ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΘΩΕΣ και ξέγνοιαστες βόλτες του Σωκράτη στην όχθη του Ιλισού μέχρι τα γκέτο του μητροπολιτικού κέντρου της Νέας Υόρκης και τα τραγούδια των μαύρων απόκληρων μέσα από τη ματιά του Τζέιμς Μπάλντουιν, η λογοτεχνία για παραπάνω από δύο χιλιάδες χρόνια έχει ως απώτερο στόχο να απαλλάξει τον άνθρωπο από τις χίμαιρες του νου. Βέβαια, ο Αμερικανός μυθιστοριογράφος και ακτιβιστής με την ακλόνητη πεποίθησή του ότι γράφουμε για να αλλάξουμε τον κόσμο θυμίζει τον Γάλλο φιλόσοφο Σαρτρ, ο οποίος τόνιζε εύστοχα ότι η λειτουργία της λογοτεχνίας είναι να φανερώνει και, κατ’ επέκταση, να αλλάζει τον κόσμο1. Η λογοτεχνία, λοιπόν, κατά έναν περίεργο τρόπο, περιγράφει την πραγματικότητα και παράλληλα τη μεταλλάσσει, εμπλέκοντας τον αναγνώστη σε μια δημιουργική δίνη ρεαλισμού και κριτικής, κανόνα και εξαίρεσης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η Νατάσα Σίδερη στη συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Το μόνο ζώο» (Γεννήτρια, 2025) περιτέχνως τοποθετεί ένα απόσπασμα του Φράνσις Μπέικον ως προμετωπίδα στον αφηγηματικό της κόσμο, προσκαλώντας τον αναγνώστη σε έναν κόσμο αποκλίσεων και κεντρικών οδών: «Γιατί, όποιος γνωρίζει τις οδούς της φύσης, αυτός θα παρατηρεί πιο εύκολα τις αποκλίσεις της». Δημιουργείται, βέβαια, το εύλογο ερώτημα, σχεδόν φιλοσοφικό, αν οι ιστορίες που θα διαβάσουμε ανήκουν στις εξαιρέσεις ή στον κανόνα. Η προμετωπίδα αυτή, περισσότερο από ένα εισαγωγικό σχόλιο, θέτει το φιλοσοφικό και αισθητικό υπόβαθρο του συνόλου των διηγημάτων. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, ο αναγνώστης καλείται να σκεφτεί όχι μόνο το περιεχόμενο των αφηγήσεων αλλά και την ίδια τη λειτουργία της λογοτεχνίας: γιατί αν τα κείμενα αποτυπώνουν την κοινωνική πραγματικότητα, οφείλουν ταυτόχρονα να την υπερβαίνουν, να δείχνουν έναν άλλο δρόμο ή, τουλάχιστον, να μας εισάγουν σε μια κριτική στάση απέναντι σε όσα θεωρούμε δεδομένα. Για να το πούμε πιο απλά: αν οι ιστορίες ανήκουν στον κανόνα, τότε η καθημερινότητα, με τις μικρές της βαρβαρότητες, είναι το κανονικό υπόστρωμα του κόσμου και είναι έργο της λογοτεχνίας να μας το υπενθυμίζει. Αν ανήκουν στις εξαιρέσεις, τότε υπάρχει ελπίδα: η λογοτεχνία μπορεί να γίνει το πεδίο μια άλλης κατανόησης του ανθρώπου και της συνθήκης του.
Η Σίδερη δεν ζητά από τον αναγνώστη να στρατευτεί αλλά να συνειδητοποιήσει. Προτείνει μια εσωτερική διαδικασία, μια άσκηση αυτογνωσίας, καθώς ο χρόνος της «ανάπαυλας» μονάχα φαινομενικά στερείται εξουσιαστικών δομών.
