Φωτό: Νίκος Κατσαρός
Φωτό: Νίκος Κατσαρός

 

Beatles ή Stones, Blur ή Oasis, Χατζιδάκις ή Θεοδωράκης; Οι απαντήσεις στα τρία κλασικά μουσικά διλήμματα δείχνουν αν είσαι άνθρωπος που ζεις για μια εκκωφαντική στιγμή ή για την εποχή. Ο Φοίβος προτίμησε και στις τρεις περιπτώσεις το πρώτο σκέλος, δείχνοντας πως είναι ένας καλλιτεχνικός χαμαιλέοντας. Διαβάζει όλες τις αποχρώσεις μιας εποχής και προσπαθεί να προσαρμοστεί σε αυτή. Στα καλά της και στα κακά της. Όταν ήταν στο σχολείο πήγαινε κι έβλεπε τα πρώτα έργα των Κοέν, ώστε να μπορεί να κάνει τον «προχωρημένο» στους συμμαθητές του, μετά προσπάθησε να γίνει κι αυτός «πατροκτόνος», ενοχλούμενος με όσους έβρισκαν στα πρώτα σουξέ του τις ολοφάνερες χατζιδακικές ή σαββοπουλικές επιρροές. Την ψώνισε όταν έπρεπε, την ξεψώνισε όταν έπρεπε πάλι, άφησε το «έντεχνο» στρατόπεδο, έψαξε πού γίνεται η νέα φάση στην πόλη και μετακόμισε στην πατρινή Inner Ear, όπου έβγαλε τον τελευταίο του δίσκο («Ο Αόρατος Άνθρωπος»). Τώρα ετοιμάζεται για τα σαββατιάτικα live του στο Passport με μια πολύ δυνατή, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, μπάντα, και το πρώτο πράγμα που αναρωτιέμαι, όταν τον συναντώ, είναι τι καινούργιο έχει να μας πει.


«Κάθε φορά είναι διαφορετικά. Νιώθω γενικά τη φάση που ζούμε σαν ταινία με twist στο τέλος, με ανατροπή που έχει γίνει ήδη το twist, αλλά η ταινία για κάποιον λόγο συνεχίζεται. Κάπως έτσι ήθελα να δω και τα τραγούδια μου. Δηλαδή, όταν έκατσα και τα έγραψα, ή πολιτικολογούσα ή αρλουμπολογούσα ή ερωτευόμουν και τα λοιπά σε μια πόλη που δεν υπάρχει πια. Η πόλη έχει γκρεμιστεί, με twist, δεν το περίμενε κανείς, και τώρα είμαι εγώ εδώ να δω τι γίνεται. Το “Αυτή που περνάει” πού πάει τώρα, τι συμβαίνει; Σε ποια τραγούδια μου κοιμόμουν, σε ποια έβλεπα αυτό που ερχόταν, ποια έχουν ένα χιούμορ που ισχύει ακόμα και ποια πέφτουν στο κενό; Οπότε και με την μπάντα αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε. Σαν να τα πρωτογράφω τώρα τους τα πάω. Μπορείς να πεις ότι έχω γίνει πιο αφαιρετικός. Δεν είμαι τόσο βερμπαλιστής. Δεν χωράει μέσα στο τραγούδι και η ίδια η εξήγησή του. Μου άρεσαν πάρα πολύ τα παστίς, οι παρωδίες, δηλαδή να κάνω ένα swing ή ένα τσιφτετέλι, ρε παιδί μου, και να το διαλύσω ή να δω τι γίνεται εκεί μέσα. Τώρα, δεν με ενδιαφέρει αυτό τόσο πολύ. Με ενδιαφέρει να ξεκινάω από ένα πηχτό πράγμα που βγαίνει από μέσα μου και στις λέξεις και στους ήχους, χωρίς να φέρει και κάποια εκ των προτέρων εξήγηση. Και νομίζω πως αν έχει ένα καλό αυτή η κρίση, οξύμωρα μιλώντας, είναι ότι λίγο, καλλιτεχνικά μιλώντας, σε πιέζει. Πιέζεσαι γιατί δεν υπάρχει ρέουσα πραγματικότητα συγκεκριμένη. Είναι ένα πράγμα, πατάς σε ένα σημείο και την επόμενη φορά που θα περάσεις από εκεί το σημείο έχει πάει λίγο πιο αριστερά, λίγο πιο δεξιά ή λίγο έχει βουλιάξει. Οπότε, ποια να είναι η αναφορά σου;». Θυμόμαστε μερικά από τα τραγούδια του που διαποτίζονταν από «ελαφρά συναισθήματα», τα φέρνουμε στην εποχή της κρίσης και ψάχνουμε να βρούμε αν υπάρχει χώρος για ελαφρότητα στις μέρες μας. «Πάντα υπάρχει χώρος, ρε συ. Είναι σαν να μου πεις ότι πριν δεν υπήρχε χώρος για σοβαρά συναισθήματα ή λυρισμό ή για διάθεση ενδοσκόπησης. Εννοείται».


