Οι πολιτισμοί, καθώς φαίνεται, έχουν πατρίδα, γλώσσα, προσανατολισμό, φυλετικά γνωρίσματα, θρησκευτικά ήθη, οπότε, αν θέλουμε να μιλήσουμε παραδείγματος χάρη για την Κίνα –όπως κάνει ο σινολόγος Φρανσουά Ζυλλιέν στο βιβλίο του Εγκώμιο της απραξίας–, θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι βρίσκεται έξω από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ήτοι, εκτός της ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, εκτός της ευρωπαϊκής ιστορίας, γενικά εκτός μιας πραγματικότητας που εμείς, οι Δυτικοευρωπαίοι, τη θεωρούμε πιθανώς ως τη «μόνη» πραγματικότητα. Δικαιολογημένα η Πασκάλ σημείωνε: «Ποιον να πιστέψουμε, τον Μωυσή ή την Κίνα; Όντως, ανάμεσα στους δύο κόσμους υφίσταται ένα χάσμα που δεν γεφυρώνεται εύκολα, παρότι αποδεχόμαστε ότι ο κινεζικός πολιτισμός διαθέτει μια αξιοζήλευτη διαύγεια».

 

Εφόσον η Ευρώπη ανακάλυψε την Κίνα και όχι η Κίνα την Ευρώπη, ο Μονταίνιος πιθανότατα είναι ο στοχαστής που εκτίμησε σοβαρά το κινεζικό παράδειγμα, διαπιστώνοντας ότι ο κόσμος είναι πιο πλατύς και ποικίλος από τον κόσμο που φαντάστηκαν οι αρχαίοι. Διόλου τυχαία, άλλωστε, η διαπίστωση του Λάιμπνιτς ότι «πρόκειται για ανθρώπους από άλλο πλανήτη». Πώς μπορούμε να προσεγγίσουμε έναν λαό που βρίσκεται όντως πολύ μακριά από εμάς: χωρίς αλφάβητο, αλλά με γλώσσα ιδεογραμμάτων, χωρίς έννοιες όπως αυτήν του Θεού, του Όντος, της Ελευθερίας, της ηθικής, αλλά με δικό της τρόπο σκέψης. Ο Ζυλλιέν, ήδη από το τέταρτο κεφάλαιο, θέτει ως αντικείμενο της ανάλυσής του τη «στρατηγική» ή, αλλιώς, την «αποτελεσματικότητα», ζήτημα που μπορεί να οδηγήσει στη συγκριτική μελέτη των δύο πολιτισμών.

 

Ο αρχαιοελληνικός τρόπος αναφορικά με την αποτελεσματικότητα προϋπέθετε ένα πρότυπο ως ιδεατή μορφή, την οποία έθετε ως στόχο. Με άλλα λόγια, πρώτα διαμορφώνουμε ένα πρότυπο και κατόπιν πασχίζουμε να το εφαρμόσουμε. Απλουστευτικά: πρώτα κινείται η νόηση που συλλαμβάνει το άριστο και κατόπιν η θέληση που θέλει να εντάξει το ιδεατό στην πραγματικότητα. Ουσιαστικά, κάθε μορφή δημιουργικότητας, έρευνας, δραστηριότητας, για να εφαρμοστεί απαιτεί κάποια πίεση στην πραγματικότητα. Γράφει ο Πλάτων: «Ένας στρατηγός είναι περισσότερο ή λιγότερο ικανός, ανάλογα με το εάν είναι ή δεν είναι γεωμέτρης». Προφανώς, η γεωμετρία είναι το τέλειο πρότυπο, το απόλυτα ιδεατό, που οφείλουμε να εφαρμόσουμε στην πραγματικότητα. Η παράδοση της στρατηγικής ίσαμε τον Κλαούζεβιτς όντως εφάρμοσε τη στρατηγική βασιζόμενη στη γεωμετρία. Ενώ ο Θαλής ήταν θεωρητικός και μοιραία έπεσε μέσα στο πηγάδι, ο Περικλής ήταν ο άνθρωπος της πράξης, ικανός να προσαρμόζεται στις περιστάσεις.

 

Αφήνοντας τον πλατωνισμό, μπορούμε να στραφούμε προς τη λέξη «μήτις», η οποία αποδίδεται ως «πανούργα νοημοσύνη» και ως ικανότητα να αξιοποιείς τις περιστάσεις. Μητιόεις είναι εκείνος που εντοπίζει τις τάσεις, οι οποίες εκδηλώνονται σε μια κατάσταση που διακρίνει την ευνοϊκή συγκυρία, με άλλα λόγια ο Οδυσσέας. Γι' αυτό ο Δίας, όταν κατακτά την εξουσία του κόσμου, παντρεύεται τη Μήτιδα ώστε να ελέγχει τις συγκυρίες και να υποψιάζεται τις αφανείς δυνατότητες. Διόλου τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι ο Δίας κατάπιε τελικά τη Μήτιδα, ώστε να εξασφαλίσει τις δυνάμεις της και να στηρίξει το βασίλειό του στο ρεύμα των καιρών.