Η αναφορά, λοιπόν στον Φράνσις Μπέικον και στο έργο του, «Novum Organum» (1620), δεν είναι τυχαία. Στο έργο αυτό, ο φιλόσοφος θέτει τις βάσεις της νεότερης επιστήμης, εισάγοντας την εμπειρική παρατήρηση και τη ρήξη με τα προκατασκευασμένα σχήματα σκέψης. Έτσι, αν ο φιλόσοφος καλεί να «διαλυθούν τα είδωλα του νου» –εκείνες δηλαδή οι ψευδαισθήσεις, οι προκαταλήψεις και τα πολιτισμικά στερεότυπα που εμποδίζουν την κατανόηση της πραγματικότητας–, η Σίδερη, αντίστοιχα, μας καλεί να καταρρίψουμε παγιωμένες σταθερές, όπως εκείνες της αρμονίας, της σταθερότητας και της κανονικότητας που φαινομενικά επικρατούν στην καθημερινότητά μας.
Ο κόσμος της είναι ένας κόσμος γνώριμος και ταυτόχρονα απειλητικός, όπου καθημερινές σκηνές μετατρέπονται σε πεδία στοχασμού πάνω στην ανθρώπινη φύση: στην ιστορία με τίτλο «Ξοδεμένη» η τουριστική επίσκεψη σε μια γαλακτοκομική μονάδα γίνεται αφορμή για σκέψεις πάνω στην έννοια της μητρότητας, της υπερκατανάλωσης και εν τέλει της κλοπής των φυσικών αγαθών. Στη συνέχεια, μέσα από την ιστορία ενός κάποιου Γιάννη, ο οποίος, κατατρεγμένος από μνήμες σχολικού εκφοβισμού αλλά και συγκρούσεων με το οικογενειακό του περιβάλλον, επιχειρεί να επανεισαγάγει τον λύκο στο χωριό του πατέρα του, αναστοχαζόμαστε πάνω στη σύγχρονη έννοια της γενναιότητας μακριά από τα πεδία των πολέμων πια, όταν δηλαδή ο σύγχρονος ηρωισμός περιορίζεται σε ενδοοικογενειακές διαμάχες διαδοχής της πατρικής εξουσίας. Στο διήγημα «Το τέρας» μπορεί να μην υπάρχει καμία περιγραφή πολεμικής σκηνής, παρ’ όλα αυτά η αίσθηση του πολέμου βρίσκεται παντού. Σε κάθε περιγραφή ελλοχεύει ένας σιωπηλός, εσωτερικός και υποδόριος αγώνας επιβίωσης. Ο μακρόκοσμος βάλλεται από τον μικρόκοσμο και αντίστροφα. Το πεδίο της μάχης είναι η ίδια η φύση, με τον άνθρωπο αυτάρεσκα να επιδεικνύει την πύρρεια νίκη του επί του ζωικού βασιλείου. Έτσι, ακόμη και μια αθώα εκδρομή στην παραλία μετατρέπεται σε θέρετρο σφαγής.
Οφείλουμε, βέβαια, να έχουμε κατά νου ότι ο εχθρός δεν είναι μονάχα εξωτερικός. Όπως το ήθελε ο Μαρκ Φίσερ, εντός της συνθήκης του καπιταλιστικού ρεαλισμού το άγχος ιδιωτικοποιείται. Ο άνθρωπος πολεμά με τον εαυτό του, παραλύοντας την όποια δράση2. Έτσι, μια φιλική συνάντηση μεταξύ συναδέλφων σε ένα ιδιότυπο γεύμα στη χλόη μετατρέπεται σε σπουδή πάνω στην ανθρώπινη μορφή και στα όριά της, εν τέλει στην αμηχανία που προκαλεί το διαρκώς μεταβαλλόμενο γυναικείο σώμα που κυοφορεί. Τι πιο λογικό, λοιπόν, από το να αναμετριέται μια δότρια ωαρίων με το ερώτημα της μητρότητας και της ταυτότητας, όπως διαβάζουμε στο διήγημα «Άπειροι πίθηκοι». Ο πόλεμος, πανταχού παρών. Πόλεμος εσωτερικός, υπόγειος, ψυχολογικός και κοινωνικός. Είναι ο πόλεμος της επιβίωσης, της ταυτότητας, της μνήμης και της εξουσίας. Βέβαια, ο άνθρωπος παλεύει όχι για να νικήσει αλλά για να κατανοήσει το πεδίο μέσα στο οποίο ζει, και αυτή η διαρκής ένταση είναι η βαθύτερη πραγματικότητα που αποτυπώνει η Σίδερη με το έργο της. Έτσι, μάλλον, ερμηνεύεται και το καταληκτικό διήγημα «Προς Κέρο», όπου με μαεστρία η συγγραφέας συνθέτει έναν λόγο παραμυθίας, μια ιδιότυπη κοσμογονία ή ακόμα μια αρχαιολογία της γνώσης, όπου αποτυπώνεται η δομική αδικία των ανθρώπινων κοινωνιών, στον βαθμό που η αρχική κλοπή, η πρωταρχική συσσώρευση, είναι οι κλεμμένοι κόποι της γυναίκας από τον άντρα.
