1. Περί Χώρου: Φθινόπωρο, και οργανώνω (δηλαδή επαναφέρω στο αρχικό και δέονχάος της) τη βιβλιοθήκη μου. Αχανής και ακριβής: έτσι θα ήθελα να είναι. Τα περιττά βιβλία, εάν υπάρχουν τέτοια, να χάνονται μες στον χρόνο, να τα καταβροχθίζει ο χρόνος, να τα πετάει από τα ράφια, να τα εναποθέτει στην αποθήκη των αναμνήσεων. Άλλα βιβλία υποχωρούν στο βάθος, άλλα τα αδράχνω και τα φέρνω σε ένα εφήμερο προσκήνιο. Κάποια μένουν ανέγγιχτα, η θέση τους είναι αμετάβλητη. Πρόκειται για τα βιβλία των φίλων (Ευγένιος Αρανίτσης, Θάνος Σταθόπουλος, Γιάννης Τζώρτζης, Κωστής Παπαγιώργης, Χρήστος Βακαλόπουλος, Ηλίας Λάγιος). Για τα βιβλία Ελλήνων που δεν μπορώ να σταματήσω να διαβάζω μες στις δεκαετίες (Νίκος Καχτίτσης, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Νίκος Καρούζος). Για τα βιβλία των Ες Αεί Ολέθρων (Mάλκολμ Λόουρι, Γκι Ντεμπόρ, Τόμας Πίντσον). Τα άλλα, χιλιάδες, τακτοποιούνται σε σχέση πάντα με αυτές τις τρεις κατηγορίες. Και τα βιβλία της εβδομάδας αναδύονται μέσα από αυτό το μακελειό της τακτοποίησης (ή/και μέσα από την τακτοποίηση του μακελειού). Με πρώτο το πολύ παράξενο μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλλο, Οι χρόνοι του σώματος, (μτφρ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Εστία), ένα μυθιστόρημα που μετατοπίζεται από τον χρόνο στον χώρο και τούμπαλιν προκειμένου να φιλοσοφήσει περί απωλείας, περί πένθους και περί της τέχνης που θέλει να επιμείνει στην απώλεια και στο πένθος.

 

2. Περί Χρόνου: Ο ΝτεΛίλλο λέει: «Ο χρόνος είναι η μόνη αφήγηση που έχει σημασία» (σ. 115). Και τι άλλο είναι η απώλεια και το πένθος, αν όχι χρόνος; Η Λόρεν Χάρτκι, body artist, μια ποιήτρια μέσα από τη σάρκα και την επιβολή της σάρκας στον χρόνο, θέλει να πενθήσει κι έτσι να σώσει τον Ρέι Ρομπλς, σκηνοθέτη/ποιητή που αυτοκτόνησε (ίσον: έχασε τη μάχη με τον χώρο και τον πόλεμο με τον χρόνο). Ο ΝτεΛίλλο συνθέτει φράσεις, αργές αλλά ακριβείς φράσεις που θέλουν να φτάσουν στο μεδούλι των πραγμάτων μεθοδικά, θα έλεγες αβίαστα. Η πτώση ενός συνδετήρα στο πάτωμα, κάτι ασήμαντο, σχεδόν άηχο, ανεπαίσθητο, γίνεται αφορμή για στοχασμό όσο και η πτώση ενός ανθρώπου στην ανυπαρξία. Τα δευτερόλεπτα είναι αιώνες.

Οι λέξεις είναι κάτι που βλέπεις. Οι σκέψεις αποκτούν ένυλη διάσταση. Το σώμα είναι φιλοσοφικό εργαστήρι. «Τότε σκέφτηκε: Πότε, άραγε, αρχίζουν οι άνθρωποι να κοιτιούνται στα μάτια;» (σ. 105). «Τι να σήμαινε, άραγε, η πρώτη φορά που ένα σκεπτόμενο ον κοίταξε βαθιά κάποιο άλλο στα μάτια;» (σ. 106). Και: «Μόνο η γλώσσα των παιδιών πριν τα πάρει ο ύπνος μπορεί να μας λυτρώσει από το δέος και την ντροπή» (σ. 126).

 

3. Περί Χάους: Χαοτική εποχή, χαοτικές αποφάσεις, χαοτικές αποτιμήσεις. Το αδιανόητο έγινε κανόνας. Ανασύρω από τη βιβλιοθήκη το (μάλλον δικαίως) παραπεταμένο μυθιστόρημα Οι μπαλάντες του σκόρδου του Μο Γιαν (μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Καστανιώτη). Ο συγγραφέας, γεννημένος το 1955 στην επαρχία Σαντόνγκ της βορειοανατολικής Κίνας, τιμήθηκε τις προάλλες με το Νομπέλ Λογοτεχνίας, αποσπώντας, μαζί με το βραβείο, κι ένα σωρό πικρόχολα και ειρωνικά σχόλια που θίγουν συνάμα και την κατατεμαχισμένη πια αίγλη του Νομπέλ. Όσο δεν τιμώνται με το εν λόγω βραβείο λογοτέχνες που κατορθώνουν να αλλάζουν άρδην τον τρόπο μας να δεξιωνόμαστε την τέχνη και να ανατέμνουμε τη ζωή, να στοχαζόμαστε τη φθορά και το γλεντοκόπι, τη διασάλευση των αισθήσεων και τη διεύρυνση της συνείδησης, όσο δεν τιμώνται ο Κόρμακ Μακάρθι, ο Μπομπ Ντίλαν, ο Φίλιπ Ροθ και, φυσικά, ο Tόμας Πίντσον, τόσο θα χωλαίνει η τραυματισμένη φερεγγυότητα του Νομπέλ Λογοτεχνίας, τόσο θα νιώθω ότι θάλλει το χάος και επείγει μια (έστω) χαρτογράφηση του χάους. Τέλος πάντων, ας δούμε πώς γράφει ο Μο Γιαν: «Η φαινομενικά ατελείωτη μέρα έφτανε τελικά στο σκοτεινό τέλος της.

Απίθωσε το κεφάλι του στην κουβέρτα κι έκλεισε τα μάτια, απ’ όπου κύλησαν δυο άσκοπα δάκρυα. Αναστέναξε, τόσο σιγανά, που κανείς δεν τον άκουσε, και από τα κενά ανάμεσα στα κάγκελα είδε το θολό περίγραμμα του γερανού ψηλά στον ουρανό, με το κίτρινο μισοφέγγαρο να αιωρείται στην κορυφή του, απαλό κι όμορφο».