«Το βιβλίο αυτό το οφείλω πρωτίστως στη Λασκαρώ, την Αντριώτισσα υπηρέτριά μας. Αρχικός μου σκοπός ήταν να γράψω ένα σύντομο αφήγημα για τη σπαρακτική ζωή αυτής της γυναίκας που έζησε κοντά μας σχεδόν είκοσι χρόνια. Όταν όμως έπιασα το χαρτί και το μολύβι, συνέβη κάτι το αναπάντεχο: Άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι της μνήμης και μέρα με τη μέρα έκαναν την εμφάνισή τους όλο και καινούργια πρόσωπα που με το «έτσι θέλω» ζητούσαν να μπουν και αυτά στην ιστορία μου.

Στο τέλος κατέληξε να γίνει ένας μεγάλος συνωστισμός και εγώ μέσα στη μέση να προσπαθώ να συμμασέψω τα ασυμμάζευτα. Εδώ, σκεφτόμουν, κοτζάμ Πιραντέλο και δεν τόλμησε να νταραβεριστεί με περισσότερα από έξι πρόσωπα και θα τα βγάλω πέρα εγώ με όλους αυτούς τους παππούδες και τις γιαγιάδες, τους μπαρμπάδες και τις θειάδες, τους παλιούς καραβοκύρηδες και τους πάμπλουτους μεγαλοεφοπλιστές, τις νεαρές υπηρέτριες και τα ερωτύλα αφεντικά τους, τις χαϊδεμένες αρχοντοπούλες και τις ημίτρελες Γαλλίδες δασκάλες τους;

Η κατάσταση είχε γίνει πια απελπιστική. Με τη φτωχή λογοτεχνική μου πείρα, μου ήταν αδύνατον να αντιμετωπίσω ένα τόσο περίπλοκο πρόβλημα. Και τότε μου ήρθε μια ιδέα: να επιχειρήσω να δώσω την πρωτοβουλία στους ήρωές μου. Αυτοί να με οδηγήσουν και να μου δείξουν την περιπέτεια της ζωής τους έτσι όπως οι ίδιοι τη βίωσαν, την ένιωσαν. Πήρα λοιπόν την μεγάλη απόφαση να ακολουθήσω τυφλά τη μοίρα αυτών των ανθρώπων με μοναδικό μου όπλο τα θερμά μου αισθήματα. Ένα απονενοημένο διάβημα ήταν, που τελικά δεν νομίζω πως μου βγήκε και σε κακό. Διότι καθοδόν κατάλαβα ότι μόνον όταν αφουγκράζεσαι με αγάπη και συμπόνοια τις αντιφατικές κινήσεις της ψυχής, μόνο τότε είναι ίσως πιθανόν να πλησιάσεις κάπως την αλήθεια τους. Φυσικά στους αναγνώστες εναπόκειται να κρίνουν αν με το Ευχαριστημένο προσέγγισα έστω και στο ελάχιστο αυτόν το στόχο μου.

Ίσως να έχετε διερωτηθεί γιατί μέχρι στιγμής δεν έχω αναφερθεί στους γονείς μου: στη γλυκύτατη, γενναία και σπουδαία μάνα, τη ζωγράφο Νίκη Καραγάτση, και στον ιδιόρρυθμο, νευρικό και αυταρχικό πατέρα μου, τον συγγραφέα Μ. Καραγάτση. Εγώ το μόνο που έχω να τους πω είναι ένα μεγάλο ευχαριστώ που με έφεραν στη ζωή. Μπορεί σαν άνθρωποι να είχαν και αυτοί ένα σωρό ελαττώματα -και κυρίως μιλώ για τον πατέρα μου- σκάρτοι όμως δεν υπήρξαν ποτέ τους. Αγαπούσαν τη ζωή και ήταν αφοσιωμένοι στην τέχνη τους.»