το καφενείο είχε ελάχιστα πράγματα: καμιά σαλάτα, δυο αυγά, ένα φαγητό που μαγείρευε για την οικογένεια. Ό,τι περίσσευε, το έδινε στους θαμώνες. Εκεί μαζευόμασταν. Ήταν το στέκι μας. Υπήρχε και ένα μικρό ντελίβερι, η μετέπειτα “Κανέλλα”. Τροφοδοτούσε τα συνεργεία και μαζί με τους εργάτες τρώγαμε κι εμείς οι ζωγράφοι».

Από το Mamacas στους μπράβους

Το πρώτο μαγαζί που άνοιξε ήταν το Mamacas, στα τέλη του ’90. «Γίνεται στέκι και διαμορφώνει μια αισθητική νεο-ταβέρνας που μέχρι τότε δεν υπήρχε», λέει η ζωγράφος. Θυμάται ότι «στην αρχή υπήρχε μια φινέτσα. Μετά τα πράγματα ξέφυγαν. Τα μαγαζιά άνοιγαν το ένα μετά το άλλο, άλλαζαν χέρια πολύ γρήγορα, σε τρεις, σε έξι μήνες. Άλλο ξημέρωνε, άλλο νύχτωνε. Από εκεί που ήταν μια ήσυχη γειτονιά με χαρακτήρα, έγινε ένα πράγμα αλλούτερο. Σαν να ήρθαν άλλοι απ’ αλλού: παρκαδόροι, μπράβοι, πολυτελή αυτοκίνητα με φιμέ τζάμια. Μια επέλαση που διέλυσε την περιοχή». Η Ηώ Αγγελή εντοπίζει τρία κομβικά χρονικά σημεία στη μετάλλαξη της περιοχής: τον σεισμό του 1999, την επανάχρηση του εργοστασίου και την κατασκευή του σταθμού του μετρό.

ΕΠΕΞ Γκάζι: Από τα εργαστήρια των ζωγράφων στη μαζική διασκέδαση/ Γκάζι: Από εργατική συνοικία σε «λούνα παρκ» της νύχτας Facebook Twitter
Φωτ.: EUROKINISSI
ΕΠΕΞ Γκάζι: Από τα εργαστήρια των ζωγράφων στη μαζική διασκέδαση/ Γκάζι: Από εργατική συνοικία σε «λούνα παρκ» της νύχτας Facebook Twitter
Φωτ.: EUROKINISSI

«Η πρώτη μεγάλη ρωγμή στην καθημερινότητα που ζούσαμε ήρθε με τον σεισμό του 1999. Ήμουν στο εργαστήριο. Δίπλα μου υπήρχε μια μικρή βιοτεχνία με πολυεστέρες, που έφτιαχναν μάσκες για μηχανάκια», θυμάται. Ο σεισμός άφησε βαθιά σημάδια: τα πλινθόκτιστα σπίτια των μουσουλμάνων γέμισαν ρωγμές και τα περισσότερα κρίθηκαν μη κατοικήσιμα. Τα σπίτια δεν επισκευάστηκαν και αρκετά μέλη της μουσουλμανικής κοινότητας μετακινήθηκαν αλλού, δεν επέστρεψαν ποτέ. «Έτσι έσπασε και αυτός ο ιστός. Δεν ήταν μια φυσική αποχώρηση· ήταν εκτοπισμός», λέει, καθώς την ίδια περίοδο είχαν ήδη ξεκινήσει τα έργα του μετρό και οι αξίες γης άρχιζαν να ανεβαίνουν, επιταχύνοντας τη διάλυση μιας καθημερινότητας σ’ αυτήν τη γειτονιά της Αθήνας που δεν ξανασυγκροτήθηκε. Η πίεση στα ενοίκια εντείνεται με την κατασκευή του σταθμού του μετρό, την περίοδο που τα έργα βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη. Για τον σταθμό, η κριτική της είναι έντονη: «Σχεδιαστικά δεν συμφωνώ καθόλου. Διέλυσαν το πάρκο σε πολύ μεγάλη έκταση. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί οι σταθμοί του μετρό πρέπει να είναι τόσο τεράστιοι και να καταλαμβάνουν ολόκληρες πλατείες. Πρόκειται για πλήρη αλλαγή τοπίου. Μια είσοδος και μια έξοδος θα ήταν αρκετές».

Οι σχέσεις της γειτονιάς και η απώλειά τους

Για την Ηώ Αγγελή, η αστική μετάλλαξη του Γκαζιού δεν σήμαινε μόνο αλλαγή χρήσεων αλλά και μια συνολική ρήξη στις ανθρώπινες σχέσεις και στον τρόπο που λειτουργούσε η γειτονιά. «Για μένα αυτό που άλλαξε δραματικά ήταν οι ανθρώπινες σχέσεις. Από εκεί που υπήρχαν φιλίες γειτονιάς, και τις φέρνω στη μνήμη μου με πολλή αγάπη, ήρθε η ρήξη και ήταν οριστική», σχολιάζει περιγράφοντας πώς οι φιλίες της γειτονιάς πέρασαν σε μια φάση αποξένωσης. Θυμάται τις γυναίκες του Γκαζιού, γειτόνισσες επί δεκαετίες, που «είχαν δημιουργήσει ένα είδος καθιστικού στο πάρκο. Η μία είχε φέρει μια καρέκλα λεωφορείου, η άλλη μια κουτσή καρέκλα, η άλλη μία με πλαστικά κορδόνια. Ό,τι να ’ναι, ό,τι περίσσευε, ό,τι έβρισκαν. Εκεί κάθονταν κι έπιναν τον καφέ τους, που τον έφερναν από το σπίτι τους».

