Μέσα από τη χαραμάδα: Ο Δημήτρης Χαρισιάδης φωτογραφίζει μια συνοικία στον Ταύρο τη δεκαετία του ’50. Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.
Μέσα από τη χαραμάδα: Ο Δημήτρης Χαρισιάδης φωτογραφίζει μια συνοικία στον Ταύρο τη δεκαετία του ’50. Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.

 

Ενας αθέατος πόλεμος συνωμοσιών και κατασκοπείας μαινόταν στην Αθήνα του 1950. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις μπορεί να είχαν λήξει από τα τέλη του 1949, αλλά στη μετεμφυλιακή Ελλάδα επικρατούσε ένα κλίμα καχυποψίας και τρόμου. Η Μακρόνησος λειτουργεί κανονικά, ενώ έχουμε και εκτελέσεις. Οπωσδήποτε, όμως, τα πιο σημαντικά πολιτικά γεγονότα έως και τα τέλη του 1952 είναι, πρώτον, η διπλή δίκη της ομάδας Μπελογιάννη, η οποία ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1951 και έληξε με την εκτέλεση του ίδιου του Μπελογιάννη και ορισμένων εκ των συνεργατών και συντρόφων του. Είναι επίσης η διαβόητη «Δίκη των αεροπόρων», η οποία ξεκίνησε μέσα στον Αύγουστο του 1952: καθαρή συνωμοσία από το μετεμφυλιακό κράτος εις βάρος βετεράνων αεροπόρων του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και του Εμφυλίου. Με άλλα λόγια, εκείνοι που πολέμησαν τους κομμουνιστές σύρθηκαν και βασανίστηκαν στα κελιά της αεροπορικής βάσης του Τατοΐου ως... κομμουνιστές. Τέλος, τότε λαμβάνει χώρα και η δίκη της ομάδας Γλέζου στο αναθεωρητικό στρατοδικείο. Στην ομάδα ανήκει, μεταξύ των άλλων, και ο Λεωνίδας Κύρκος.

 

Κι όμως, όπως και την περίοδο του Εμφυλίου, η ζωή στην Αθήνα συνεχιζόταν. Ο φόβος του τραμπούκου χωροφύλακα και του χαφιέ ήταν υπαρκτός, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι δεν υπήρχε κέφι. Βεβαίως, η πόλη αντιμετώπιζε και άλλα προβλήματα, πιο πρακτικά: η ύδρευση ήταν ελλιπής, γι’ αυτό και οι εφημερίδες τόνιζαν ότι έπρεπε τα έργα της Υλίκης ν’ αρχίσουν αμέσως, καθώς υπήρχε άμεσος κίνδυνος ολόκληρη η Αθήνα να μείνει χωρίς νερό. Μέσα σε όλα, οι Αθηναίοι διάβασαν κάπου στα ψιλά των εφημερίδων και κάτι απρόσμενο: ότι η αμερικανική εταιρεία RCA σκόπευε να στήσει σταθμό τηλεόρασης στον Λυκαβηττό. Ο διευθυντής της εταιρείας στην Αθήνα είχε όντως εξομολογηθεί τα σχέδια των Αμερικανών στον δημοσιογράφο Γιάννη Καιροφύλα, και μάλιστα είχαν ξεκινήσει συνεννοήσεις με τους αρμόδιους του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Τη συνέχεια την ξέρουμε...

 

O Νίκος Μπελογιάννης. Δημήτρης Χαρισιάδης. Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.Η πολιτική κατάσταση, τα περίφημα «μέτρα ειρηνεύσεως» που η Βουλή ψήφισε δύο μόλις ημέρες μετά την εκτέλεση Μπελογιάννη, απασχολούν τους Αθηναίους του 1952, ωστόσο έχουν στον νου τους συνέχεια την τρομακτική ακρίβεια: το μοσχάρι κοστίζει 45.000 δρχ. η οκά, η ζάχαρη και το λάδι φτάνουν τις 16.000 δρχ., ενώ το κάθε αυγό φτάνει τις 1.400 δρχ. Ανάλογη ακρίβεια και στον ρουχισμό: ο Δραγώνας διαφημίζει φθηνά κοστούμια με 705.000 δρχ., οι αδελφοί Λαμπρόπουλοι προβάλλουν τα ανοιξιάτικα λινά φορέματα, τα οποία όμως παραμένουν απλησίαστα για τις περισσότερες Αθηναίες.

