«Good Boy»: Ναι, ο σκύλος σας βλέπει φαντάσματα

«Good Boy»: Ναι, ο σκύλος σας βλέπει φαντάσματα» ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ Facebook Twitter
 Το τετράποδο, «καλό παιδί» του τίτλου βλέπει όντως φαντάσματα.
0


Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΤΡΟΜΟΣ
ζει μέρες δόξας, καθώς κοστίζει λίγο, μπορεί να αποφέρει πολλά και διασφαλίζει ανέξοδο engagement στο TikTok. Και καθώς οι ταινίες πληθαίνουν, οι δημιουργοί πασχίζουν να επινοήσουν κάτι που «δεν έχουμε ξαναδεί», είτε στρεφόμενοι στην πρακτική του εξωφρενικού gore, είτε επενδύοντας στο concept που, κακά τα ψέματα, είναι κι εκείνο που μπορεί να διευρύνει τον κύκλο ζωής της ταινίας και να τραβήξει και ένα κοινό πέρα από τους πιστούς φαν του είδους. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι το concept από μόνο του δεν μπορεί να υποστηρίξει ολόκληρη ταινία. Ναι, μπορεί να αποβεί άκρως αποτελεσματικός ο liminal τρόμος του Skinamarink (2022), για παράδειγμα, αλλά πέρα από την ιδιαιτερότητα του τρόπου της, η ταινία δεν διαθέτει τίποτε άλλο, νιώθεις πως είτε διαρκούσε είκοσι λεπτά είτε εκατό καμία ουσιαστική διαφορά δεν είχε, απλώς στην πρώτη περίπτωση θα κάναμε λόγο για ένα τρομακτικά ενδιαφέρον φιλμ μικρού μήκους, ενώ τώρα το εγχείρημα, καίτοι αξιοπερίεργο, κινείται περισσότερο στη σφαίρα του gimmick – έχουμε γράψει αναλυτικά για το φιλμ εδώ

Κάποιοι ζωόφιλοι έχουν δηλώσει ήδη δισταγμό να παρακολουθήσουν μια ταινία όπου ένα ζώο φοβάται ή κινδυνεύει, δεν έχουμε, όμως, μια ταινία στην οποία το ζώο τρομοκρατείται από τις φαντασματικές παρουσίες. Ο τρόμος προκαλείται από την αντιπαραβολή αυτού που βλέπει ο σκύλος κι εκείνου που αγνοεί ο ιδιοκτήτης του.

Τη φετινή χρονιά είδαμε όχι μία αλλά δύο ταινίες που, αναζητώντας αυτό το «κάτι» που «δεν έχουμε ξαναδεί», έπαιξαν με τη συνταγή της ιστορίας φαντασμάτων, ενός υποείδους που έχει εμπνεύσει μερικές από τις μεγαλύτερες δόξες του κινηματογραφικού τρόμου και προσφέρει ευρύτατο πεδίο για δημιουργία, καθώς η έννοια του φαντάσματος μπορεί να προσδιοριστεί με δεκάδες διαφορετικούς τρόπους – κι αυτή του την πολυσημία το «φάντασμα» τη φοράει περήφανα και στην ετυμολογία του, ως άμεσα συνδεδεμένο με τη «φαντασία». Η μία είναι το Presence του πολύπειρου Στίβεν Σόντερμπεργκ και η άλλη το επερχόμενο Good Boy του πρωτοεμφανιζόμενου Μπεν Λέονμπεργκ.

«Good Boy»: Ναι, ο σκύλος σας βλέπει φαντάσματα» ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ Facebook Twitter
O Λέονμπεργκ εφευρίσκει έναν απλό, αλλά ευφάνταστο τρόπο για να συνδέσει τις μεταφυσικές συναντήσεις του σκύλου με εκείνο τον άφατο δεσμό που συνδέει το ζώο με τον ιδιοκτήτη του.

