>Μεγάλωσα σ’ ένα κομμάτι της Αθήνας που δεν ξέρω αν μπορεί να το πει κανείς γειτονιά, μεταξύ Μιχαλακοπούλου και Βασιλίσσης Σοφίας. Τότε δεν υπήρχε το Μέγαρο Μουσικής, μόνο μια αλάνα όπου παίζαμε ποδόσφαιρο κάθε απόγευμα και από πίσω ήταν το ΕΑΤ ΕΣΑ. Οι Εσατζήδες είχαν τις μηχανές των αυτοκινήτων αναμμένες όλη την ώρα για να μην ακούμε τα βογκητά αυτών που έδερναν, κάτι που έμαθα στη Μεταπολίτευση. Γεννήθηκα το 1961, αλλά θυμάμαι πολύ έντονα τις μνήμες της δικτατορίας, γιατί η οικογένειά μου ήταν πολιτικοποιημένη και υπήρχαν αρκετοί συγγενείς στην εξορία. Ήμασταν 13 χρόνων όταν η μάνα μας μάς έβαλε να μαζέψουμε πράγματα για να τα πάει στο Πολυτεχνείο. Θυμάμαι ακόμα τα τανκς εκείνο το βραδύ που κατέβαιναν τη Βασιλίσσης Σοφίας προς το κέντρο.


>Στη Μεταπολίτευση τάχτηκα κι εγώ σε διάφορες οργανώσεις της Αριστεράς. Πρώτα ήμουν στο μαθητικό του Ρήγα Φεραίου και μετά στην ΚΝΕ, κι έμεινα εκεί μέχρι να μπω στο πανεπιστήμιο. Από τον Ρήγα Φεραίο έφυγα γιατί μιλάγαμε πολύ και δεν καναμε τίποτα, ενώ στο ΚΚΕ πάλι δεν συζητάγαμε πολύ αυτά που κάναμε. Αυτή η εμπειρία ήταν χρήσιμη. Όταν είσαι μέσα σε μια πολιτική διαδικασία, καταλαβαίνεις πώς παίρνονται οι αποφάσεις, ποιες λογικές οδηγούν σε αυτές, ποια στερεότυπα υπάρχουν κι επίσης μπορείς να ξεχωρίζεις πολύ εύκολα το κίνητρο ενός ανθρώπου που ανήκει σ’ έναν πολιτικό σχηματισμό. Ένας άνθρωπος που δεν έχει περάσει μέσα από αυτήν τη διαδικασία δεν καταλαβαίνει τίποτα ή εκλαμβάνει κυριολεκτικά οτιδήποτε του λένε.


>Στη Νομική μπήκα ενώ δούλευα ταυτόχρονα σε διάφορες δουλειές. Το 1985 κέρδισα σ’ εναν διαγωνισμό διηγήματος που έκαναν τα «ΝΕΑ» και από εκεί με είδε ο Λυκούργος ο Κομίνης και με πήρε στην «Πρώτη». Η δουλειά της δημοσιογραφίας τότε μ’ ενδιέφερε κυρίως ως προς τη διαχείριση της πληροφορίας. Ήθελα να μάθω την πληροφορία και σε δεύτερο βαθμό να τη γράψω με τέτοιο τρόπο ώστε να απολαμβάνει ο άλλος το κείμενο.

>Το 1989 έφυγα για το Βερολίνο. Το διάλεξα γιατι τα γερμανικά είναι η δεύτερή μου κουλτούρα και είχα πολλά λογοτεχνικά, φιλοσοφικά, γλωσσικά και ιστορικά ερεθίσματα. Ακόμα και σήμερα, σε κάποιες εκφράσεις, δυσκολεύομαι να διαχωρίσω την ελληνική από τη γερμανική έκφραση. Στη δεκαετία του ‘80 υπήρχε πάντα μια ξηρασία ιδεών στην Ελλάδα, τα πνευματικά ερεθίσματα τα έπαιρνα πάντα από τη Γερμανία. Ακόμα κι όταν έφυγα από τα κεντρικά του ΚΚΕ, ήμουν ταγμένος στην Αριστερά, και στη δεκαετία του ‘80 μπορούσες να συγκρίνεις τις δυο Γερμανίες. Είχες μια χωρα σε δυο αντίτυπα.

>Στη Γερμανία, αρχικά έκανα διάφορες δουλειές και κράταγα και μια μικρή ανταπόκριση για τον ΑΝΤ1. Στη δεκαετία του ‘90 υπήρχε ενδιαφέρον γι’ αυτό που γινόταν εκεί, οπότε ανέλαβα την «Καθημερινή» και το Mega. Το Βερολίνο, από ένα δυτικό νησί σε μια κομμουνιστική θάλασσα έγινε ένα σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης. Όταν αυτό χάθηκε, μετακόμισα στη Βόννη κι έκανα αυτά τα καθημερινά πράγματα που κάνει ένας ανταποκριτής όταν είναι στην έδρα μιας ξένης κυβερνήσης.