 

Αυτή ακριβώς η έννοια της μήτιδος εξαφανίστηκε παντελώς στην κλασική ελληνική σκέψη. Κυριολεκτικά, χάθηκε από την ελληνική γλώσσα, περιπίπτοντας σε αχρησία, χωρίς να έχει λόγο ύπαρξης. Αν διερωτηθούμε τώρα ποιος εξεδίωξε τη λέξη μέχρι αφανισμού, μόνο στη φιλοσοφία μπορούμε να αποδώσουμε τον ρόλο του διώκτη. Η μήτις εξαφανίστηκε επειδή υποκαταστάθηκε από την ιδέα του προτύπου αυτού – από την κορυφαία έννοια του Είδους, της ιδεατής μορφής. Αυτή η νέα έννοια εκδιώκεται από το προσκήνιο και καθίσταται η θεμελιώδης εκλογή της φιλοσοφίας, εγκαθιδρύοντας, με άλλα λόγια, την κυριαρχία της προτυπο-λογικής σκέψης. Ήτοι, την κυριαρχία του πλατωνισμού που καθίδρυσε την προτυπολογική σκέψη, η οποία, άλλωστε, αποτέλεσε το μέγα πλεονέκτημα της Ευρώπης και το προτυπο-λογικό πεδίο των μαθηματικών. Το σύμπαν είναι ένα απέραντο βιβλίο, έγραφε ο Γαλιλαίος, μονίμως ανοιχτό μπροστά στα μάτια μας, αλλά δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε, αν δεν μάθουμε πρώτα το αλφάβητο το οποίο είναι γραμμένο σε μαθηματική γλώσσα.

 

 

 

Αλλάζοντας πνευματική τάξη και μεταπηδώντας στο καθεστώς των Κινέζων, ο Ζυλλιέν οφείλει να αποτινάξει την προτυπο-λογική σκέψη και να αποταθεί σε άλλες πηγές νοήματος. Λόγου χάρη, ο γαλλικός στρατός το 1914 ήταν προετοιμασμένος για τον πόλεμο του 1870, ενώ το 1940 ηταν προετοιμασμένος για το 1914. Τα γεγονότα ξεπερνούσαν τους στρατηγούς. Η αιτία; Τίποτε άλλο από την έλλειψη «τριβής». Όπως ο Ναπολέων δεν είχε προβλέψει τη βροχή στη μάχη του Βατερλώ, πάσα προετοιμασία απαιτεί συμπλοκή με τα δεδομένα, μελέτη της δεδομένης κατάστασης, όχι α πριόρι σκέψεις, αλλά σκέψεις που αντλούνται ευθέως από την παρούσα κατάσταση.

 

Το παράδοξο είναι ότι στην κινεζική γραμματεία δεν συναντούμε πολεμικές αφηγήσεις σαν του Θουκυδίδη και του Πολύβιου ή του Ξενοφώντα, αλλά την περίφημη Τέχνη του Πολέμου (Σουν Τζου, Σουν Μπιν), κείμενο ιδιοφυές, που σήμερα το χρησιμοποιούν στελέχη επιχειρήσεων για να αντλήσουν ιδέες. Ο Κινέζος δεν έχει τίποτα το προτυπολογικό, αντίθετα μελετά τη διάταξη, την κατάσταση, το πεδίο (σινγκ) και το δυναμικό της κατάστασης. Δεν ξεκινά από μια σχηματική νοητική κατάσταση αλλά από το εμπειρικό και το δεδομένο. Η στρατηγική στρέφεται προς το πρόσφορο και το ευνοϊκό. Ο πολεμιστής δεν γεννιέται δειλός ή άνδρείος, απεναντίας το φρόνημα του στρατιώτη είναι επιγενόμενο του δυναμικού της κατάστασης.

 

Ενώ, λοιπόν, οι Ευρωπαίοι θεωρούν την ανδρεία προσόν του εκάστοτε ατόμου, οι Κινέζοι δεν διερωτώνται αν τα στρατεύματά τους είναι δειλά η θαρραλέα. Ο στρατηγός επινοεί τρόπους διά των οποίων θα εξαναγκάσει τα στρατεύματά του να φερθούν με ανδρεία. Το αξίωμα είναι πειστικό: «πρώτα υψώνω, κατόπιν αφαιρώ τη σκάλα». Με άλλα λόγια, αν το στράτευμα έχει οδηγηθεί στο πεδίο της μάχης με στρατηγική αποτελεσματικότητα, οι στρατιώτες είναι αναγκασμένοι να επιδείξουν ανδρεία. Η λεπτότητα αυτής της άποψης μπορεί να συγκριθεί με την Τέχνη του Πολέμου του Μακιαβέλι, με τη διαφορά ότι ο Ιταλός στοχαστής δεν μας δίνει μια σφαιρική άποψη για τη στρατηγική.