Στο Presence το διαφορετικό angle, το hook, όπως θα έλεγαν οι φίλοι μας οι διαφημιστές, είναι ότι σε όλη τη διάρκεια της ταινίας παρατηρούμε τα δρώμενα από την οπτική γωνία του φαντάσματος. Το εύρημα θα μπορούσε να αποτελεί gimmick ανάλογο του προαναφερθέντος Skinamarink, αν το POV δεν βρισκόταν σε άμεση συνάρτηση με το περιεχόμενο. Γιατί μέλημα του Σόντερμπεργκ είναι να μας τοποθετήσει στη θέση του φαντάσματος και, παράλληλα με τη '90s ίντριγκα μυστηρίου που έγραψε ο Ντέιβιντ Κεπ, να στοχαστεί γύρω από το επέκεινα, καταλήγοντας σε μια διαπίστωση πιο ανατριχιαστική από δέκα Φρέντι Κρούγκερ και είκοσι Καλόγριες μαζί: η υπαρξιακή μας αγωνία δεν θα καταλαγιάσει ούτε στην άλλη ζωή.

Συνήθως οι καλύτερες ιδέες στο σινεμά τρόμου προκύπτουν από καθημερινές εμπειρίες, από αστικούς μύθους ή από ένα (αδύνατο να εκπληρωθεί) αίτημα προς τους χαρακτήρες να αντισταθούν σε βασική βιολογική ή ψυχολογική τους ανάγκη προκειμένου να επιβιώσουν – στο Nightmare on Elm Street (1984), για παράδειγμα, πρέπει να μείνεις ξύπνιος, αλλιώς πέθανες. Το Good Boy αντλεί έμπνευση από μια παρατήρηση (αλλά και μια σκέψη) που κάθε ιδιοκτήτης ζώου έχει κάνει: μήπως όταν η γάτα μου κοιτάζει επίμονα το ταβάνι και ξαφνικά φεύγει τρέχοντας, τρόμαξε επειδή είδε κάτι που εγώ δεν βλέπω; Μήπως όταν ο σκύλος μου αρχίζει να γαβγίζει στον τοίχο, στην πραγματικότητα δεν γαβγίζει απλώς στο τσιμέντο; Μήπως υπάρχει μια παρουσία στο σπίτι αόρατη σε μένα, αλλά ορατή στο ζώο, που έχει κάποιες αισθήσεις του πιο ανεπτυγμένες; Κοινώς, μήπως ο σκύλος μου βλέπει φαντάσματα;

Ε, λοιπόν, στην ταινία του Μπεν Λέονμπεργκ αυτός ο μεγάλος φόβος ενός ιδιοκτήτη ζώου γίνεται πραγματικότητα. Το τετράποδο, «καλό παιδί» του τίτλου βλέπει όντως φαντάσματα. Και, για να μπορέσουμε να τα δούμε κι εμείς μαζί του, ο Λέονμπεργκ αποφασίζει να αφηγηθεί την ιστορία του αποκλειστικά από την οπτική γωνία του σκύλου. Ο νεόκοπος σκηνοθέτης μένει σε μεγάλο ποσοστό πιστός στο τέχνασμά του. Σε αρκετές σκηνές ο φακός βρίσκεται στο ύψος του γλυκύτατου πρωταγωνιστή και βλέπουμε μόνο ένα μέρος του ιδιοκτήτη του – όπως στον E.T. (1982), που υιοθετεί το παιδικό βλέμμα, τα πρόσωπα των ενηλίκων μένουν συχνά εκτός κάδρου.

«Good Boy»: Ναι, ο σκύλος σας βλέπει φαντάσματα» ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ Facebook Twitter
Η συμπεριφορά του τετράποδου ήρωα προς τις απόκοσμες σκοτεινές φιγούρες είναι όμοια με εκείνη που θα είχε απέναντι σε οποιονδήποτε εισβολέα.