Πολύ εύστοχα η Σίδερη μάς υπενθυμίζει ότι στη συνθήκη του καπιταλισμού η εξουσία και η εκμετάλλευση είναι αλληλένδετες, καθώς, τα αντικείμενα της εκμετάλλευσης –ζώα, εργάτες, γυναίκες, σκλάβοι– δεν υπάρχουν στη φύση. Είναι επίκτητο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης Ιστορίας, η οποία περιλαμβάνει εξουσία, πόλεμο και υποδούλωση. Bellum omnium contra omnes: πόλεμος όλων εναντίον όλων. Το παράθεμα του Χομπς από τον «Λεβιάθαν» φαίνεται να στοιχειώνει τη συλλογή διηγημάτων της Σίδερη, καθώς βλέπουμε τον πόλεμο διαρκώς να αλλάζει μορφή και να διαχέεται σε όλες τις δράσεις των σύγχρονων υποκειμένων. Είναι μάλλον φρούδα εκείνη η ελπίδα που θέλει την εξουσία να εξαφανίζεται. Αντιθέτως, γίνεται αόρατη, δηλαδή θεσμική, σιωπηλή και διαχυμένη. Ένα σύστημα καθημερινών επιβολών υποκαθιστά κατά ένα μέρος τη βαρβαρότητα ενός εξωτερικού πολέμου.
Όπως το έδειξε περίτεχνα ο Φουκό, η κοινωνία δεν είναι ποτέ πραγματικά ειρηνική. Κάτω από την επιφάνεια της πολιτικής και της τάξης μαίνεται ένας συνεχής αγώνας επιβολής3. Έτσι και οι ήρωες της Σίδερη, εγκλωβισμένοι σε συνθήκες φαινομενικής κανονικότητας, βιώνουν την αόρατη βία της εξουσίας που επιβάλλεται όχι με όπλα αλλά με λόγια, βλέμματα, θεσμούς και κοινωνικές προσδοκίες. Σε κάθε διήγημα της Σίδερη, αυτή η μικροφυσική της εξουσίας είναι εμφανής: στην εργασία που εξαντλεί, αν όχι πλέον μονάχα τον άνθρωπο αλλά και κάθε έμβιο οργανισμό, στη μητρότητα που επιβάλλεται, στη σεξουαλικότητα που ορίζεται από κοινωνικά σχήματα, στην οικονομική ανασφάλεια. Αυτή η εξουσία είναι που ορίζει όχι μονάχα τι πράττουμε αλλά και πώς υπάρχουμε. Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι ήρωες των διηγημάτων της συλλογής δρουν κάτω από ένα ιδιότυπο καθεστώς ανάπαυλας. H σκέψη και ο αναστοχασμός πλέον περιορίζονται σε διαλείμματα από τη δουλειά, σε εφήμερες εξορμήσεις ή σε αίθουσες αναμονής. Είναι, βέβαια, ο Κάφκα, αυτός ο ανατόμος του σύγχρονου ψυχισμού, που μας έδειξε ότι ακόμα και την πιο δύσκολη και ακραία στιγμή, αυτή της μεταμόρφωσής μας σε ζωύφιο, το άγχος μας είναι ότι δεν θα προλάβουμε να παρευρεθούμε εγκαίρως στον χώρο εργασίας μας, όπως τραγικά και μοιραία αγχώνεται ο ήρωας της «Μεταμόρφωσης».
