1. Πατησίων / Διασυρμός: Η Πατησίων, ναι, η αιωνία σύζυγος, πάντα πιστή, πάντα εκεί, αλλάζει, ρυτιδιάζει, αλλά εκεί, είναι εκεί, κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να ξηλώσει την Πατησίων, κι ας ξήλωσαν το Refrain (κρέμες λυτρωτικές και ρυζόγαλα βάλσαμο, με συνοδεία μερικά κονιάκ, λίγο μετά την εφηβεία, με το παλαιό ξύλινο ρολόι στον τοίχο, με την ευγένεια των ξενυχτισμένων ροκάδων και αναρχικών)~ κι ας ξήλωσαν τόσους και τόσους θαλπερούς σινεμάδες (πού είναι το άκλαυτο το Ράδιο Σίτυ όπου είχαμε μείνει άφωνοι βλέποντας τον Ναπολέοντα του Αμπέλ Γκανς, πού είναι το Attica όπου είχαμε ανακηρύξει το The Last Waltz μέγιστο μουσικό ντοκιμαντέρ και μάθημα ζωής, πού είναι η Αθηνά όπου είχαμε εκβάλει γέλια ουρανομήκη με τους Blues Brothers και τα τρελά ανθρωποκυνηγητά!)~ κι ας ξήλωσαν περίπτερα και ανθοπωλεία και φαγάδικα και βιβλιοπωλεία, όχι, η Πατησίων είναι εκεί, θα είναι εκεί, θα μείνει πάντοτε εκεί, τραγουδισμένη άγρια από την Κατερίνα Γώγου με λέξεις σουγιάδες.

 

2. Τροίας 35α / Τρία Κλικ Αριστερά: Το σπίτι μου όπως και το δικό σας / μπαίνει στα σπίτια των άλλων ανθρώπων / έτσι στενοί που 'ναι οι δρόμοι / έτσι πολλοί που 'ναι οι άνθρωποι. / Είναι φορές κολλητά όπως ζούμε / που θαρρώ πως κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι / πλένουμε τα δόντια μας με το ίδιο βουρτσάκι / και τρώμε το ίδιο φαΐ. / Μόνο που όταν φεύγετε / αφήνετε τα πιάτα σας άπλυτα / δεν εξηγείται αλλιώς / έτσι βρόμικος που είναι πάντα ο νεροχύτης. / Δεν πειράζει όμως. / Και κάνω ό,τι μπορώ / για να σας δείξω πόσο σας αγαπάω. / Γι' αυτό κολλάω το μουστάκι / και βγαίνω με τη βεντάλια στη βροχή. / Για να γελάσουν τα παιδιά σας. / Μονάχα, σας παρακαλώ, μη μας κουτσομπολεύετε. / Κι αφήστε τη δική μου τη Μυρτώ ήσυχη. / Έτσι γεννήθηκε. / Λυπημένη.

 

3. Ποίηση / Μέταλλο: Πάντα η Κατερίνα Γώγου, με ποίηση μέταλλο, με το βραχνό της βλέμμα, με τα αγκάθια που 'χει στην ψυχή της μέσα, με το χαμόγελο που ενταφιάζεται για να αναστηθεί όταν τ' αστέρια θα χαμογελάσουνε κι αυτά, με τα ουρλιαχτά που ελλοχεύουν στην ποίησή της, με τις ψαλμωδίες της όταν βήχει ο ουρανός κι όταν αλυχτούν οι προσδοκίες και θέλουν λύτρωση και θέλουν γάργαρο νερό και θέλουν να γίνουνε κεράκια μες στο δάσος.

 

4. Μυρτώ / Ιδιώνυμο: Με το κεφάλι θρύψαλα / απ' τη μέγγενη των παζαριών σας / την ώρα της αιχμής και κόντρα στο ρεύμα / θ' ανάψω μια μεγάλη φωτιά / κι εκεί θα ρίξω όλα τα μαρξιστικά βιβλία / έτσι που να μη μάθει ποτέ η Μυρτώ / τα αίτια του θανάτου μου. / Μπορείτε να της πείτε / πως δεν άντεξα την άνοιξη ή πως πέρασα με κόκκινο. / Ναι. Αυτό είναι πιο πιστευτό. / Με κόκκινο. Αυτό να πείτε.

 

5. Γκριν Παρκ / Ξύλινο Παλτό: Είναι κάτι / μια σταλιά καραμελίτσες απ' όλα τα χρώματα / που τις λένε θεάτρου. / Τις βάζουνε σε κάτι γυάλινα άχρηστα βάζα / στο πιο ψηλό το ράφι / γιατί δεν αγοράζονται πια. / Ήτανε κάποτε κάτι / μια σταλιά παιδιά που κατεβαίνανε / από μακρινές συνοικίες / να διαγωνιστούνε στο ροκ. / Έκαψε η εποχή / το μυαλό και τη ζωή τους / και τα λεφτά τους σε γυάλινα άχρηστα βάζα / και δεν πουλάγανε πια. / Είναι κάτι / όλες οι νύχτες κι όλες οι στιγμές / έτοιμες/ γυάλινα βάζα κι άνθρωποι / που πάνε πίσω πίσω πίσω μακριά / παίρνουνε φόρα από μακριά / βουτάν με το κεφάλι / τσακίζουν την απόσταση / τα τζάμια / σκληρό ναρκωτικό η μοναξιά / πηδάν απ' τα παράθυρα απ' τον 5ο / ανοίγουνε πανιά / και παν και καρφώνονται / στα καλώδια ψηλά / κι ατέλειωτες παιδικές καραμελίτσες θεάτρου βρέχει από ψηλά / κι από κάτω περνάνε τα τρόλεϊ / κι από κάτω ο κόσμος / τα γλυκά / το Γκριν Παρκ / τα σινεμά / ο δρόμος / οι στενοί συγγενείς / στενό μαρκάρισμα η ζωή από κάτω τους / σικέ το παιχνίδι / κι από πάνω πέφτει / πέφτει η βροχή / και μόνο τα παιδιά κι οι αλαφροΐσκιωτοι / τη βλέπουν / και σκύβουν και γεμίζουν τις τσέπες τους καραμελένια βροχή.

 

6. Πάντα / Η Γώγου: Πάντα η Κατερίνα Γώγου πάνω κάτω την Πατησίων, πάνω κάτω τη λαλέουσα λεωφόρο όπου σουλατσάρει η αριστοκρατική μας αλητεία, πάντα η Κατερίνα Γώγου με το αγέρωχο μπλουζ μιας ήττας που γυρίζει σε νίκη, μιας φθοράς που γυρίζει σε αναβάπτιση, ενός κατήφορου που γυρίζει σε άνοδο, σε σωτήρια ορειβασία προς το εντελβάις που δεν σταματήσαμε ποτέ, η Κατερίνα Γώγου κι εμείς, η πιτσιρικαρία που διαβάζαμε τους διακεκαυμένους στίχους της, να λαχταράμε όσο υπάρχουμε, κι όσο υπάρχουν άνθρωποι που διαλαλούν ότι ο Άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση.