Τετάρτη, 4.15 μ.μ., στο γραφείο, διαβάζοντας δελτία Tύπου

«Ο φωτογράφος ζει μεταξύ Αθήνας, Νέας Υόρκης και Λονδίνου» διαβάζω στο δελτίο Τύπου. Μεταφράζω/υποθέτω: Στην πραγματικότητα πήγε στη Νέα Υόρκη πριν από κάποια χρόνια και έχει να πάει τουλάχιστον ένα χρόνο. Toυ πήρε μόνο μερικούς μήνες για να αντιληφθεί πως δεν είχε το ταλέντο/τη θέληση να δουλέψει σκληρά για να κάνει καριέρα στο εξωτερικό, παρά το πελώριο γυαλί ηλίου, το ασύμμετρο τοπ και τη φράντζα. Μετά την επιστροφή του έκανε μια δουλειά γεμάτη αφαιρετικές μοντερνοειδείς βλακείες (που φυσικά ξεχείλιζε από στιλ αλλά δεν είχε ίχνος ψυχής ή ουσίας), τις οποίες πρόλαβε να ξεπατικώσει από κάποιον πραγματικά καλό ξένο δημιουργό. Ακούγομαι κακιά (και εννοείται πως υπάρχουν ένα σωρό άνθρωποι που όντως ζουν μεταξύ Λονδίνου, Αθήνας και Νέας Υόρκης), αλλά είναι κωμικό το πόσο επιθετικά, πεινασμένα και με τι θράσος πουλάνε τον εαυτό τους άνθρωποι-φελλοί στις λεγόμενες «δημιουργικές δουλειές», με άλλοθι την υποτιθέμενή τους επιτυχία στο εξωτερικό («Ήμουν το δεξί χέρι της Αnna Wintour! Το παπάρι του Giles Deacon! Η δίδυμη αδερφή της Katie Grand!») «Δεν θέλω να γράψω αν δεν έχω μια σελίδα όλη δική μου… Ι am from Los Angeles man! Καταλαβαίνεις…» μου έλεγε προχτές ένας ναρκισσευόμενος τύπος, το ταλέντο του οποίου άρχιζε και τελείωνε με το γεγονός πως είχε παλιά τεύχη του «Rolling Stone» δίπλα στη λεκάνη της τουαλέτας του. Κακά τα ψέματα – η πικρή αλήθεια είναι πως, αν όντως κάνεις μια υπέρλαμπρη καριέρα έξω, πολύ πιο δύσκολα γυρνάς πίσω στην Ελλάδα.

Πέμπτη, 11.00 μ.μ., Ακρόπολη, έξω από το μετρό

Χαζεύουμε λίγο το νέο Μουσείο Ακροπόλεως. Κάθε φορά που περνάω είναι όλο και πιο πελώριο – ένα οικοδόμημα από ατσάλι και τσιμέντο που κάνει την υπόλοιπη γειτονιά να μοιάζει με μικρογραφία, και το παλιό μουσείο να θυμίζει τη φωλίτσα του μπαμπά αρκούδου με τα αρκουδάκια του. Περπατάμε ανάμεσα απ’ τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τα σκουπίδια χαζεύοντας την Ακρόπολη –κομμένη στα δυο– πίσω από έναν ευκάλυπτο. Η πεζοδρομημένη Διονυσίου Αρεοπαγίτου είναι γεμάτη με παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Μιλάμε περί ανέμων και υδάτων όταν ακούμε το θόρυβο ενός Πεζό που τρέχει φουλαριστό προς το μέρος μας. Ο οδηγός δεν κόβει ταχύτητα επειδή βλέπει πεζούς· αντίθετα, γκαζώνει. Πεταγόμαστε και οι δυο σαν ελατήρια – κάνουμε στην άκρη να μην μας πατήσει. «Το μαλάκα!» μονολογώ, μέχρι που περνάει άλλο ένα αυτοκίνητο κι άλλο ένα κι άλλο ένα – όλα τρέχοντας στον «πεζόδρομο». Αισθάνομαι προς στιγμήν σαν να έχω βγει φωνάζοντας με μια ντουντούκα « Έι, ψιτ, κύριος! Εσείς, με το Σιτροέν! Θέλω πολύ ν’ αυτοκτονήσω! Θα με βοηθήσετε, σας παρακαλώ;» Στο βάθος βλέπουμε τους Στύλους του Ολυμπίου Διός και την προτομή της Μελίνας· έχει ωραία νύχτα – γλυκιά και φωτεινή. Θα ’πρεπε να είναι ειδυλλιακά – μόνο που η Αθήνα δεν είναι σχεδόν ποτέ ειδυλλιακή αν είσαι πεζός σε πεζόδρομο.