Δημήτρης Νόλλας, Το ταξίδι στην Ελλάδα ή Το δράμα του Εμφυλίου. Εκδόσεις Ίκαρος, Σελ.: 188, Τιμή: €14,00Από το ’74 ίσαμε σήμερα, αυτός ο ανεξάντλητος αφηγητής δοκίμασε το στυλτου σε λογής-λογής ιστορίες, πάσχισε πάντα να σηκώνει την κατάλληλη στιγμή το καπάκι της μυθιστορηματικής μηχανής, επιδόθηκε σε μυσταγωγίες με ένα κάποιο κρυπτικό νόημα, συχνά βρήκε αέρα στα πανιά του υποστηρίζοντας ένα ακριβό είδος λογοτεχνικής αλητείας που καταγίνεται με την κοπή νέου νομίσματος. Με έναν λόγο, έχουμε να κάνουμε με έναν συγγραφέα που επιθυμεί να μιλήσει κατευθείαν στο αίμα μας, ψάχνοντας μετά μανίας το έκτακτο, όπως περίπου ο τσοπάνος αρμέγει ακόμα και τον τράγο.

 

Το υλικό του βιβλίου αφορά τον ελληνικό εμφύλιο, με τη διαφορά ότι αποφεύγει σαν τον διάβολο την Ιστορία. Τα πρόσωπα που περιπλέκονται περνούν τα σύνορα προς τα μέσα ή προς τα έξω (όπως έκανε και ο Νόλλας επί χρόνια), πασχίζουν να αναγνωρίσουν ανθρώπους με τους οποίους «ανταμώνουν στα λόγια των νεκρών». Ο Αρίστος, για παράδειγμα, βοηθός του Καραμάνογλου στη λαχαναγορά του Μονάχου, άρπαξε την ευκαιρία να κατέβει με πληρωμένα εισιτήρια στην Ελλάδα, από την οποία έλειπε κοντά τρία χρόνια. Είχε ξεκινήσει από τη Θεσσαλονίκη το 1960 με προορισμό τη Γερμανία – φοιτητής χωρίς αντικείμενο σπουδής. Μοναδικός του οδηγός; Η φυγή από την οικογένεια και το αστέρι της Ανατολής που το λεν «όπου-με-βγάλει».

 

Προφανώς, δεν μας αφηγείται τα γεγονότα του Εμφυλίου αλλά την κατάντια νέων ανθρώπων στη Γερμανία, που ταλανίζονται από τον νόστο της επιστροφής. Μιλάει η Χρυσάνθη: «Αυτό που δεν μ’ άρεζε ήταν που έβλεπα να γεννιούνται οι άνθρωποι και να ξέρουν από την πρώτη στιγμή, σαν να είχε ήδη αποφασιστεί από την κοιλιά της μάνας τους, πως τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει στη ζωή τους. Σε μια κατάσταση απόλυτης ηρεμίας κι ευτυχίας, την οποία τίποτα και με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε κάποιος να διαταράξει. Απ’ αυτό ήθελα να φύγω...». Μιλάει ο Αρίστος, που έφτασε στη Θεσσαλονίκη: «Κουβαλώντας τη μικρή του βαλίτσα, αποφάσισε να περπατήσει μέχρι το μαγαζί του αδερφού του, όταν αίφνης, παρόλο που έμοιαζε σαν να το ‘χε από καιρό προβλέψει, ήρθαν καταπάνω του αυτά τα τρία χρόνια μακριά από τη γενέθλια πόλη κι αισθάνθηκε το βάρος τους να πέφτει πάνω του όπως ασήκωτοι αιώνες». Είναι πρόσωπα που φτιάχτηκαν από υλικά που χάθηκαν καθ’ οδόν; Πλασμένα από σταλαγματιές απουσίας και κενού; Χτισμένα με τρύπες μνήμης και τρύπες ζωής; «Όταν αφεντικά και υπηρέτες τρώνε στο ίδιο πανδοχείο, κάποιο λάθος έχει γίνει και θα τελειώσει άσχημα η ιστορία...». Και όντως.

 

Τα πρόσωπα που εμφανίζονται στη Θεσσαλονίκη με το ίδιο ή άλλο πρόσωπο ξεκαθαρίζουν παλιούς λογαριασμούς, καθώς, μετά την ήττα του Εμφυλίου, έπρεπε να εκφράζουν το πνεύμα μιας πανστρατιάς, την ανάγκη να στρατευτούν οι πάντες στον αγώνα αδιακρίτως. Συμπέρασμα; Όλοι μέσα σε όλα!