 

>Γύρισα στην Ελλάδα το 1997 γιατί πίστευα ότι η Ελλάδα είχε γίνει καλύτερη χώρα από αυτήν που είχα αφήσει το 1989. Ήρθα σε μια χώρα που δεν είχε καμία σχέση με αυτήν που ήξερα, αν εξαιρέσεις ότι οι άνθρωποι μίλαγαν την ίδια γλώσσα. Η Ελλάδα είχε αλλάξει προς το καλύτερο αλλά και προς το χειρότερο. Ο εθνικός χαρακτήρας του Έλληνα με το φιλότιμο είχε εξασθενήσει κι είχε δώσει τη θέση του σ’ ένα καταναλωτικό κακέκτυπο της Δυτικής Ευρώπης. Για εκείνη την περίοδο της δεκαετίας του ‘90 που ο Έλληνας πούλησε την ψυχή του στον διάβολο, η τέχνη, η λογοτεχνία και το θέατρο δεν έχουν καταφέρει να μας πουν πολλά ακόμα, και πιστεύω ότι αυτή η περίοδος είναι πολύ σημαντική για να εξηγήσουμε τα σημερινά. Βέβαια, είχαν γίνει και βελτιώσεις. Υπήρχαν υποδομές κι είχε γίνει πιο εύκολη για όλους η πρόσβαση στο χρήμα, κάτι που επίσης εξηγεί πολλά πράγματα. Τα μέσα είχαν γίνει πολύ πιο ελεύθερα, στη δική μας δουλειά είχες πολύ περισσότερες δυνατότητες να κάνεις αυτό που ήθελες.

 

>Το «Μαύρο Κουτί» στο Mega ξεκίνησε το 1998 με τον Παύλο Τσίμα και τον Αλέξη Παπαχελά, με τους οποίους είχαμε την ίδια αντίληψη για το πώς κάνουμε τη δουλειά μας. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι ως εκπομπή ήμασταν σχεδόν μονοπώλιο. Σε αυτό που κάνουμε εμείς σ’ ενδιαφέρει αυτό που δεν κοιτάνε όλοι οι άλλοι. Παίξανε και άλλα πράγματα ρόλο εκείνη την εποχή που το είδος δεν καθιερώθηκε. Π.χ. ο Τριανταφυλλόπουλος και αυτό που ο ίδιος πάσαρε για ερευνητική δημοσιογραφία, ο ανταγωνισμός στην τηλεοράση κ.λπ. Σήμερα, ενώ έχουμε επιθετική δημοσιογραφία, έχουμε πολύ λίγους δημοσιογραφους που ξέρουν να ψάχνουν. Στις ξένες χώρες υπάρχει το τμήμα documentation - στον «Spiegel» το documentation εχει τοσα μέλη οσα και η σύνταξη και όταν ξεκινάει κανείς να ψάχνει κάτι, ζητάει τον φάκελο και χτίζει πάνω στο ήδη υπάρχον.

 

>Κατάλαβα κάτι, αν και το κατάλαβα λίγο αργά, ότι για να πετύχει μια έρευνα πρέπει να μην ακούς κανέναν από αυτούς που είναι γύρω σου. Εγώ θυμάμαι, όταν ξεκίνησα την έρευνα της Ζίμενς το 2007, που έκανε «ντου» η εφορία στα κεντρικά της εταιρείας στη Γερμανία, και πέρασαν 5 μήνες, μου έλεγαν όλοι «σταμάτα» καλοπροαίρετα. Το βασικό είναι να μη σταματήσεις και να συνεχίσεις σαν τον γραφικό του χωριού. Όσο και να σε απομονώσει, όσο κι αν είναι φθοροποιό, όσο κι αν τσακωθείς με τη γυναίκα σου, τον αδερφό σου, όλους αυτούς που είναι γύρω σου, πρέπει να συνεχίσεις. Θα φτάσεις σ’ ένα σημείο όπου θα δημιουργήσεις έναν κρίσιμο όγκο - τους πρώτους 5 μήνες που ασχολιόμασταν με την Αριστέα την Μπουγάτσου, ήμασταν 2 γραφικοί. Το 2009, ξαφνικά άρχισαν ν’ ασχολούνται όλα τα μέσα με τη Ζίμενς. Αυτό είναι μια επιβεβαίωση ότι αν γαβγίσεις αρκετό καιρό, η αγέλη θα μαζευτεί γύρω σου.