Αυτές οι σχέσεις, όπως λέει, όταν τα ακίνητα στο Γκάζι πήραν την ανιούσα, διαλύθηκαν. Μετά δεν μιλιόντουσαν: «Οι διαφορές υπήρχαν και πριν, αλλά οι σχέσεις ήταν ισορροπημένες. Η μία είχε ένα σπίτι με ημιυπόγειο και ισόγειο, η άλλη είχε ένα τριώροφο. Μπορεί η μία να ήταν λίγο καλύτερα, η άλλη λίγο χειρότερα, αλλά υπήρχε μια ισορροπία». Όταν όμως η περιοχή άρχισε να αλλάζει, «αυτή η ισορροπία κλονίστηκε. Τα ακίνητα άρχισαν ξαφνικά να αποκτούν αξία, τα σπίτια που για δεκαετίες θεωρούνταν “τίποτα”, σε μια περιοχή που για χρόνια ζούσε με τη μαυρίλα της καρβουνόσκονης του εργοστασίου, έγιναν ξαφνικά περιζήτητα. Όταν λοιπόν αυτή που είχε το τριώροφο εκτοξεύτηκε και η άλλη πήγε λίγο παραπάνω, η “ανισορροπία” αυτή μεταφέρθηκε και στις σχέσεις τους. Δεν μιλιόντουσαν πια».

ΕΠΕΞ Γκάζι: Από τα εργαστήρια των ζωγράφων στη μαζική διασκέδαση/ Γκάζι: Από εργατική συνοικία σε «λούνα παρκ» της νύχτας Facebook Twitter
Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO
ΕΠΕΞ Γκάζι: Από τα εργαστήρια των ζωγράφων στη μαζική διασκέδαση/ Γκάζι: Από εργατική συνοικία σε «λούνα παρκ» της νύχτας Facebook Twitter
Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO

Η μετάλλαξη των χαρακτήρων

Η μετατόπιση αυτή δεν αποτυπώθηκε μόνο στις ανθρώπινες σχέσεις αλλά και στον τρόπο με τον οποίο η περιοχή άρχισε να «διαβάζεται» από την αγορά: «Στις πολυκατοικίες που για χρόνια ήταν ακατοίκητες, οι καλλιτέχνες πήγαν, τις έφτιαξαν, τις ζωντάνεψαν, έδωσαν ταυτότητα στην περιοχή και δημιούργησαν μια άλλου τύπου υπεραξία», λέει η Ηώ Αγγελή. Και τελικά, υπήρξε μια μεταχείριση με όρους αγοραίους, μια μεταχείριση που δεν αναγνώριζε όσα είχαν προηγηθεί: «Όσο τους φτιάχναμε αυτούς τους χώρους, ήμασταν καλοί. Όταν είδαν ότι δεν αυξανόταν το πορτοφόλι τους από εμάς, έγιναν πολύ απρεπείς. Πολύ δυσάρεστοι». Για τη ζωγράφο, δεν ήταν αχαριστία. «Ήταν κάτι βαθύτερο». Ήταν συμπεριφορές που έδειξαν «πώς μεταλλάσσονται οι χαρακτήρες για τα αργύρια. Αυτό ήταν. Αυτό έγινε στο Γκάζι με χυδαίο τρόπο. Και στου Ψυρρή νωρίτερα. Δεν άφησαν τίποτα που να θυμίζει την ιστορία των περιοχών αυτών. Εξαιρώ μόνο τα θέατρα από τη μετάλλαξη αυτή», αναφέρει. Η Ηώ Αγγελή έμεινε στο Γκάζι μέχρι το 2011-2012. Έκτοτε σπάνια περνάει από εκεί και το εργαστήριό της βρίσκεται πια στο Θησείο, σε μια ήσυχη οδό, που δεν έχει χάσει ακόμη τον χαρακτήρα της.

cover
Αντιγόνη Καββαθά, ζωγράφος

Αντιγόνη Καββαθά, ζωγράφος: «Το Γκάζι το χαλάσαμε εμείς»

«Το Γκάζι το χαλάσαμε εμείς», ισχυρίζεται η ζωγράφος Αντιγόνη Καββαθά, όχι με διάθεση απολογίας αλλά μάλλον ως μια διαπίστωση για το πώς μια μικρή καλλιτεχνική κοινότητα άνοιξε τον δρόμο σε μια αλλαγή που σύντομα την ξεπέρασε. Με τα πάρτι που διοργάνωνε, όπως λέει, και έναν κόσμο που άρχισε σταδιακά να συρρέει γύρω από την κοινότητα αυτή. Τότε δεν φαινόταν πού θα οδηγούσε αυτό. Εκ των υστέρων, όμως, το αποτύπωμα αυτής της κίνησης ήταν καθοριστικό. Τα πάρτι που έκαναν οι ζωγράφοι, οι εκθέσεις, τα ανοιχτά εργαστήρια, η συνεχής κίνηση ανθρώπων από άλλες γειτονιές, έκαναν την περιοχή ορατή. «Άφησαν εποχή», θυμάται. «Σε κάποια από αυτά μαζεύονταν μέχρι και 1.500 άτομα. Έρχονταν άνθρωποι που έλεγαν “κι εγώ θέλω να έρθω εδώ”, άρχισαν να κοιτάνε γύρω γύρω, να ψάχνουν χώρους, να σκέφτονται χρήσεις», λέει.