Κάποιοι ζωόφιλοι έχουν δηλώσει ήδη δισταγμό να παρακολουθήσουν μια ταινία όπου ένα ζώο φοβάται ή κινδυνεύει, δεν έχουμε, όμως, μια ταινία στην οποία το ζώο τρομοκρατείται από τις φαντασματικές παρουσίες. Ο τρόμος προκαλείται από την αντιπαραβολή αυτού που βλέπει ο σκύλος κι εκείνου που αγνοεί ο ιδιοκτήτης του. Η συμπεριφορά του τετράποδου ήρωα προς τις απόκοσμες σκοτεινές φιγούρες είναι όμοια με εκείνη που θα είχε απέναντι σε οποιονδήποτε εισβολέα. Θέλει να τις διώξει, ώστε να προστατεύσει τον χώρο του και το αφεντικό του.

Κι εδώ έγκειται το βασικό συστατικό που απεγκλωβίζει την ταινία από τη μέγγενη του gimmick. O Λέονμπεργκ εφευρίσκει έναν απλό αλλά ευφάνταστο τρόπο για να συνδέσει τις μεταφυσικές συναντήσεις του σκύλου με εκείνο τον άφατο δεσμό μεταξύ του ζώου και του ιδιοκτήτη του. Έναν δεσμό τόσο αγνό κι ατόφιο, τόσο στενό και αρραγή που είναι αδύνατο να σπάσει οποιοσδήποτε τρίτος, ερχόμενος είτε από τούτη είτε από την άλλη ζωή. Για τους ζωόφιλους, η συγκίνηση είναι δεδομένη, δεδομένου πως συγγενέστερη ταινία του Good Boy αποδεικνύεται το λαοφιλές μελόδραμα Hachiko (2009).

Όσον αφορά τον τρόμο τώρα, όπως το γέλιο στις κωμωδίες, έτσι και ο φόβος στις ταινίες τρόμου είναι υποκειμενικό ζήτημα – δεν μπορούμε να εγγυηθούμε στον καθένα ξεχωριστά ότι θα τρομάξει με το Good Boy. Υπάρχουν 2-3 jump scares, το ένα, ομολογουμένως, ικανό να σε κάνει να αλλάξεις βρακί, αλλά ο Λέονμπεργκ στηρίζεται κυρίως στη διαστολή του χρόνου και στην αξιοποίηση του χώρου μέσα στο κάδρο, πάντα υπό το πρίσμα (και τους περιορισμούς) του σκυλίσιου POV. Σίγουρα, η κορύφωση του έργου θα μπορούσε να είναι λιγότερο καταδεικτική, δεδομένου του μέτριου CGI που επιστρατεύτηκε, αλλά περί πταίσματος πρόκειται. Εκτιμάται δε η οικονομία του εγχειρήματος στην παράδοση των b-movies του παρελθόντος και σε πείσμα των (συνειδητά) ανοικονόμητων κινηματογραφικών καιρών μας.

Για τον υπογράφοντα, πάντως, που παρακολούθησε την ταινία αρκετούς μήνες πριν, ο τρόμος της μάλλον λειτούργησε, δεδομένου ότι βλέπει καμιά φορά τις γάτες του να κοντοστέκονται στον τοίχο και να γουρλώνουν τα μάτια, ανακαλεί σκηνές του έργου και αγριεύεται. Και, κακά τα ψέματα, οι πιο πετυχημένες ταινίες τρόμου είναι εκείνες των οποίων την τρομακτική επίδραση αντιλαμβανόμαστε όχι την ώρα της προβολής αλλά καιρό μετά.

