Το χαμόγελό της ήταν πλατύ, απαστράπτον, ευφρόσυνο. Η δουλειά της –τα βιβλία, η γνώση, η ομορφιά– ήταν η ζωή της. Και ήταν πλούσια και ελεύθερη ζωή. Μια ζωή πλήρης εν τέλει...
Το χαμόγελό της ήταν πλατύ, απαστράπτον, ευφρόσυνο. Η δουλειά της –τα βιβλία, η γνώση, η ομορφιά– ήταν η ζωή της. Και ήταν πλούσια και ελεύθερη ζωή. Μια ζωή πλήρης εν τέλει...

 

Τι θα ήμασταν, και πού θα βρίσκαμε ντουβάρι να κοπανήσουμε το κεφάλι μας, αν δεν είχαμε διαβάσει εκείνα τα κρίσιμα βιβλία που μας άνοιξαν τα μάτια στην κρίσιμη ηλικία και στην κρίσιμη στιγμή; Τι θα ήμασταν, και πόσα λάθη άραγε δεν θα μας είχανε στείλει ντουγρού στις ξέρες, όπου θα τσακίζαμε τη βαρκούλα μας; Πώς μπορούμε να υπολογίσουμε την ανυπολόγιστη ευγνωμοσύνη που οφείλουμε σ' εκείνους τους ανθρώπους που μας δώρισαν τα βιβλία τους και μέσα από τις σελίδες αυτών των βιβλίων μάς άνοιξαν τα μάτια, μας έδειξαν στις ανοιχτωσιές, μας πρόσφεραν μια ζωή πλήρη εν τέλει.

 

Η Μάγδα Κοτζιά ήταν πίσω από όλα αυτά τα θαύματα. Και από δεκάδες, εκατοντάδες άλλα. Θυμήσου: Ταχτσής και το Φοβερό Βήμα. Θυμήσου: Μάνος Χατζιδάκις και τα Σχόλια του Τρίτου. Όλη η Μεταπολίτευση πάλι εδώ. Στον Εξάντα.


Οι Καπετάνιοι, του Δομένικου Αυδή, όπως επιμέναμε να λέμε τον Dominique Eudes, μας έβγαλαν από τη ρότα προς την τότε πανίσχυρη ΚΝΕ και μας οδήγησαν σε άλλες ατραπούς και τώρα, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά, ξέρω πόσο πολύτιμη ήταν η συνάντηση μ' εκείνο το πολυσέλιδο παθιασμένο ιστορικό μελέτημα. Μια συνάντηση που χρωστάμε στη Μάγδα Κοτζιά και τον εκδοτικό της οίκο, τον Εξάντα.


Κι ύστερα, εκείνη η μαγεία της γλώσσας, τα θαύματα, οι εκλάμψεις που πέτυχε ο Δημήτρης Δημητριάδης, μεταφράζοντας το Ημερολόγιο ενός Κλέφτη και την Παναγία των Λουλουδιών του Ζαν Ζενέ. Σε χαρτόδετες εκδόσεις τότε, όπως και η Φιλοσοφία του Μπουντουάρ του Θεϊκού Μαρκήσιου, και η Ιουστίνη, χαρτόδετη και κυνηγημένη από κομπλεξικούς εισαγγελείς, στην αυγή της Μεταπολίτευσης, απαγορευμένη. Και τότε συνασπίστηκαν κάμποσοι εκδότες και προχώρησαν σε κοινή έκδοση, αναγκάζοντας την πολιτεία να υποχωρήσει. Και μετά, απανωτά, έρχεται η Αναφορά του Μπρόντι, Μπόρχες, εκρήξεις στο κρύο κρέας του κρανίου, και σαν να μην έφτανε αυτό, να και ο αδιανόητος πυραυλοκίνητος Φίλιπ Κ. Ντικ και το Ούμπικ και η σαρωτική αντιστροφή των πραγματικοτήτων στον Άνθρωπο από το Ψηλό Κάστρο, παρέα με τα Λουλούδια για τον Άλγκερνον, και λίγο πιο μετά η Μπέττυ και το Πόσο πάει; – κι έτσι τινάζονται στον αέρα τα στερεότυπα και περνάς μάνι-μάνι σ' εκείνη την ιδιαίτερη ενηλικίωση που σου εξασφαλίζει μια παρατεταμένη νεότητα στο μέσα σύμπαν σου και στην περιπέτεια που αντιλαμβάνεσαι ότι είναι η ζωή η ίδια.