 

>Τη δική μου τη δουλειά πρεπει να την κάνεις χωρίς φασαρία - από τη στιγμή που είσαι στην τηλεόραση εκτίθεσαι, αλλά δεν μπορείς να μπαίνεις σαν ταύρος σε υαλοπωλείο, πρέπει να μπαίνεις στις μύτες των ποδιών σου. Πας σε μια μικρή πολη και συναντάς κάποιον που «παίζει» τη δουλειά του μ’ αυτό που σου λέει. Δεν χρειάζεται να ξέρει όλη η πόλη ποιον συνάντησες. Όταν ερευνούσα την υπόθεση της Ζίμενς, με έπαιρναν άνθρωποι 2 ή 3 η ώρα τη νύχτα και μου έκλειναν ραντεβού στη Χαλκίδα.

 

>Στην Ελλάδα υπάρχει μια κακή συνήθεια: όταν κάποιος κάνει μια έρευνα και δεν ξέρει πώς να την προχωρήσει, φωνάζει έναν δημοσιογράφο κι αρχίζει και χτίζει πάνω σε αυτό. Εμείς δεν είμαστε ουτε των επιτροπών ούτε της εισαγγελίας. Τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα τα μαθαίνεις από τους υπόπτους, αν με τη στάση σου μπορείς να τους εγγυηθείς ότι κάποια πράγματα δεν θα διαφύγουν. Τεχνικά εμένα δεν με ενδιαφέρει αν ο τύπος είναι καλός ή κακός, αλλά το ότι ο τύπος είναι πηγή κι εμπίπτει στο πλαίσιο προστασίας αυτών. Ξέρετε αυτό που ελεγε ο Χατζιδάκις, ότι οι κακοί άνθρωποι είναι ενδιαφέροντες - έτσι είναι. Αυτό που έμαθα σε αυτές τις μεγάλες έρευνες είναι ότι αν θες να μάθεις πραγματικά τι έγινε, πλησίασε τον ύποπτο, όχι αυτόν που τον κυνηγάει. Πώς κερδίζεις την εμπιστοσύνη του; Κάνοντας συμφωνίες μαζί του και τηρώντας τες. Όταν ο ύποπτος δώσει ένα χαρτί σε σένα ύποπτος και όχι στην Αρχή που τον κυνηγάει, πρέπει να τηρήσεις αυτήν τη συμφωνία.

 

>Το ίδιο πιστεύω ότι ισχύει και στην περίπτωση του ελληνικού χρέους. Ο «μαϊμού» συνταξιούχος έχει κι αυτός ευθύνες - δεν μπορεί να μην ήξερε ότι ήταν «μαϊμού. Αλλά δεν είναι ίδια η ευθύνη του με αυτή ενός πολιτευτή που μπορεί να του ’χε βγάλει τη σύνταξη, με του τύπου που είχε την ευθύνη των συντάξεων κι ενός ολοκληρου συστήματος που ζούσε πάνω σε αυτό, κι εκεί βεβαίως υπάρχουν κι ευθύνες δικές μας. Αυτή η χρεοκοπία του ελληνικού κράτους, έτσι όπως την έζησα εγώ μετά τη Μεταπολίτευση, νομίζω ότι για μας, που είμαστε 50 ετών, είναι και χρεοκοπία ενός κομματιού της ζωής μας. Όλη αυτή η ιστορία του Άλτερ είναι και χρεοκοπία της δημοσιογραφίας που άφησε απ’ έξω ένα κομμάτι δραστηριότητας δικής της, που έπρεπε να το καλύπτει. Η δημοσιογραφία είναι κατά κάποιον τρόπο μια δημόσια υπηρεσία στην κοινότητα και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έπαιξε τον ελεγκτικό ρόλο που έπρεπε.

 