Η Αντιγόνη Καββαθά πήγε στο Γκάζι το 1991. Τότε, όπως λέει, η περιοχή δεν είχε καμία σχέση με αυτό που θα ακολουθούσε. Πίσω από την Πειραιώς άρχιζε «ένας άλλος κόσμος». Στο Γκάζι ζούσαν μουσουλμάνοι σε χαμηλά σπιτάκια, άνθρωποι που, όπως θυμάται, πιθανότατα είχαν δουλέψει στο εργοστάσιο φωταερίου προτού κλείσει. «Η περιοχή είχε έναν χαρακτήρα περίεργο, αλλά φιλικό· μια γειτονιά που δεν έμοιαζε με το κέντρο της Αθήνας, παρότι βρισκόταν δίπλα του».

Θυμάται έντονα το πάρκο. Ένα πάρκο καταπράσινο, με μεγάλα πλατάνια. «Από κάτω υπήρχαν τα νερά του Ηριδανού, που τότε ακόμα “έδιναν ζωή”. Σε ένα βράδυ κόψανε 34 πλατάνια», λέει. Τα έκοψαν για να γίνει το μετρό. Από εκεί, θυμάται, ποτίζονταν πάρκα της Αθήνας και έρχονταν ακόμη και βυτιοφόρα για αυτόν τον λόγο. «Εν ολίγοις, καταστρέψανε το πάρκο». Για την ίδια, αυτή η βίαιη τομή στο τοπίο ήταν από τα πρώτα σημάδια μιας αλλαγής χωρίς επιστροφή.

Η «ανατασική» γειτονιά και η Ευτυχία

Η ίδια βρέθηκε στο Γκάζι αναζητώντας έναν χώρο φθηνό, αλλά όπως το λέει, ταυτόχρονα «ανατασικό». Πήρε αρχικά ένα δώμα, το οποίο υπενοικίασε από τη ζωγράφο Γιούλα Γαζετοπούλου. Από εκεί, λέει, η αίσθηση ήταν σχεδόν απόλυτη: «Έβλεπες ότι η γη είναι στρογγυλή, έβλεπες θάλασσα, έβλεπες τα πάντα». Όταν όμως χρειάστηκε έναν μεγαλύτερο χώρο, κατέβηκε έναν όροφο πιο κάτω. Το κτίριο όπου στεγάστηκε, στη Βουτάδων, ήταν ένα από τα ψηλά κτίρια που περιέγραφε νωρίτερα η Ηώ Αγγελή, κελύφη αδιαμόρφωτα, ημιτελή. «Εγώ έφτιαξα πόρτα εισόδου, κουζίνα, μπάνιο, στοιχειωδώς», λέει η Αντιγόνη Καββαθά. Στα δύο αυτά κτίρια συγκεντρώθηκαν καμιά δεκαριά ζωγράφοι. «Είχα την άνεση να ανεβοκατεβαίνω στα εργαστήρια των άλλων ζωγράφων. Ήμασταν σαν μια ομάδα. Υπήρχε μια σύνδεση», θυμάται.

ΕΠΕΞ Γκάζι: Από τα εργαστήρια των ζωγράφων στη μαζική διασκέδαση/ Γκάζι: Από εργατική συνοικία σε «λούνα παρκ» της νύχτας Facebook Twitter
Στο Γκάζι, η προσπάθεια αναγέννησης μιας ιστορικής γειτονιάς με προοπτικές να αναδειχθεί σε πολιτιστικό πόλο εξελίχθηκε τελικά σε εξευγενισμό μιας περιοχής χωρίς σχέδιο και χωρίς καμιά επίβλεψη από την πολιτεία, με τα γνωστά αποτελέσματα. Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image

Την εικόνα μιας γειτονιάς με έντονη εξωστρέφεια και απλότητα, διαποτισμένη από τον τρόπο ζωής των μουσουλμανικών οικογενειών, μεταφέρει και η Αντιγόνη Καββαθά: «Οι γάμοι των μουσουλμανικών οικογενειών έκλειναν δρόμους: έστηναν κρεβάτια έξω, οι γιορτές απλώνονταν στις αυλές και στα πεζοδρόμια. Οι μητέρες κατέβαιναν με τα παιδιά και κάθονταν στα γρασίδια. Η γειτονιά, ο δημόσιος χώρος λειτουργούσε ως φυσική προέκταση της ζωής τους». Σημείο αναφοράς αυτής της καθημερινότητας που δενόταν με τις ζωές των ντόπιων της περιοχής ήταν η Ευτυχία. Κάτω από το εργαστήριο της πολυκατοικίας που ζωντάνεψε από τους ζωγράφους, «η κυρία Ευτυχία είχε μια μικρή ΕΒΓΑ, ένα καφενείο. Μαγείρευε για την οικογένειά της, έκανε κάτι φοβερά γεμιστά και τάιζε περαστικούς, εργάτες, ντόπιους».

