Κάθεται ανάμεσα μας, ντυμένος υδραυλικός με βαλιτσάκι, κασκέτο και γυμνά μπράτσα. Κάποια στιγμή, βγάζει τις μπότες του, φοράει τακούνια, μια απαστράπτουσα τουαλέτα και αρχίζει με μια θεϊκή φωνή να τραγουδάει τα πασίγνωστα πια τραγούδια των ταινιών του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Λίγο αργότερα, ως άλλος Μιγκέλ Μποζέ στα Ψηλά Τακούνια, με κατακόκκινο στρας φόρεμα και περούκα μπανάνα ερμηνεύει το Un ano de amor. Κάτι μεταξύ καμπαρέ και drag show. Σαν χορός σε σύγχρονη τραγωδία! Αν και το Ψυγείο του Copi είναι μια μαύρη κωμωδία....

 

Τι σκοπό εξυπηρετούν αυτά τα «μουσικά ιντερμέδια» στην παράσταση;
Στο κείμενο του Copi δεν υπάρχει τραγουδιστής. Είναι ένα εύρημα της σκηνοθέτιδας Esther Andre Gonzalez, χάρη στο οποίο οι δύο βασικοί ρόλοι αποστασιοποιούνται από το ίδιο τους το όνειρο. Είναι σαν κάποιος τρίτος να τους το έκλεψε κι έγινε αυτός η πριμαντόνα! Αν έλειπε, θα βλέπαμε απλά δύο τρελούς κι ευτυχισμένους ανθρώπους! Τώρα έχουμε να κάνουμε με δύο τραγικές σχεδόν φιγούρες, που ποτέ δε θα γίνουν αυτό που ονειρεύτηκαν να γίνουν. 

Τα τραγούδια σχολιάζουν τη δράση ή απλά τη χρωματίζουν;
Λειτουργούν ως ισχυρά σχόλια, όχι τόσο ως προς την εξέλιξη της δράσης όσο για την κοσμοθεωρία, τη ζωή και τον ψυχισμό του κεντρικού ήρωα. Είναι η φαντασίωσή του, όσα θα ήθελε να κάνει, αλλά δεν μπορεί, όσα θα ήθελε να είναι και δεν είναι... 

Στην αρχή της παράστασης παρουσιάζεσαι με μια άκρως αρρενωπή αμφίεση και συνεχίζεις in drag. Είναι το αιώνιο παιχνίδι της πλάνης αρρενωπότητας και θηλυκότητας;
Η αρρενωπότητα και η θηλυκότητα στην παράστασή μας δεν είναι ούτε ταυτότητες ούτε σχήματα. Είναι στοιχεία ανθρώπινα, δικά μας, που ανασύρονται με τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομία στην επιφάνεια, για να υπογραμμίσουν τη διαφορά της πραγματικότητας των ηρώων και των φαντασιώσεων τους! 

Ενώ προέρχεσαι από την όπερα ερμηνεύεις εδώ τραγούδια «ελαφριά», που παραπέμπουν στο καμπαρέ. Ποια είναι η ταυτότητα σου;
Η ταυτότητα κάθε τραγουδιστή μπορεί να προσδιοριστεί είτε ως «ανοιχτή» σε οτιδήποτε καινούργιο είτε ως «κλειστή» σε ένα από τα πατροπαράδοτα είδη: «κλασικό», «ελαφρύ», «λαϊκό», «έντεχνο» κ.λπ. Χαρακτηρισμοί που θα έπρεπε να μπαίνουν στα μουσικά είδη και όχι σε ανθρώπους. Θέλω να πιστεύω ότι η δική μου τραγουδιστική ταυτότητα ανήκει στις «ανοιχτές».