 

Τι άλλο συμβαίνει στην Αθήνα μέσα σε μία κατά τα άλλα ταραγμένη χρονιά; Το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας εγκαινιάζει το Δεύτερο Πρόγραμμα, το οποίο λειτουργεί από τις 6 το απόγευμα έως τις 11 το βράδυ, στον Πειραιά γίνεται κάθε τόσο η υποδοχή των τραυματιών στρατιωτών από τον πόλεμο της Κορέας, ενώ στην οδό Ηρώδου Αττικού εκδηλώνεται οικοδομικός οργασμός. Κατασκευαστές πολυτελών πολυκατοικιών στοχεύουν σε μεγαλοεισοδηματίες και εκλεκτούς της αθηναϊκής κοινωνίας, αλλά και, όπως γράφει ο Γ. Καιροφύλας στο βιβλίο Η Αθήνα στη δεκαετία του ’50 (Φιλιππότης), «σε πολλούς σνομπ που είχαν την επιθυμία να κατοικήσουν κοντά κι αν ήταν δυνατόν δίπλα στα βασιλικά ανάκτορα»...

 

Ο Αύγουστος εκείνος που βρήκε τους βετεράνους αεροπόρους δεμένους στο Τατόι, να βασανίζονται και να εξευτελίζονται από τραμπούκους σμηνίτες, ήταν ο μήνας ο καυτός. Ο Αύγουστος του ’52. «Το σακάκι, και να έσκαγε ο τζίτζικας από τη ζέστη, δεν το αποχωρίζονταν οι άνδρες και, το χειρότερο, το φορούσαν, λέει, για λόγους αξιοπρεπείας. Πολλοί, αν έβγαζαν το σακάκι, νόμιζαν ότι θα χάσουν την υπόληψή τους» γράφει ο Γ. Καιροφύλας. Όσο για τις Αθηναίες, έχουν έναν λόγο να χαίρονται: κάνει την εμφάνισή του το ηλεκτρικό πλυντήριο ρούχων και η σκάφη αρχίζει σιγά-σιγά να αποτελεί παρελθόν. Ένα κατάστημα, δε, γυναικείων ρούχων πρωτοπορεί: εγκαινιάζει ζωντανή βιτρίνα, με ένα μοντέλο να τοποθετείται πίσω από το κρύσταλλο της βιτρίνας, επιδεικνύοντας νέους τύπους μαγιό. Ο χρονογράφος Ασημάκης Γιαλαμάς γράφει: «Η όρασή μας πλέει εις ωκεανούς γυμνού. Αναρίθμητες γυναικείες καμπυλότητες προβάλλουν παντού. [...] Και τα μάτια μας βόσκουν ελεύθερα σε λειβάδια θελγήτρων. Αυτή η γύμνια είναι χαρακτηριστικό φαινόμενο της εποχής μας. Μια μόδα μεταπολεμική, της οποίας κανείς δεν μπορεί να ξέρει σαφώς τα βαθύτερα αίτια».

 

 Το καφενείο Ζαχαράτου. Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.
Το καφενείο Ζαχαράτου. Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.

 

Διόλου τυχαία, η ερωτική στέρηση και οι «ωκεανοί γυμνού» ωθούν τους λεγόμενους «ερωτιδείς» να σουλατσάρουν έξω από τα γυμνάσια θηλέων της πρωτεύουσας. Οι εφημερίδες δημοσιεύουν επιστολές αγανακτισμένων γονέων με τίτλο «Η μαθητιώσα νεολαία κινδυνεύει». Η αστυνομία συλλαμβάνει, εκεί προς τα τέλη της χρονιάς, και γύρω από το Β΄Γυμνάσιο Θηλέων περί τους 24 υπόπτους παρενόχλησης μαθητριών. Είναι οι ίδιοι τύποι που συχνάζουν στις σκιές του Ζαππείου, του Πεδίου του Άρεως, στου Στρέφη και στου Φιλοπάππου, όπως επίσης και στον τότε Βασιλικό Κήπο – προς άγραν σάρκας, συχνά ανεξαρτήτως φύλου. Ο Τύπος ζητάει από το υπουργείο Παιδείας να πάρει μέτρα, να κινητοποιηθούν οι σύλλογοι των καθηγητών απέναντι σε αυτό το ανησυχητικό φαινόμενο. Η στέρηση ελευθεριών, η στέρηση στέγης ή τροφής συχνά ανταγωνίζονταν την ερωτική στέρηση, που σε πολλές περιπτώσεις οδηγούσε κάποιους στα άκρα: κάποιες πιο άτακτες μαθήτριες, πιο πρόθυμες απέναντι στους θρασύτατους εξωσχολικούς τύπους, είχαν πολύ άσχημο τέλος. Έβρισκαν τον θάνατο από το χέρι του ίδιου του πατέρα τους. Τα «εγκλήματα ηθών», κάτι που ακούμε συχνά να συμβαίνει στη σύγχρονη τουρκική επαρχία, δεν ήταν κάτι τόσο ασυνήθιστο στην Αθήνα του ’50...