 

Παρά την ορθολογικότητά της, η ελληνική σκέψη αναγνώριζε σε κάθε μάχη ένα στοιχείο ανορθολογικό, οπότε στρεφόταν προς τους μάντεις, τους Θεούς, το πεπρωμένο, την ειμαρμένη, την Τύχη, όπως άλλωστε εξέταζε τα εντόσθια των ζώων, το πέταγμα των πουλιών κ.λπ. Αν τα σημάδια ήταν δυσοίωνα, ο στρατός αποσυρόταν από το πεδίο της μάχης. Αντίθετα, ο Σουν Τζου απορρίπτει τη μαντική. Η κατάσταση της σύγκρουσης διαθέτει εσωτερική λογική, οπότε ο Κινέζος δεν νιώθει την ανάγκη να πει «ο Θεός μαζί μας». Η αποτελεσματικότητα μπορεί να κατανοείται με βάση το μέσο και τον σκοπό, αντίθετα στην Κίνα δεν ισχύει το ιδεατό πρότυπο, άρα δεν υφίσταται η έννοια του μέσου που οδηγεί σε πρότυπο. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν σκοποί αλλά περιθώρια ώστε να εκμεταλλευτούμε τις «ροπές» των πραγμάτων. Άλλωστε, είναι εξόχως χαρακτηριστικό ότι ενώ η ελληνική και η ιουδαϊκή σκέψη κατακυριαρχούνται από την έννοια του σκοπού (είδος, τέλος, λήξη στους Έλληνες, εσχατολογία, ο λαός του Θεού καθ' οδόν προς τον Παράδεισο στους Εβραίους), η αρχαία Κίνα ουδέποτε μίλησε για Τελική Κρίση και Αποκάλυψη. Στην κινέζικη σκέψη φαίνεται πως η θεμελιώδης σχέση ισχύει ανάμεσα στις συνθήκες και τις συνέπειες. Στη θέση των σκοπών τίθεται η λογική των ροπών.

 

Ο Κινέζος δεν θέτει έναν σκοπό ή στόχο, καθότι αυτός θα αποτελούσε ένα βάρος το οποίο θα μας εμπόδιζε να κοιτάξουμε με σαφήνεια πώς εξελίσσεται η κατάσταση. Παράδειγμα: αν ο εχθρός καταφθάνει ξεκούραστος, ανάγκη πάσα να τον κουράσουμε. Αν έρχεται χορτάτος, θα πρέπει να τον κάνω να πεινάσει. Αν έρχεται ενωμένος, θα πρέπει να τον διασπάσω. Η στρατηγική, εν προκειμένω, προκαλεί τη μετακύλιση των ευνοϊκών συνθηκών όχι προς τον αντίπαλο αλλά προς εμένα. Έτσι μεταστρέφεται το δυναμικό της κατάστασης.

 

«Η κινέζικη σκέψη ξεκινά από την κατάσταση και όχι από το Εγώ, το "υποκείμενο"». Έτσι, βαθαίνει το χάσμα με την ευρωπαϊκή παράδοση, η οποία, με όλο και μεγαλύτερη σαφήνεια, στο διάβα της ιστορίας της θεμελίωσε τη σκέψη πάνω στον ρόλο και στη σκοπιά του Εγώ, του υποκειμένου – όπως μαρτυρεί στις μέρες μας η ψυχανάλυση, η τελευταία της μεταμόρφωση. Οι Ελληνες στοχάζονταν με βάση το Ον και τον κόσμο. Από τον Αυγουστίνο μέχρι τον Ντεκάρτ, όμως, το εγώ (το ego cogito) ορίστηκε ως σημείο αφετηρίας της φιλοσοφίας. Πλέον μπορούμε να αντικρίσουμε «τη χώρα της αλήθειας» (Χέγκελ). Η ευρωπαϊκή σκέψη, η οποία στοχάζεται πάνω στη βάση του Εγώ, είναι λιγότερο ικανή να συλλάβει την αυτοφυΐα των διαδικασιών, που με τόση νηφαλιότητα ανέδειξαν οι Κινέζοι. Ωστόσο, πάντοτε με πάθος και με ζήλο και πάντοτε σε συνάφεια με το Εγώ υποκείμενο, η ευρωπαϊκή σκέψη συλλαμβάνει αυτό που εμφανίζεται έξαφνα ως το αντίθετο της αυτοφυΐας, το «άρριζο» της Ελευθερίας (η οποία επιβάλλεται ως η μεγάλη ευρωπαϊκή αξία, την οποία η Κίνα στοχάστηκε ελάχιστα).