Το τρέιλερ της ταινίας

Η ταινία «Good Boy» κυκλοφορεί στους κινηματογράφους από την Πέμπτη 9 Οκτωβρίου

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το «Skinamarink» είναι η πιο τρομακτική ταινία της χρονιάς – αλλά δεν είναι για όλους

Οθόνες / Το «Skinamarink» είναι η πιο τρομακτική ταινία της χρονιάς – αλλά δεν είναι για όλους

Για κάποιους το «Skinamarink» θα είναι ένα πείραμα ευγενές , για κάποιους ατυχές, ίσως και εξοργιστικό. Για άλλους θα καταστεί μια εμπειρία αγνού τρόμου που ενδέχεται να τους συνοδεύει για καιρό.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
O Στίβεν Κινγκ στο σινεμά: Οι 10 καλύτερες μεταφορές

Οθόνες / O Στίβεν Κινγκ στο σινεμά: Οι 10 καλύτερες μεταφορές

Είναι εντυπωσιακός ο αριθμός διασκευών του έργου του δημοφιλούς συγγραφέα που θα δούμε στο πανί, στο γυαλί και στο σανίδι, κι αυτό στάθηκε αφορμή για ένα αφιέρωμα στις καλύτερες ταινίες που ενέπνευσαν τα γραπτά του.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ»: Το ελληνικό σινεμά στα πάνω του

The Review / «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ»: Μια καλή ταινία

Η οδύσσεια μιας νεαρής ταλαντούχας τζουντόκα που προετοιμάζεται για τους Ολυμπιακούς Αγώνες είναι το θέμα της ταινίας του Γιώργου Γεωργόπουλου που απέσπασε ήδη θετικά σχόλια όπου έχει προβληθεί. Μιλήσαμε για την ταινία με τον σκηνοθέτη Αργύρη Παπαδημητρόπουλο.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Όταν οι σταρ προτιμούν Γαλλίδες πίσω απ' τις κάμερες

76η Berlinale / Γιατί οι σταρ προτιμούν Γαλλίδες σκηνοθέτιδες;

Με αφορμή το «Couture», τη νέα ταινία με την Αντζελίνα Τζολί, εντοπίζουμε την τάση Γαλλίδων σκηνοθέτιδων να συνεργάζονται με σταρ του Χόλιγουντ, που αναζητούν μια φρέσκια παρένθεση από το αγγλόφωνο αφήγημα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Από το βιβλίο στην οθόνη»

Οθόνες / Βιβλία που έγιναν ταινίες. Ένα μεγάλο αφιέρωμα στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος

Μεγάλοι δημιουργοί όπως οι Όρσον Γουέλς, Φρανσουά Τριφό, Μιχάλης Κακογιάννης, Ζιλ Ντασέν και Κώστας Γαβράς ζωντανεύουν βιβλία των Νίκου Καζαντζάκη, Φραντς Κάφκα, Κοσμά Πολίτη και άλλων σπουδαίων λογοτεχνών.
M. HULOT
Frederick Wiseman (1930-2026 : O σιωπηλός συλλέκτης της κοινωνικής εμπειρίας

Αποχαιρετισμοί / Frederick Wiseman (1930-2026) : O σιωπηλός συλλέκτης της κοινωνικής εμπειρίας

Ήρεμος κριτής των θεσμών και ευαίσθητος παρατηρητής συνηθισμένων ανθρώπων, ο Φρέντερικ Γουάϊζμαν παρέδωσε ένα εντυπωσιακό αρχείο θεμάτων με έμφαση σε οικονομικές και πολιτικές συνισταμένες, ξεκινώντας από το χρονικό ενός φρικαλέου ιδρύματος και ολοκληρώνοντας το έργο του με ένα gourmand εστιατόριο!
THE LIFO TEAM
76η BERLINALE: Οι γυναίκες στην Berlinale και η αδόκιμη πολιτική υπεκφυγή του Βιμ Βέντερς

76η Berlinale / Οι γυναίκες στην Berlinale και η αδόκιμη πολιτική υπεκφυγή του Βιμ Βέντερς

Οι αντιδράσεις για την απουσία δέσμευσης του 76oυ Φεστιβάλ Βερολίνου όσον αφορά τον πόλεμο στη Γάζα επισκίασαν τη γυναικεία παρουσία, ιδίως την αξιοπρόσεκτη ερμηνεία της Σάντρα Χιούλερ στην ταινία «Rose».
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΠΕΞ Robert Duvall