Η Αντιγόνη Καββαθά μάς λέει ότι μαζί με τον γιο της Ευτυχίας φρόντισαν να ανοίξουν τον χώρο. Μπήκαν τραπεζάκια, καρέκλες, ομπρέλες. Έτσι, σχεδόν οργανικά, το καφενείο μετατράπηκε σε αυτό που αργότερα θα λεγόταν «Η Ευτυχία στο Γκάζι». Απέναντι, στην Περσεφόνης, άνοιξε το Mamacas. Για ένα διάστημα συνυπήρχαν. Όταν όμως άρχισαν τα σενάρια για το μετρό, τα πράγματα επιταχύνθηκαν. «Άρχισαν να πετάνε τους μουσουλμάνους έξω από το Γκάζι, το πάρκο κλείστηκε με λαμαρίνες. Η περιοχή πήρε φόρα». Η Βουτάδων έγινε πεζόδρομος. Η μουσική δυνάμωσε. Τα ενοίκια ανέβαιναν. «Κάθε φορά που έριχνα λεφτά να φτιάξω το εργαστήριο, ο ιδιοκτήτης μού ανέβαζε το ενοίκιο», λέει η Αντιγόνη Καββαθά. Έφυγε το 2000, γιατί «δεν ήταν πια αυτό για το οποίο πήγα εκεί».

ΕΠΕΞ Γκάζι: Από τα εργαστήρια των ζωγράφων στη μαζική διασκέδαση/ Γκάζι: Από εργατική συνοικία σε «λούνα παρκ» της νύχτας Facebook Twitter
Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO

Το εργαστήριό της νοικιάστηκε σε κάποιον που δεν ήταν καλλιτέχνης. Η κοινότητα διαλύθηκε. Σήμερα, αναγνωρίζει καθαρά το μοτίβο. Περιοχές που τις ερωτεύεσαι για τον χαρακτήρα τους, όταν γίνουν ευρύτερα γνωστές, χάνουν αυτό ακριβώς που τις έκανε ξεχωριστές. Όπως λέει, αυτό το μοτίβο το έχει ξαναδεί. Όχι μόνο στο Γκάζι. Και όχι μόνο στην Αθήνα. Της θυμίζει την Canal Street στη Νέα Υόρκη – έναν δρόμο που κάποτε είχε ένταση, καλλιτέχνες, μικρές οικονομίες, και που κι αυτός αλλοιώθηκε με τον ίδιο τρόπο, μέσα από την τουριστικοποίηση και την εμπορευματοποίηση.

Σήμερα, το εργαστήριό της στεγάζεται στην οδό Σωκράτους, στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, λίγα μέτρα από την οδό Αθηνάς, στην καρδιά της Κεντρικής Αγοράς. Ένας δρόμος που, όπως λέει, της θυμίζει εκείνη την παλιά Canal Street – όχι για το «στυλ», αλλά για την κίνηση, τη μείξη, τη ζωή. Παράλληλα, όμως, παρατηρεί ότι και αυτή η γειτονιά αλλάζει. «Κι εδώ τα ίδια πάνε να γίνουν», λέει. Η τουριστικοποίηση προχωρά, οι χρήσεις μετατοπίζονται και ο φόβος της επανάληψης είναι παρών.

Τάκης Γερμενής, ζωγράφος: «Στο Γκάζι είχαμε ενσωματωθεί»

Από τους πρώτους ζωγράφους που εγκαταστάθηκαν στο Γκάζι, συμβάλλοντας στη συγκρότηση της άτυπης καλλιτεχνικής κοινότητας που δημιουργήθηκε εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ήταν ο Τάκης Γερμενής. Πήγε στην περιοχή το 1989, αναζητώντας χώρο για εργαστήριο.

Πάνω στη Βουτάδων βρήκε ένα από τα δύο ψηλά κτίρια της γειτονιάς. Τα περιγράφει κι εκείνος όπως τα θυμούνται όλοι όσοι εγκαταστάθηκαν τότε σ’ αυτά: ημιτελή, χωρίς εσωτερικές διαρρυθμίσεις και χωρίς κανονικές εισόδους. «Ρώτησα τι γίνεται μ’ αυτούς τους χώρους», θυμάται. «Μου είπαν ότι είναι ακατοίκητοι, δεν έχουν δωμάτια μέσα, είναι χύμα τελείως».

Για εκείνον αυτό ακριβώς ήταν το ζητούμενο. Πήρε έναν ολόκληρο όροφο και άρχισε να τον διαμορφώνει. Σταδιακά, άρχισαν να έρχονται κι άλλοι ζωγράφοι. Στο απέναντι κτίριο, ίδιου τύπου –και του ίδιου ιδιοκτήτη– εγκαταστάθηκαν επίσης καλλιτέχνες. Οι σκάλες περνούσαν μέσα από τους χώρους‧ πρόχειρες κατασκευές, χωρίς επάρκεια και λογική. «Τώρα πρέπει να τα νοικιάζει πανάκριβα», λέει.