Δεν είναι τόσο απογοητευμένος. Περίμενε ότι η κρίση θα γεννήσει περισσότερη τέχνη παρά απόψεις. Ή, τουλάχιστον, ότι θα υπήρχε μια ισορροπία. «Από το 2006 και μετά, που έβλεπα πάρα πολλές κινήσεις, ειδικά από μικρότερούς μου. Ωραία στυλ να δημιουργούνται, πολύ ωραίες μικρές κινήσεις, που μπορεί να περιορίζονταν σε μια στυλιστική άρνηση ενός κλισέ ή σε μια υιοθέτηση ενός πράγματος, αλλά ήταν μπροστά. Πιστεύω πως σε κάθε γενιά υπάρχουν στυλ κι εμμονές που μετά από λίγο δεν θα ισχύουν, αλλά που θ’ αφήσουν πέντε-έξι δημιουργικά άτομα που θα έχουν γεννηθεί μέσα από αυτό. Όπως στις αρχές της δεκαετίας του ’90, δηλαδή, που το αίτημα ήταν να παριστάνουν όλοι τους παλιούς Έλληνες. Ξαφνικά έβλεπες τύπους οι οποίοι διηγούνταν τις προσωπικές τους αναμνήσεις από τη Σμύρνη ή έφτιαχναν ένα είδος ελληνικού έθνικ, φορώντας ένα φόρεμα της γιαγιάς τους. Κι από τότε έμειναν τρία-τέσσερα πράγματα. Για τώρα, όμως, από την αρχή αισθανόμουν ότι ο Παντελής Δημητριάδης των Kόρε  Ύδρο, ο Νικήτας Κλιντ ή ο Τhe Boy δεν έκαναν κάτι στυλιστικό. Είναι τύποι που έχουν κάτι να πουν και που τώρα ξεκίνησαν να το λένε. Έχουν χωνέψει πάρα πολύ καλά αυτό που συμβαίνει τώρα». Δεν είναι, όμως, όλοι έτσι. «Απλώς να σου πω και τι καταλαβαίνω συχνά από τα δημιουργήματα και των καλών ξένων γκρουπ αλλά και των Ελλήνων που έχουν ταλέντο: πραγματικά, σχεδόν δεν ακούω πια κάτι που να έχει ενδιαφέροντα ήχο ή που να μην έχει φορέσει ένα ενδιαφέρον ρούχο πάνω του. Παλιά παίζαμε μια μπούρδα και νομίζαμε ότι παίζαμε πάρα πολύ καλά, επειδή δεν υπήρχε ανταγωνισμός. Δεν υπήρχε η εικόνα από εκεί. Κάναμε δέκα χρόνια να μιμηθούμε ένα ηχογράφημα του 1973 και ήμασταν πάρα πολύ ευτυχείς. Αυτήν τη στιγμή βλέπεις συνέχεια πράγματα τα οποία, στυλιστικά τουλάχιστον, είναι συνεχώς ενδιαφέροντα. Από κάτω, όμως, μπορεί να δεις κάτι πολύ βαρετό, με πολύ κακή σχέση με τον λόγο».


Όταν κατέβηκαν οι Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα, ο Φοίβος περνούσε συχνά από εκεί να δει τι γίνεται. Το αρχικό κλίμα τον είχε συνεπάρει κατά μία έννοια. Κάποια στιγμή αυτή η αλλοφροσύνη των απόψεων τον κούρασε. Όπως και όλους μας. Όπως θα κουράσει και όλος αυτός ο καταγγελτικός λόγος της κρίσης, αν δεν καταλήξει σε μια στιβαρή πολιτική τοποθέτηση που θα συνταράξει την παθογένεια της κοινωνίας μας. Κάνοντας έναν απολογισμό, θεωρεί πως η γενιά του δεν πέτυχε πολλά πράγματα: «Έπαψε να μας απασχολεί τόσο πολύ και αυτός ο μελοδραματισμός της σιωπής και η νεφελώδης ποιητικότητα. Σε αυτό ίσως να παίξαμε κάποιον ρόλο. Εγώ, όπως και όλοι οι άλλοι, αν είχαμε ένα κακό, αυτό ήταν ότι είχαμε κάθε λόγο να είμαστε χαϊδεμένοι, οπότε δεν μας ενδιέφεραν και τόσο οι αιχμές σε αυτά που κάναμε. Υπάρχει και αυτή η αίσθηση αδράνειας ενός τύπου που περνάει ωραία σπίτι του. Φτιάχνει ένα ωραίο κακάο, βάζει ένα ωραίο βινύλιο, παίζει και λίγο με την κιθάρα του. Γύρω μπορεί να γίνεται χαμός, αλλά δεν θα τον απασχολήσει ουσιαστικά. Θα μπορούσαμε, όμως, να κάνουμε κι αλλιώς; Οι μεγαλύτεροί μας είχαν φάει τρομερά στραπάτσα στις κομματικές νεολαίες και στα τσιτάτα που δεν καταλαβαίνανε. Εμείς δεν θα γυρίζαμε στη γουντιαλενική πλευρά της ζωής; Απλώς, στην αρχή, όταν το πράγμα έπεσε κι ενώ βλέπαμε ορατά τα σημάδια της απελπισίας, κάναμε και λίγο σαν Μαρίες Αντουανέτες. Ξέρεις, το αντιμετωπίζαμε όλο αυτό και λίγο νεο-συντηρητικά. “Έλα, μωρέ, αν εσύ ακολουθείς σωστά τον δρόμο σου…”. Δεν ήταν έτσι, όμως. Δίπλα ο άλλος καταστρεφόταν, έχανε τη δουλειά του. Τώρα, για να καταλάβεις, έχω κάνει στροφή προς μια αλά Κεν Λόουτς θέαση των πραγμάτων».