Απώλειες / Ρόμπερτ Ντιβάλ (1931-2026): Η σιωπηλή δύναμη του αμερικανικού σινεμά

O Ρόμπερτ Ντιβάλ ανέδειξε τα χαρακτηριστικά και τις αντιφάσεις της «λευκής» αμερικανικής ψυχής και πήρε Όσκαρ Α' ρόλου, παίζοντας έναν ρημαγμένο μουσικό της κάντρι σε μία από τις πολλές ιδιοφυείς και εξαιρετικά σύνθετες ερμηνείες του.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Ανεμοδαρμένα Ύψη»: Πώς καταστρέφεται ένα ρομάντζο 150 χρόνων;

Μόδα & Στυλ / «Ανεμοδαρμένα Ύψη»: Πώς καταστρέφεται ένα ρομάντζο 180 χρόνων;

Χωρίς ψυχή, παρά την καυτή χημεία μεταξύ Μάργκο Ρόμπι και Τζέικομπ Ελόρντι, το μυθιστόρημα της Έμιλι Μπροντέ διαβάζεται σαν ένα σύγχρονο μελόδραμα με άπειρα κοστούμια και σουρεαλιστικά σκηνικά.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ
«Uchronia»: Τα ΦΥΤΑ πάνε στο Φεστιβάλ του Βερολίνου με μια κουήρ ταινία για τον Rimbaud

Οθόνες / ΦΥΤΑ: «Ήρθε η ώρα να επεκτείνουμε το hate-base μας»

Ο Φιλ και ο Φοίβος, το conceptual duo που αποτελεί τα θρυλικά ΦΥΤΑ, μιλούν στη LifO για τη νέα τους ταινία. Το «Uchronia» είναι εμπνευσμένο από το το βιβλίο του Rimbaud «Μια εποχή στην κόλαση», και είναι η μόνη ελληνική ταινία που συμμετέχει φέτος στο φεστιβάλ του Βερολίνου.
M. HULOT
«Αν θέλεις να ρίξεις πυρηνική βόμβα στη ζωή σου, δοκίμασε κρακ»: Η επιστροφή της Κόρτνεϊ Λαβ

Οθόνες / «Αν θέλεις να ρίξεις πυρηνική βόμβα στη ζωή σου, δοκίμασε κρακ»: Η επιστροφή της Κόρτνεϊ Λαβ

Το ντοκιμαντέρ για την πολυτάραχη διαδρομή της «βασίλισσας του grunge» προβλήθηκε στο Φεστιβάλ του Sundance, προκαλώντας αίσθηση, ωστόσο η ίδια δεν παρευρέθηκε στην πρεμιέρα, για αδιευκρίνιστους λόγους.
THE LIFO TEAM
«Άμνετ»: Από το βιβλίο-φαινόμενο στην οσκαρική ταινία της Κλόε Ζάο

The Review / «Άμνετ»: Από το βιβλίο-φαινόμενο στην οσκαρική ταινία της Κλόε Ζάο

Ανάμεσα στα μεγαθήρια «Μια μάχη μετά την άλλη» και «Sinners», το «Άμνετ» της Κλόε Ζάο, μια τολμηρή, φανταστική ιστορία για το πώς ο Σαίξπηρ έγραψε τον «Άμλετ», διεκδικεί 8 Όσκαρ. Η ταινία παίζεται στις ελληνικές αίθουσες, ενώ στα βιβλιοπωλεία κυκλοφορεί και το ομώνυμο μυθιστόρημα της Μάγκι Ο’Φάρελ, στο οποίο η Ζάο χρωστάει πολλά. Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητά με τον Ορέστη Ανδρεαδάκη, διευθυντή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, για την ταινία και το βιβλίο.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