Έτσι συγκροτήθηκε μια μικρή, αλλά ζωντανή κοινότητα. «Ήμασταν καμιά δεκαριά ζωγράφοι. Υπήρχε καθημερινή επαφή, δουλειά μέχρι αργά, ανοιχτές πόρτες. Αργότερα ήρθαν και νεότεροι, φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών». Ο ίδιος έφυγε το 1994 για μεταπτυχιακό στο Λονδίνο. Όταν επέστρεψε, γύρω στο 1998, το Γκάζι, όπως λέει, είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει, ήταν ήδη διαφορετικό.

ΕΠΕΞ Γκάζι: Από τα εργαστήρια των ζωγράφων στη μαζική διασκέδαση/ Γκάζι: Από εργατική συνοικία σε «λούνα παρκ» της νύχτας Facebook Twitter
Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO

Την περίοδο που ζούσε εκεί, η γειτονιά είχε καθαρά λαϊκό χαρακτήρα. Παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στο κέντρο της Αθήνας, παρέμενε υποβαθμισμένη, σε μεγάλο βαθμό λόγω της ρύπανσης από το εργοστάσιο φωταερίου, εξηγεί. «Ήταν μια γειτονιά γεμάτη μουσουλμάνους που είχαν έρθει από την Κομοτηνή». Κάτω από το εργαστήριό του υπήρχε πάρκο: οικογένειες, καρότσια, παιδιά. Ένας μικρός θύλακας καθημερινής ζωής. Από τη μία οι οικογένειες των μουσουλμάνων, από την άλλη μικρές βιοτεχνίες και συνεργεία, ένας τόρνος, ένας μάστορας που έφτιαχνε ξύλινα καφάσια, ένας πρώην αεροπόρος που είχε σωθεί με αλεξίπτωτο, όπως ισχυριζόταν, όταν το αεροπλάνο του έπεσε και πλέον έκανε επισκευές για να βγάζει το μεροκάματο.

Στο ερώτημα αν οι κάτοικοι τούς αντιμετώπιζαν ως «ξένους», η απάντησή του είναι άμεση. «Ήταν φιλικοί μαζί μας. Κι εμείς ανοιχτοί μαζί τους. Με κάποιον τρόπο είχαμε ενσωματωθεί στη γειτονιά».

Η καθημερινότητα της γειτονιάς περνούσε και από το καφενείο της Ευτυχίας, που λειτουργούσε ως σημείο συνάντησης. Εκεί μαζεύονταν οι κάτοικοι, οι εργάτες, οι ζωγράφοι. Σιγά σιγά άρχισαν να εμφανίζονται και άνθρωποι «απ’ έξω», φίλοι φίλων, καλλιτέχνες, ποιητές. «Στην Ευτυχία, απολαμβάναμε τις μπίρες, λιακάδες. Αυτά που συμβαίνουν στις πλατείες την άνοιξη. Ο χώρος άρχισε να αποκτά έναν άλλο αέρα, χωρίς όμως να χάνει τον λαϊκό του χαρακτήρα», αναφέρει.

Αντιφατικότητα και λαϊκότητα

Θυμάται και ένα επεισόδιο χαρακτηριστικό της εποχής. Το κτίριο που στη συνέχεια έγινε το Gazarte λειτουργούσε τότε ως αποθήκη περιοδικών. Όταν έφευγαν τα φορτηγά, σκάρτα τεύχη πετιούνταν και ο αέρας τα σκόρπιζε παντού, ανάμεσά τους και πορνογραφικά περιοδικά. Οι σκόρπιες σελίδες κατέληγαν στα πεζοδρόμια και στις αυλές. Παιδιά της γειτονιάς, μουσουλμανόπαιδα κυρίως, τα κοιτούσαν με απορία, με εκείνη την αμήχανη περιέργεια της ηλικίας. «Μια σκηνή σχεδόν σουρεαλιστική, μέσα σε μια κατά τα άλλα απολύτως καθημερινή, λαϊκή συνθήκη», όπως λέει.

Παρόμοιες εικόνες, σκόρπιες και αντιφατικές, συνέθεταν το τοπίο της γειτονιάς εκείνα τα χρόνια. Το 1992, όταν έκαναν κι ένα μεγάλο πάρτι, «είχε έρθει η μισή Αθήνα», όπως μας λέει. Αλλά εκείνο που θυμάται όταν φέρνει στο μυαλό του το Γκάζι που έχει ζήσει ήταν αυτή η περίεργη κανονικότητα της ζωής γύρω του: γάμοι μουσουλμάνων που έκλειναν δρόμους, μουσικές, μικροπωλητές, καθημερινή κίνηση. Για τον Τάκη Γερμενή, το Γκάζι εκείνων των χρόνων ήταν κάτι «ιδιαίτερο». Ήταν μια γειτονιά που είχε καθημερινή ζωή, συνύπαρξη και ανθρώπινη κλίμακα. Άνθρωποι που έμεναν και δούλευαν στον ίδιο χώρο: ζωγράφοι, οικογένειες μουσουλμάνων, μάστορες, μικρές βιοτεχνίες, ένα καφενείο.

