Αθήνα, όταν πέφτει το φως. Φωτό: Ίδρυμα Ωνάση
Αθήνα, όταν πέφτει το φως. Φωτό: Ίδρυμα Ωνάση

 

Την Κυριακή βρέθηκα στο Πνευματικό Κέντρο των Κάτω Πετραλώνων για να δω μια παράσταση στην οποία συμμετείχε μια φίλη /

 

τα Κάτω Πετράλωνα είναι μια διαφορετική ιστορία από τα Άνω Πετράλωνα /

 

σαν η γραμμή του τρένου να χωρίζει στα δύο την παλιά συνοικία /

 

το πιο προνομιακό «κομμάτι», στις υπώρειες του Φιλοπάππου, βρίσκεται σε συνεχή «υπερδιέγερση» τα τελευταία χρόνια, εμπορική και γαστρονομική, με επίκεντρο την οδό Τρώων, τον «Ζέφυρο» και μια σειρά από ταβέρνες και μπαρ που μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα απέκτησαν το δικό τους μερίδιο στην τοπική μυθολογία /

 

αλλά τα Κάτω Πετράλωνα είναι ένας άλλος πλανήτης, η «βαθιά» Αθήνα /

 

προσωπικά, μου θυμίζουν πολύ τα Κάτω Πατήσια, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι ποτισμένη από το σκληρό απογευματινό φως που πέφτει πάνω σε ατελείωτες σειρές από παλιές πολυκατοικίες και τον καθησυχαστικό ήχο των τρένων του Ηλεκτρικού /

 

στον δρόμο για το Πολιτιστικό Κέντρο παρατηρούσα τα καφενεία, γεμάτα κόσμο, με τις τηλεοράσεις συντονισμένες στο μπάσκετ Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός /

 

στην πλατεία, σειρά τα σουβλατζίδικα κάτω από τα μεγάλα δέντρα, με μια υποψία δροσιάς να καταλαγιάζει λίγο τις πρώτες ζέστες του καλοκαιριού /

 

αν ξεχνούσες τις πολυκατοικίες και τα αυτοκίνητα που έψαχναν να παρκάρουν, η ατμόσφαιρα ήταν αυτή ενός απλωμένου χωριού οπουδήποτε στα Βαλκάνια /

 

δεν το λέω υποτιμητικά, περισσότερο αναφέρομαι στη βουλιαγμένη ανάμνηση μιας αποχαυνωτικής, σχεδόν διαλυτικής αύρας ενός σταματημένου κόσμου που δεν πάει ούτε μπροστά, ούτε πίσω /

 

και αναλογίζομαι, ύστερα από μια κουβέντα με έναν καλό μου φίλο, πόσα «Κάτω Πετράλωνα» απλώνονται στο Λεκανοπέδιο, το ένα πίσω από το άλλο, στοιχισμένα και αδιατάραχτα, μέχρι να τα σταματήσει κάποιο φυσικό όριο, καταπατημένοι λόφοι ή καμένα βουνά ή η θάλασσα /

 

μέσα στο Πνευματικό Κέντρο είχα την αίσθηση ότι βρισκόμουν σε γάμο: όλη η γειτονιά στο πόδι, φίλοι και συγγενείς των ηθοποιών (όλοι ερασιτέχνες), μαθητές του Λυκείου σε διαρκή υπερένταση, θα μπορούσε να ήταν σκηνή από μια ελληνική εκδοχή του Μπόλιγουντ /

 

ένας άλλος φίλος που έκανε βόλτα στη γειτονιά μού είπε ότι στα μάτια των ανθρώπων, μικρών και μεγάλων, έβλεπε μόνο παραίτηση /

 

κι όμως, αυτή η παράσταση είχε ανάψει μια σπίθα /

 

και όλο αυτό το χαρμόσυνο νταβαντούρι κάτι έλεγε /

 

και σκέφτομαι τη δουλειά, και τον αγώνα, και την αυτοθυσία τόσων ανθρώπων που δουλεύουν αθόρυβα στους δήμους και προσφέρουν χαραμάδες, μικρές και μεγάλες, σε ανθρώπους που εξακολουθούν να ονειρεύονται κάτι περισσότερο για τη ζωή τους και αρνούνται να συμβιβαστούν με την πραγματικότητα της τηλεόρασης ή να παραδοθούν στους βολικούς μηχανισμούς της αυτολύπησης /

 

η φίλη που έπαιξε την Κυριακή είναι από τη Ρουμανία /

 

μεγαλώνει μόνη της ένα παιδί /

 

ζει δουλεύοντας από το πρωί μέχρι το βράδυ και, παρ' όλα αυτά, βρίσκει τον χρόνο για να κάνει πρόβες στη θεατρική ομάδα της γειτονιάς της, να βελτιώνει τα ελληνικά της και να μαθαίνει αγγλικά και γερμανικά /

 

ξέρω ότι δεν είμαστε όλοι οι άνθρωποι φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό /

 

και αυτό που ισχύει για μένα, δεν ισχύει απαραίτητα για σένα /

 

αλλά μπροστά στο πείσμα και την πίστη αυτής της γυναίκας, κάνω ένα βήμα πίσω και υποκλίνομαι /

 

και τα κάθετα στενά των Κάτω Πετραλώνων με τα ωραία ονόματα από την αρχαία Αθήνα αποκτούν μέσα μου μια διαφορετική, αναζωογονητική λάμψη.