>Εγώ νομίζω ότι η συζήτηση για το πώς χρησιμοποιείται το δημόσιο χρημα θα έπρεπε να είναι με μέτρο ένα μόνιμο ζήτημα ελέγχου του μέσου. Υπάρχουν κι άλλοι χώροι ταμπού, όπου δεν πάει η δημοσιογραφία. Ας πούμε ότι έχουμε μια πολιτική που τη θεωρούμε «εθνική». Ας πούμε, η δημοσιογραφία πήγε ποτέ στις προνομιακές σχέσεις της Ελλάδας με το ΠΚΚ τη δεκατεία του ‘90; Δεν πήγε, γιατί το κράτος δεν σε αφήνει να μπεις κι έτσι φτάσαμε στο Ναϊρόμπι, στην ξεφτίλα. Εάν είχαμε κάνει εμείς τη δουλειά με επιμονή και συγκρουόμασταν με σκληρά κομμάτια του κράτους, όπως η ΕΥΠ και το υπουργείο Εξωτερικών, δεν θα φτάναμε ποτέ εκεί. Αυτό γίνεται και σε άλλες χώρες - η ερευνητική δημοσιογραφία κινείται εναντίον των εθνικών συμφερόντων. Τα στατιστικά στοιχεία που στέλναμε στην Ε.Ε. τώρα νοθεύτηκαν; Υπάρχει μια έντονη αντίληψη ότι σε μια μικρή κοινωνία δεν μιλάς για κάποια πράγματα και υπάρχουν και ιστορικά θέματα - οι πιο ωριμες κοινωνίες έχουν, ας πούμε, ασχοληθεί με τον ρόλο που έπαιξε η Εκκλησία τους στην Κατοχή. Πριν από 2 χρόνια είχαμε κάνει ένα ρεπορτάζ για την εξόντωση των Εβραίων στα Γιάννενα - 3 στους 4 συνομιλητές μας μάς μιλούσαν για τον ρόλο της τοπικής Εκκλησίας - κανείς τους δεν ηθελε να τα πει στην κάμερα. Υπάρχουν φοβερά συμπλέγματα, είμαστε απίστευτα συμπλεγματικοί στον τρόπο που καλύπτουμε πολλά πράγματα και αυτό έπαιξε έναν ρόλο στο τι είδους δημοκρατία ήταν αυτή η τρίτη δημοκρατία που φτιάξαμε και που μας αποχαιρετάει πια.

 

>Ήξερα τον κ. Τσοχατζόπουλο όλα αυτά τα χρόνια που ήταν υπουργός, είχαμε συναντηθεί όσο ήταν στο υπουργείο Αμύνης και ήξερα, ασχολουμένος με αυτό το θέμα, ότι θα έπρεπε να μιλήσω με τους υπουργούς Αμύνης. Αν διαβάσετε το πόρισμα της προανακριτικής επιτροπής της Βουλής, θα δείτε ότι από την υλοποίηση της σύμβασης η ζημιά μπορεί να ‘ναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι από την υπογραφή της και μετά. Νομίζω ότι στη συνέντευξη που μας παραχώρησε είχε κάποιες πειστικές απαντήσεις στο θέμα των υποβρυχίων, αλλά στο θέμα των προσωπικών περιουσιακών του στοιχείων ήταν πάρα πολύ αδύναμες και για ένα τμήμα του κόσμου ίσως να ήταν και εξοργιστικές.

 

>Εγώ νομίζω ότι η επιτροπή της Βουλής, κυρίως επειδή υπάρχει μεγάλη αναγκη να υπαρξει ένα σύμβολο από τον παλιό πολιτικό κόσμο, θα παραπέμψει τον κ. Τσοχατζοπουλο. Τώρα, αν θα γίνει ποτέ αυτή η δίκη, μη με ρωτάτε - όχι ότι κάποιος θα τη συγκρατήσει, απλώς υπάρχουν πολλά ζητήματα: λογαριασμοί, χαρτιά από τη Γερμανία που δεν έχουν έρθει. Οι ιδιώτες έχουν περισσότερα χαρτιά απ’ ό,τι το κράτος και η εξεταστική επιτροπή της Βουλής πήρε τα χαρτια αυτά από τους ιδιώτες.

 

>Όλα αυτά μπορούν να διασκεδάσουν λίγο το αίσθημα της έλλειψης δικαιοσύνης. Αλλά αυτό έχει σχέση με την αναποτελεσματικότητα  των μηχανισμών, με το γεγονός ότι δεν υπάρχει έλεγχος σε πάρα πολλά ζητήματα. Στη Γερμανία η υπόθεση της Ζίμενς κι η υπόθεση των υποβρυχίων βρέθηκαν από την εφορία, από έναν καθημερινό ελεγκτικό μηχανισμό. Το θέμα της δικαιοσύνης είναι ζήτημα της καθημερινότητας. Δεν λέω ότι δεν πρέπει να τιμωρηθούν, η ουσία, όμως, είναι ότι πρέπει να έχεις έναν ελεγκτικό μηχανισμό που να σέβεται τον εαυτό του. Αλλά, εάν η γάτα αρχίσει να πιάνει ποντίκια, θα πιάσει και τα μικρά - και δεν ξέρω αν θ’ αρέσει αυτό στα μικρά ποντίκια που δεν κόβουν αποδείξεις και φοροδιαφεύγουν.