Μέχρι το 1994 τα πράγματα παρέμεναν σχετικά σταθερά, μας εξηγεί. Άρχισαν ωστόσο να κυκλοφορούν οι πρώτες φήμες: «Αν έχετε λεφτά, αγοράστε», μας έλεγαν. «Το Γκάζι θα γίνει πολιτιστικό κέντρο». Όταν γύρισε από το Λονδίνο, οι αλλαγές ήταν ήδη ορατές. «Κάποια κυριλέ εστιατόρια είχαν ανοίξει και σιγά σιγά άρχισε να γίνεται χαμός».

Για τον Τάκη Γερμενή, όταν οι ίδιοι χώροι άρχισαν να αντιμετωπίζονται όχι ως τόποι ζωής και δουλειάς αλλά ως ακίνητα με προοπτική κέρδους, το Γκάζι μπήκε σε άλλη τροχιά. Μετά την επιστροφή του από το Λονδίνο, δεν ξαναγύρισε εκεί και έστησε το εργαστήριό του με άλλες δύο ζωγράφους στα Εξάρχεια.

cover
Κώστας Τσιαμπάος, αρχιτέκτονας

Κώστας Τσιαμπάος, αρχιτέκτονας: «Ένας εξευγενισμός χωρίς μακρόπνοο σχεδιασμό»

Το Γκάζι ανήκει σε εκείνες τις γειτονιές του αθηναϊκού κέντρου των οποίων η εξέλιξη δεν συνοδεύτηκε απαραίτητα από ανάπτυξη με όρους σχεδιασμού. Για τον Κώστα Τσιαμπάο, αναπληρωτή καθηγητή της Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΕΜΠ, αυτό δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος στον ελληνικό πολεοδομικό και αστικό σχεδιασμό: της απουσίας μακρόπνοων σχεδίων και, κυρίως, της έλλειψης συνέχειας.

Όπως εξηγεί, η μεγάλη αλλαγή στο Γκάζι ξεκινά τη δεκαετία του ’90, με την κήρυξη του εργοστασίου φωταερίου ως διατηρητέου και την επανάχρησή του ως πολιτιστικού χώρου. Πρόκειται για μια πρακτική διεθνώς διαδεδομένη και απολύτως ορθή: όταν οι βιομηχανικές μονάδες απομακρύνονται από τα κέντρα των πόλεων, οι χώροι τους συχνά μετατρέπονται σε πολιτιστικά κέντρα. «Αυτό συνέβαινε σε όλο τον κόσμο», σημειώνει, «και στο Γκάζι εφαρμόστηκε με τρόπο που, για τα ελληνικά δεδομένα, θεωρείται υποδειγματικός».

ΕΠΕΞ Γκάζι: Από τα εργαστήρια των ζωγράφων στη μαζική διασκέδαση/ Γκάζι: Από εργατική συνοικία σε «λούνα παρκ» της νύχτας Facebook Twitter
Φωτ.: EUROKINISSI

Η αποκατάσταση του εργοστασίου υπήρξε, κατά τον ίδιο, ένα από τα πιο επιτυχημένα έργα της εποχής: ένα σημαντικό πολιτιστικό απόθεμα για την πόλη, αποτέλεσμα δουλειάς νέων τότε αρχιτεκτόνων, που απέδωσε έναν χώρο με πραγματική σημασία για την πολιτιστική ζωή της Αθήνας. Το κέρδος από αυτή την παρέμβαση ήταν σαφές και ουσιαστικό.

Ωστόσο, όπως συχνά συμβαίνει, αυτή η επιτυχία λειτούργησε και ως καταλύτης για ό,τι ακολούθησε. Η πολιτιστική αναβάθμιση του πυρήνα παρέσυρε και το περιβάλλον του. Εδώ εμφανίζεται αυτό που συνήθως αποκαλούμε «εξευγενισμό». Ο Τσιαμπάος είναι προσεκτικός με τον όρο. Υπενθυμίζει ότι το gentrification στην Ελλάδα δεν έχει τη σφοδρότητα και την κλίμακα που συναντά κανείς σε άλλες χώρες: δεν αφορά τεράστιες εκτάσεις, ούτε συνοδεύεται από ακραία βίαιες κοινωνικές μετατοπίσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχει συνέπειες. Στο Γκάζι, όπως και στου Ψυρρή, η μεταστροφή προς την κατανάλωση, τη διασκέδαση και τη νυχτερινή ζωή άλλαξε ριζικά τον χαρακτήρα της περιοχής. Και το κρίσιμο, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι ότι άλλαξε, αλλά πώς άλλαξε. Υπάρχει, όπως λέει, «διαφορά ανάμεσα σε έναν εξευγενισμό που γίνεται οργανωμένα, με δημόσιο συντονισμό, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου πολεοδομικού και ρυθμιστικού σχεδίου, και σε έναν εξευγενισμό που προκύπτει άναρχα, αποσπασματικά, καθοδηγούμενος κυρίως από μικρά ιδιωτικά συμφέροντα και επιχειρηματίες της νύχτας. Στην περίπτωση του Γκαζιού, αυτό που κυριάρχησε ήταν το δεύτερο. Η αλλαγή δεν εντάχθηκε σε ένα συνολικό όραμα για την περιοχή. Δεν υπήρξε συνέχεια, ούτε ένα σαφές πλαίσιο που να καθορίζει χρήσεις, ισορροπίες και όρια. Έτσι, ο εξευγενισμός πραγματοποιήθηκε “άγαρμπα”, μέσα στο κλίμα μιας φούσκας και μιας λογικής γρήγορου κέρδους». Και, όπως σημειώνει, γι’ αυτό «ξεφούσκωσε».