 

Τα πρόσωπα που βγαίνουν στη σκηνή της σελίδας είναι μάλλον κομμάτια αφηγήσεων παρά ήρωες που θέλουν να ξανα-ζωντανέψουν. Το παρελθόν είναι εκείνο που μετράει, όπως η σκηνή με τον Πάρι σφαγμένο: «Κανείς ποτέ δεν θα το μάθει γιατί τον βρήκανε λίγες μέρες μετά, στην άκρη στο ποτάμι, γερμένο πάνω στις κροκάλες, μ’ ένα μαχαίρι βαθιά στα σπλάχνα του μπηγμένο. Κοντά σε ένα μέρος που το λένε “Σκοτωμένο νερό”. Λικνιζόταν η χλαίνη του σ’ ένα κλαδί, όπως γδαρμένο ζώο στο τσιγκέλι. Είχε σφίξει τόσο δυνατά το μαζίρι, που όταν τον βρήκαν, οι κλειδώσεις απ’ τα δάχτυλά του ήταν κάτασπρες. Είπανε θα του κόψουνε τα χέρια για να του πάρουν το μαχαίρι...».

 

Χωρίς καμιά υπερβολή θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι διηγήσεις του Νόλλα έχουν κάποια μετριοπαθή ομοιότητα με το πλατωνικό πνεύμα, καθότι, κοντά στο συμβάν, εκφέρεται και το συμπέρασμα. Δεν πρόκειται για διδακτισμό, ούτε για μεγαλειώδη συμπεράσματα, αλλά για δραματουργήματα της μονοκοντυλιάς που απομένουν πλούτος για τον αναγνώστη. Ιδού το παράδειγμα από τον φόνο του πατέρα του Αποστόλη:

 

«Οι συμφορές ταξιδεύουν αστραπή και το κακό μαθαίνεται γρήγορα, όσο μακριά κι αν έχει γίνει. Τον είχανε σκοτώσει δύο βοσκοί που ήταν στη δούλεψή του από το περασμένο καλοκαίρι. Ήρθαν ένα δειλινό στο τσαρδάκι μιας απομακρυσμένης στάνης με τους μπαλτάδες κάτω από τις κάπες τους κρυμμένους, κι όταν τους άνοιξε ο γέρος, του σκίσαν το κεφάλι, σαν ναν ‘ταν κούτσουρο, στα δύο. Το ακραίο παράλογο σ’ αυτό το φονικό ήταν πως ο Περδίκας, από τις πρώτες μέρες του πολέμου, είχε ανοιχτούς λογαριασμούς με όλα τα εμπόλεμα μέρη, με όλους τους άλλους, πλην εκείνων των δύο δολοφόνων του. Από την πρώτη μέρα της Κατοχής, πριν ακόμα δημιουργηθεί το ΕΑΜ και λίγο αργότερα ο ΕΛΑΣ, που έβαλε κάποια τάξη, είχαν βγει στα βουνά συμμορίες ληστών. Κλαρίτες, ρέμπελοι, και άτακτοι βουνίσιοι συνέχιζαν μια παράδοση ανυπακοής, βαθιά ριζωμένη από τον 16ο ήδη αιώνα στην ψυχή των ραγιάδων, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της οθωμανικής σκλαβιάς, αποδεικνύοντας έτσι πως άνθρωποι απλοί κι ακαλλιέργητοι μπορούν να διαθέτουν μια μυστική ικανότητα να επικοινωνούν με τους αιώνες. Ο τσέλιγκας είχε καταφέρει όλη αυτή την περίοδο να προμηθεύει με μέτρο πρόβατα και ψωμί τους κλαρίτες. Ενώ είχε εξασφαλίσει το βιος του απ’ τις δυνάμεις Κατοχής και τους χωροφύλακες, προσφέροντάς τους ανάλογες ποσότητες, πάντα με το μέτρο. Η αλήθεια είναι πως είχε προλάβει να στείλει γυναίκα και κόρες σε συγγενείς στην Κοζάνη και να πουλήσει μεγάλο μέρος από τα πρόβατα του από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, ζώντας μόνος του με δυο σκυλιά και φροντίζοντας ένα μικρό κοπάδι. Κι ενώ είχε καταφέρει να τον μισούν και να θέλουν τον χαμό του όλες οι πλευρές, βρέθηκαν δύο τυχαίοι βοσκοί και τον τσεκούρωσαν ένα Σάββατο βράδυ».

 