Η Μάγδα Κοτζιά ήταν πίσω από όλα αυτά τα θαύματα. Και από δεκάδες, εκατοντάδες άλλα. Θυμήσου: Ταχτσής και το Φοβερό Βήμα. Θυμήσου: Μάνος Χατζιδάκις και τα Σχόλια του Τρίτου. Όλη η Μεταπολίτευση πάλι εδώ. Στον Εξάντα. Στον οίκο, στο σπίτι, στο κονάκι της Μάγδας. Στην οδό Τζαβέλλα αρχικά, με ξύλινη σκάλα που έτριζε και σόμπα κουκουνάρα και μυστηριώδεις τύπους να παίζουνε μανιωδώς χαρτιά, να πίνουν ουίσκι, να καπνίζουν άφιλτρα από πακέτο κασετίνα, να μιλάνε όλοι μαζί, παθιασμένα, μελωδικά, τραχιά, ειρωνικά, ευγενέστατα, σοφά. Μετά στην αρχή της Διδότου, απέναντι από το καφενείο που έγινε μπαρ και που γύρισε πάλι σε καφενείο, όπου καταφεύγαμε, η Μάγδα κι εγώ, πριν μεσημεριάσει, και αρχίζαμε τα ποτά και τα λόγια. Εκεί μου είπε πολλά για τον Χόρχε Σεμπρούν, αυτόν το δανδή της εξέγερσης που έζησε από κοντά τα κορυφαία γεγονότα του 20ού αιώνα.

 

Τέλος εποχής, αλλά και αρχή μαζί. Αρχή μιας άλλης εποχής που σίγουρα θα σκύψει να δει τι έκανε η Μάγδα και οι άνθρωποι που της έμοιαζαν.


Τι θα ήμασταν χωρίς μορφές σαν τη Μάγδα Κοτζιά; Θυμήσου: Emil Cioran και Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού – σε τρομερά μεταφραστικά κέφια ο Κωστής, που θα πιάσει λίγο μετά και τις Φλόγες της Ζηλοτυπίας του Ρενέ Ζιράρ, ένα πόνημα που βρέθηκε σε χρόνο ρεκόρ στα σπίτια των φίλων και της παρέας. Τι θα ήμασταν χωρίς τους παίκτες/ρέκτες που έδωσαν ό,τι είχαν και, κυρίως, δεν είχαν για τις τυπωμένες σελίδες που εμπεριέχουν τα πάντα, τον κόσμο όλο; Παίκτες/ρέκτες που τολμούν να εκδώσουν τον Χώρο της Λογοτεχνίας του Μωρίς Μπλανσό, σε ανύποπτο χρόνο, και το άγνωστο αριστούργημα του Στέλιου Αναστασιάδη, αυτής της μοναδικής μποέμ μορφής που γύρισε με τα πόδια όλη την Ευρώπη και συναντήθηκε με τον Σταύρο Τορνέ. Παίκτες/ρέκτες που έχουν διαίσθηση και πάθος και λογική, έτσι ώστε να υλοποιούν αλλόκοτα, με την πρώτη ματιά, σχέδια, και να είναι πάντα ένα βήμα μπροστά από τους καιρούς τους.


Ο Χρήστος Κωνσταντινίδης που έστησε τη Διεθνή Βιβλιοθήκη και το Μαύρο Ρόδο για να μας συστήσει τις άγνωστες και διόλου δημοφιλείς επαναστάσεις, ο Ευγένιος Αρανίτσης που ιδρύει τις εκδόσεις Άκμων και μας συστήνει τη λυρική ριζοσπαστική υποκειμενικότητα του Ραούλ Βανεγκέμ και του Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο Μανώλης Μανουσάκης που αποκαθιστά τη Λολίτα του Ναμπόκοφ και να μας γαλουχεί στον επίμονο, αθόρυβο ρομαντισμό με τις τότε ασπρόμαυρες εκδόσεις Ερατώ, ο Σούλης Χαρμάνης που τυπώνει Τέοντορ Αντόρνο και Χέρμπερτ Μαρκούζε στα ύψιλον/βιβλία, ο Σταύρος Πετσόπουλος και η Άγρα που υπερβαίνει την υπερβάλλουσα υπερπολιτικοποίηση της εποχής και ξενοδοχεύει το τότε υπό διωγμόν αστυνομικό και νουάρ μυθιστόρημα. Και ανάμεσά τους, μαζί τους, πάντα κοντά τους, η Μάγδα Κοτζιά, με τον Εξάντα, να προσφέρει, ναι, να δωρίζει και να δίνει και να δονεί, ζώντας με όλη την ψυχή της στην επικράτεια της Σόλωνος που είναι συνεκδοχή του σύμπαντος.


Τέλος εποχής, αλλά και αρχή μαζί. Αρχή μιας άλλης εποχής που σίγουρα θα σκύψει να δει τι έκανε η Μάγδα και οι άνθρωποι που της έμοιαζαν – που ήταν, δηλαδή, γενναίοι και ευγενικοί και είρωνες και άρχοντες και καλλιεργημένοι και τολμηροί και παιγνιώδεις και κοσμοπολίτες και Έλληνες ωραίοι.


Η Μάγδα εξέδωσε με ασίγαστο πάθος και μεράκι μεγάλους συγγραφείς, τους κλασικούς του 20ού αιώνα, τον Ερνέστο Σάμπατο, τον Πέτερ Χάντκε, τον Μισέλ Τουρνιέ, τον Τόμας Μπέρνχαρντ. Και τόσους άλλους. Το χαμόγελό της ήταν πλατύ, απαστράπτον, ευφρόσυνο. Η δουλειά της –τα βιβλία, η γνώση, η ομορφιά– ήταν η ζωή της. Και ήταν πλούσια και ελεύθερη ζωή. Μια ζωή πλήρης εν τέλει.