ΕΠΕΞ Γκάζι: Από τα εργαστήρια των ζωγράφων στη μαζική διασκέδαση/ Γκάζι: Από εργατική συνοικία σε «λούνα παρκ» της νύχτας Facebook Twitter
Φωτ.: EUROKINISSI

Το ερώτημα που τίθεται είναι τι θα έπρεπε να είχε κάνει η πολιτεία μετά την αποκατάσταση του φωταερίου. Για τον Κώστα Τσιαμπάο, η απάντηση είναι σαφής: «Θα έπρεπε να υπάρχει ένας συνολικός σχεδιασμός για την ευρύτερη περιοχή. Το Γκάζι βρίσκεται απέναντι ακριβώς από τον Κεραμεικό, έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της πόλης, με επισκεψιμότητα δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη σημασία του. Η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων, που φτάνει έως το Θησείο και τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, θα μπορούσε και θα έπρεπε να συνεχιστεί απέναντι, προς το Γκάζι. Αντί γι’ αυτό, η Πειραιώς λειτουργεί ως όριο και ως τομή. Η μετάβαση από τον Κεραμεικό στο Γκάζι παραμένει προβληματική και ασύνδετη». Η περιοχή προέκυψε ως μια σημαντική «νησίδα» για την πόλη, αλλά σε μεγάλο βαθμό αποκομμένη από το γύρω της περιβάλλον. Όπως λέει, ακόμα και σήμερα η διάσχιση αυτής της απόστασης δεν αποτελεί μέρος ενός σαφώς σχεδιασμένου αστικού συνόλου.

Κατά τον ίδιο, δεν έχει τόσο σημασία ποιος θα εκπονούσε έναν τέτοιο σχεδιασμό, το ΥΠΕΝ, ο Δήμος ή αν η ανάληψη του έργου θα γινόταν μέσω ενός αρχιτεκτονικού διαγωνισμού αστικού σχεδιασμού. Αυτό που λείπει είναι η ίδια η λογική του μακρόπνοου σχεδίου. Σε διπλωματικές εργασίες που έχει επιβλέψει για το Γκάζι, η νυχτερινή ζωή δεν απορρίπτεται, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο δίκτυο που συνδέει την περιοχή με τον υπόλοιπο αστικό ιστό.

Στο Γκάζι, η προσπάθεια αναγέννησης μιας ιστορικής γειτονιάς με προοπτικές να αναδειχθεί σε πολιτιστικό πόλο εξελίχθηκε τελικά σε εξευγενισμό μιας περιοχής χωρίς σχέδιο και χωρίς καμιά επίβλεψη από την πολιτεία, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Οπτική Γωνία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ψάχνοντας σπίτι σε μια πόλη που δεν χωρά τους κατοίκους της

H κατάσταση των πραγμάτων / Ψάχνοντας σπίτι σε μια πόλη που δεν χωράει άλλους

Σπίτια που χάνονται πριν καν τα δεις, ενοίκια που δεν βγαίνουν με κανέναν μισθό και άνθρωποι που μαθαίνουν να ζουν σε μόνιμη αναμονή. Η Χάρις Τριανταφυλλίδου, πολιτική επιστήμονας και ιδρυτικό μέλος του Ξεσπιτόγατου, μιλά για τη στεγαστική κρίση όπως τη ζουν καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι στην Αθήνα: με άγχος, συμβιβασμούς και πικρό χιούμορ.
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
Κοινωνική κατοικία: Μπορεί το παράδειγμα της La Borda να εφαρμοστεί στην Αθήνα;

Συνεταιριστική κατοικία / Μπορούμε να αντιγράψουμε τη Βαρκελώνη και να λύσουμε το στεγαστικό;

Ενώ στην Ευρώπη παρατηρείται αναζωπύρωση των συνεταιριστικών στεγαστικών κινημάτων, στην Ελλάδα, ειδικά στην Αθήνα, η στεγαστική κρίση οξύνεται. Το παράδειγμα της La Borda στη Βαρκελώνη θα μπορούσε να δώσει τη λύση, χρειάζεται όμως πολιτική βούληση.
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
Ποια κτίρια στην Αθήνα μπορούν να γίνουν συνεταιριστικές κατοικίες;

H κατάσταση των πραγμάτων / Ποια κτίρια στην Αθήνα μπορούν να γίνουν συνεταιριστικές κατοικίες;

Μπορεί αυτή η λύση να αποτελέσει μια ρεαλιστική απάντηση στη στεγαστική κρίση; Ποια είναι τα κτίρια της Αθήνας που έχουν αποτελέσει αντικείμενο μελέτης και αναδεικνύονται σε πιθανούς χώρους συνεργατικής κατοίκησης;
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
Φυλακές Κορυδαλλού: Πότε θα πάνε στον Ασπρόπυργο και ποιο είναι το σχέδιο για την τύχη των παλιών κτιρίων