Η προσεκτικότερη, όμως, ανάγνωση των διηγημάτων της Σίδερη φανερώνει πως ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ απολύτως θύμα ή θύτης, αλλά συμμετέχει ενεργά στα δίκτυα της εξουσίας. Αυτή η θέση που φέρνει έντονα τη σκέψη του Μισέλ Ντε Σερτό απορρίπτει τη δυαδική λογική του καλού και του κακού. Η εξουσία δεν είναι κέντρο αλλά μια ροή, μια δυναμική, ένα συνεχές. Η συγγραφέας μάς οδηγεί να δούμε τη βία εκεί που δεν την περιμένουμε: στην καθημερινή συνδιαλλαγή, στην τυπική κουβέντα, στην εργασία, στην οικογένεια. Ο πόλεμος των κοινωνιών είναι υπόγειος, αλλά πραγματικός. Βέβαια, κατά τον ίδιο τρόπο πλάθει ήρωες που μια παράτολμη κίνησή τους, όπως η προσωρινή απελευθέρωση μιας αγελάδας από τη βίαιη γραμμή παραγωγής ή η δονκιχωτική απόφαση να εισαχθούν και πάλι οι λύκοι σε ένα χωριό, μια απόφαση να σταθείς κατώτερος ή στο ύψος των περιστάσεων σε μια παραλία ή ακόμη και ο ηρωισμός της καθημερινότητας μέσα σε μια αίθουσα αναμονής, φανερώνει εστίες αντίστασης.
Σε αυτό το σημείο ακριβώς αναδεικνύεται και η σημασία της πολιτικοποίησης των υποκειμένων. Η Σίδερη δεν ζητά από τον αναγνώστη να στρατευθεί αλλά να συνειδητοποιήσει. Προτείνει μια εσωτερική διαδικασία, μια άσκηση αυτογνωσίας, καθώς ο χρόνος της «ανάπαυλας» μονάχα φαινομενικά στερείται εξουσιαστικών δομών. Στην πραγματικότητα, σε αυτήν τη συνθήκη είναι που η εξουσία λειτουργεί το ίδιο έντονα – είναι ο χρόνος της ψευδαίσθησης, της εσωτερικής πειθαρχίας. Αυτός ο χρόνος, λοιπόν, καλείται να μετατραπεί σε χώρο στοχασμού. Μέσα από τη σιωπή και την παρατήρηση, οι ήρωες της Σίδερη αντιλαμβάνονται την ελπίδα, όχι τόσο με όρους άμεσης και στιγμιαίας αλλαγής αλλά με όρους βάθους και διαφάνειας. Ο Νίτσε έλεγε πως ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που μπορεί να υπόσχεται4, τονίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι η ελπίδα είναι η συνθήκη εκείνη που παρακινεί τον άνθρωπο να στοχαστεί επί των συνεπειών των ενεργειών του. Γιατί το προσωπικό είναι πάντοτε πολιτικό. Οι εμπειρίες του σώματος, της εργασίας, της ενοχής και της μητρότητας δεν είναι ιδιωτικές υποθέσεις αλλά παράγωγα της συλλογικής εμπειρίας. Και αν η εξουσία περνά μέσα από το σώμα και τη γλώσσα, τότε το να γράφεις είναι ήδη μια πράξη αντίστασης. Έτσι, με τη μέθοδο της παρατήρησης του Μπέικον, την έννοια του πολέμου του Χομπς, τη μικροφυσική της εξουσίας του Φουκό και την έννοια της ελπίδας του Νίτσε, η Σίδερη δημιουργεί μια νέα κοσμολογία, όπου ο πόλεμος και η ειρήνη συνυπάρχουν, όπου η βία μεταμορφώνεται σε στοχασμό και όπου η γραφή γίνεται πράξη ελευθερίας.
1Jean Paul Sartre, «Τι είναι η λογοτεχνία;», μτφρ. Ευγενία Τσελέντη, Μεταίχμιο, 2006.
2Μαρκ Φίσερ, «Η ακύρωση του μέλλοντος», μτφρ. Αλέξανδρος Παπαγεωργίου, Αντίποδες, 2024.
3Michel Foucault, «Για την υπεράσπιση της κοινωνίας», μτφρ. Τιτίκα Δημητρούλια, Ψυχογιός, 2015.
4Φρήντριχ Νίτσε, «Η γενεαλογία της Ηθικής», μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, Πανοπτικόν, 2012.