Ο Νόλλας κάνει το παν για να αποδώσει τον Εμφύλιο στους απλούς φαντάρους ή ιδεολόγους, στους γεωργούς και τους μικροαστούς, ουδέποτε στην κεντρική εξουσία. Η ανάκριση του Περδίκα αντέχει το ξεψάχνισμα, καθότι είναι πρώην κόκκινος και νυν γαλάζιος, ο οποίος μάλιστα έχει ειδική γνώμη για τις δυνάμεις που συγκρούονται σε αυτήν τη σφαγή. «Είναι η πόλη που χτυπιέται κόντρα στην ύπαιθρο, όλα τα άλλα είναι αέρας κοπανιστός, και ιδίως κοπανιστός είναι όσα λένε για τους Αγγλοαμερικανούς, τον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία κι άλλες μπούρδες». Έχουμε «τη ζωή στα εργοστάσια, στα γραφεία και τα μαγαζιά από τη μία, κι είναι η ζωή στη φύση από την άλλη που χτυπιούνται. Οι δούλοι με τους ελεύθερους. Είναι γνωστό ότι στις πόλεις, όπου όλοι τρέχουν ο ένας καταπάνω στον άλλον και τα κτίρια τείνουν να συνθλιβούν μεταξύ τους, ζούνε σκλάβοι. Εδώ, στην ύπαιθρο, οι άνθρωποι πανηγυρίζουν όταν κατισχύουν πάνω στις άλογες φυσικές δυνάμεις, ενώ στην πόλη οι άνθρωποι πενθούν, γιατί η σύγκρουσή τους αυτή έχει ήδη μεταλλαχθεί στην αλληλοσφαγή με σκοπό το κέρδος».

 

 

Συμπεραίνει ο Γιοβάνης: «Οι Δεξιοί πάντα ζήλευαν τους Αριστερούς και τους αντιγράφανε. Τέλος πάντων, η αλήθεια είναι πως λειτούργησαν και οι δυο τους σαν θεομηνία, σαν τον λιμό της Ιρλανδίας τον περασμένο αιώνα, ακριβώς πριν από εκατό χρόνια, που άδειασε τη χώρα απ’ τους ανθρώπους της, ή ακόμα σαν τον σεισμό της Λισαβόνας πριν από διακόσια χρόνια... δεν ήταν σχέδιο. Κι έτσι ακριβώς, όπως φυσική καταστροφή, στην αρχή της δεκαετίας του ’50 ο Ζαχαριάδης έστειλε όλους αυτούς που τον ακολούθησαν στο τερατώδες σχέδιό του, τους προώθησε να δουλέψουν στα ορυχεία της ανατολικής Ευρώπης, μέχρι τις ερημιές του Ουζμπεκιστάν, κι ο Καραμανλής, στο τέλος της δεκαετίας, οδήγησε τους υπόλοιπους στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές. Καλά, αυτοί οι τελευταίοι ήταν προνομιούχοι σε σχέση με τους αντάρτες, μπορούσαν να εμφανίζονται πότε-πότε με την καλοκαιρινή τους άδεια και να βλέπουν τα παιδιά τους, που τα μεγάλωναν οι παππούδες, που 'χαν αφήσει πίσω τους. Σιγά τη διαφορά. Τα παιδιά όλων αυτών, είτε σε περιβάλλον γερόντων, είτε στα σοσιαλιστικά νηπιαγωγεία, με τις ίδιες πληγές μεγάλωσαν».

 

Με έναν περίτεχνο κι εξομολογητικό ελιγμό ο Νόλλας αναφέρεται στον γενάρχη της παπανδρεϊκής πατριάς, στον αρχηγέτη του καρκινώματος που την επόμενη πεντηκονταετία θα εξαπλωθεί πάνω σε ολόκληρη την κοινωνία, υλοποιώντας την επιθυμία της να ενισχυθούν τα θεμέλια ενός γενικευμένου αμοραλισμού, μιας πολιτικής πανώλης που θα εκφραστεί με παραδειγματικό τρόπο από αυτή την πολιτική οικογένεια στη διάρκεια του μισού αιώνα που θα ακολουθήσει. Συνακόλουθα, φέρει μέσα του τον έλεγχο της δραματικότητας που –καθώς εννοείται– ανήκει απολύτως σε αυτόν, στην αυτού υψηλότητα τον παντογνώστη αφηγητή. Τίτλος που δεν σημαίνει βέβαια ότι ο Νόλλας ετάζει νεφρούς και καρδίας, άλλα ότι αυτή είναι η σωτήρια σύμβαση της αφήγησης, της δραματοποίησης και του μυθιστορήματος. Όλα τούτα μήπως λαμβάνουν χώρα μέσα στη συνείδηση του αφηγητή; Άραγε, έχουμε να κάνουμε με λεπτομερή καταγραφή συμβάντων ή με μια πλοκή ζώντων και τεθνεώτων που ο παντεπόπτης αφηγητής (εκπληκτικό υποκατάστατο του Θεού) καταφέρνει να την εκμεταλλεύεται με μαεστρικό τρόπο πίσω και μέσα στη σελίδα;

 

Πρόκειται για ένα υλικό που θα μπορούσε να εκφωνηθεί σε μια ομιλία, σε ένα μνημόσυνο πεσόντων ή εκτελεσθέντων, σε ένα κείμενο πολεμικής ενάντια σε μία από τις δύο παρατάξεις. Ωστόσο, διαλέγοντας τη μορφή του μυθιστορήματος, ο Νόλλας μεταμορφώθηκε σε «μάσκα βουνίσιου γέροντα κάτω από σκιερό πλατάνι...».