Ρεπορτάζ / Πότε θα φύγουν τελικά οι φυλακές από τον Κορυδαλλό;

Η απομάκρυνση των φυλακών Κορυδαλλού και η μεταφορά τους στον Ασπρόπυργο αποτελεί πάγιο αίτημα της τοπικής κοινωνίας και είναι ένα έργο βαρύνουσας σημασίας. Πότε θα γίνει η μετεγκατάστασή τους και πώς θα αξιοποιηθούν τα παλιά κτίρια;
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
Πώς η Αθήνα έφτασε να έχει παγκόσμια πρωτιά στα άδεια και εγκαταλελειμμένα σπίτια

Radio Lifo / Πώς η Αθήνα έφτασε να έχει παγκόσμια πρωτιά στα άδεια και εγκαταλελειμμένα σπίτια

Την ώρα που ένας στους πέντε πολίτες της χώρας ζει υπό τον μόνιμο φόβο της απώλειας της στέγης του, η Αθήνα κατέχει ένα τρομακτικό ρεκόρ. Η Ντίνα Καράτζιου συζητά με τον οικονομολόγο και συγγραφέα Δημήτρη Ιωάννου.
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Gen Z και εργασία στην Ελλάδα: «Δυστυχώς αποφασίσαμε να προχωρήσουμε με άλλον υποψήφιο»

Οπτική Γωνία / «Δυστυχώς αποφασίσαμε να προχωρήσουμε με άλλον υποψήφιο»

Πώς είναι να προσπαθείς να μπεις στην αγορά εργασίας σε μια περίοδο που η αβεβαιότητα έχει γίνει κανονικότητα; Ο Βασίλης Τσούτσης, φοιτητής Οικονομικών, περιγράφει την εμπειρία της πρώτης αναζήτησης εργασίας, ενώ ο Χρήστος Γούλας, γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, αναλύει το χάσμα που υπάρχει μεταξύ νέων και εργοδοτών.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Η πολιτική δυναμική της Μαρίας Καρυστιανού, το ηθικό κεφάλαιο και το πολιτικό ρίσκο

Πολιτική / Η πολιτική δυναμική της Μαρίας Καρυστιανού, το ηθικό κεφάλαιο και το πολιτικό ρίσκο

Το 2025 ξεκίνησε με τις διαδηλώσεις για τα Τέμπη, που κατέβασαν στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους σε όλη τη χώρα, και κλείνει με την προαναγγελία δημιουργίας κόμματος από τη Μαρία Καρυστιανού, την πρόεδρο του Συλλόγου Πληγέντων του Δυστυχήματος των Τεμπών.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ
Από την απώλεια του Κώστα Σημίτη ως την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ και το κίνημα των Τεμπών

Πολιτική Ανασκόπηση 2025 / Η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα, ο ΟΠΕΚΕΠΕ και το κίνημα των Τεμπών

Το 2025 μπήκε με τις μαζικές διαδηλώσεις για τα Τέμπη, οι οποίες επηρέασαν καθοριστικά τις πολιτικές εξελίξεις. Ήταν επίσης μια χρονιά κατά την οποία μεγάλο μέρος της πολιτικής ζωής εξελίχθηκε μέσα από εξεταστικές επιτροπές και δικαστήρια.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ
Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ και οι άλλοι «απόστολοι του MAGA» στην Ευρώπη

Οπτική Γωνία / Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ και οι άλλοι «απόστολοι του MAGA» στην Ευρώπη

Συγγενείς και φίλοι του Ντόναλντ Τραμπ ή χορηγοί του MAGA, σχεδόν όλοι οι νέοι πρεσβευτές των ΗΠΑ στην Ευρώπη έχουν εξυμνήσει τον Αμερικανό Πρόεδρο δυνατά και επίμονα. Σχεδόν κανένας τους δεν έχει καμία διπλωματική εμπειρία.
THE LIFO TEAM
Delivery

Οπτική Γωνία / Οι αόρατοι ντελιβεράδες της Wolt και του efood:  Μια νέα «Μανωλάδα» έξω από την πόρτα σου

Πίσω από την ταχύτητα των παραδόσεων και την ευελιξία της gig economy ξεδιπλώνεται ένα αθέατο δίκτυο εκμετάλλευσης, μαύρης και υποδηλωμένης εργασίας: διανομείς που δουλεύουν με εξαντλητικά ωράρια, πίεση και απειλές. Τι ισχυρίζονται οι εργαζόμενοι διανομείς και τι απαντούν οι ψηφιακές πλατφόρμες.
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
Ο «Φραπές» και το πολιτικό πρόβλημα

Βασιλική Σιούτη / Ο «Φραπές» και το πολιτικό πρόβλημα

Η εμφάνιση του «Φραπέ» στη Βουλή, η αλαζονεία και η έλλειψη φόβου απέναντι σε θεσμούς που θα έπρεπε να τον ελέγχουν αναδεικνύουν την ύπαρξη ενός άτυπου συστήματος ισχύος που θεωρεί ότι μπορεί να μη λογοδοτεί πουθενά.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