Σαββατο, 11:30 μ.μ., Αττικόν

Σήμερα είναι η βραδιά του μεγάλου ματς Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός. Όπως έχουμε κάτσει με την Κατερίνα στο Αττικόν, αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι πιο γυναικείο από αυτό που κάνουμε: να βλέπουμε ταινία του Γούντι Άλεν, περιτριγυρισμένες από άλλες γυναίκες, καθισμένες σε κόκκινα βελούδινα καθίσματα. Μια από τις λίγες εξαιρέσεις είναι ο γεροντομποέμ κύριος δίπλα μας με τα άσπρα μαλλιά, το ροζ πουκάμισο, το τζιν μπουφάν και παντελόνι, που μας μιλάει συνέχεια, ακόμα και την ώρα των διαφημίσεων. Στο διάλειμμα που φεύγει η φίλη του μιλάμε με την Κατερίνα για κάτι γνωστούς μας που χωρίζουν όταν πετάγεται γι' άλλη μια φορά. «Ναι, αλλά οι άντρες είναι προγραμματισμένοι να είναι άπιστοι, δεν είναι το ίδιο με τις γυναίκες. Είναι στο γονίδιό τους». «Α, μάλιστα», του λέει η Κατερίνα και χαμογελάει. Συνεχίζουμε να μιλάμε ακάθεκτες. «Τι, δεν με πιστεύετε;». Άντε πάλι, σκέφτομαι. «Η απιστία δεν είναι ωραίο πράγμα». προσθέτω εγώ με διδακτικό τόνο (πφφφ). «Συγγνώμη, μιλάμε για δυο ανθρώπους που είναι παντρεμένοι 5 χρόνια τώρα», προσθέτει η Κατερίνα. «Α, εγώ δεν ξέρω από αυτά, 5 μήνες έμεινα παντρεμένος», απαντάει.«Μμμμ, γιατί άραγε;», του λέω και του χαμογελάω γλυκά. Ακολουθεί κήρυγμα για το πώς ο άντρας είναι ένα ρωμαλέο ον των σπηλαίων, που πρέπει να αφήσει τον ζουμερό του καρπό δεξιά κι αριστερά για να φυτρώσουν χιλιάδες μικροί πολεμιστές που θα παίζουν μαζί του μπάλα. Υπο άλλες συνθήκες τωρα θα έκανα πάρτι ειρωνείας, αλλά βαριέμαι. Δεν χρειάζεται εξάλλου, με το που γυρνάει η φίλη του ζαρώνει στη θέση του.

Κυριακή, 04:30 μ.μ., Ομόνοια

Περπατάμε στο κέντρο. Θυμάμαι που πριν από μερικά χρόνια η Ομόνοια ήταν η επικίνδυνη περιοχή της πόλης και σιγά-σιγά όλο και περισσότερες γειτονιές έγιναν επικίνδυνες - το γκέτο απλώθηκε σαν το χταπόδι. Ανηφορίζω τη Σταδίου και μετράω άστεγους ή ανθρώπους που ζητιανεύουν στη Σταδίου - δώδεκα. Στη γειτονιά μας υπάρχει πάντα ένας άστεγος που ζητιανεύει μεταξύ του ζαχαροπλαστείου Αγαπητός και του Τζόκερς -είναι ψηλός και ξανθός με μούσια- τα βράδια κοιμάται σε ένα σλίπινγκ μπαγκ στην αρχή της οδού Κολοκοτρώνη. Θέλω να του μιλήσω, αλλά δεν ξέρω τι να του πω.

Δευτέρα, 8:00 μ.μ., στη στάση του προαστιακού

Περιμένω να έρθει ο προαστιακός, στην Παλλήνη. Δεν εχω ξανάρθει σε αυτήν τη στάση. Κοιτάω τα αυτοκίνητα που περνάνε δεξιά κι αριστερά και εχώ βάλει τα χέρια μου στις τσέπες γιατι κρυώνω, όταν βλέπω μια παλιά γνωστή μου. Μπαίνουμε μαζί στο βαγόνι, κάθεται απέναντί μου. Εγώ κοιτάω λίγο απ' έξω - μου αρέσει πάντα να κοιτάω το τοπίο στα Μεσόγεια: οι ελιές και τα αμπέλια μού θυμίζουν πάντα ότι είμαι στην Αττική. Μ' έχει πιάσει αμηχανία, δεν είμαι σίγουρη ότι έχω κάτι να της πω. Μου λέει ότι δεν έβρισκε δουλειά με τίποτα και έτσι έχει πιασει δουλειά ως πωλήτρια σε μαγαζί ρούχων. «Εσύ έχεις ασφάλιση;», με ρωτάει. «Ναι». «Αντε!», μου λέει λίγο έκπληκτη, λίγο στενοχωρημένη. «Εγώ τίποτα. Κανείς δεν μου δίνει ασφάλιση. Τον προηγούμενο μήνα δουλέψα αρκετά, οπότε κάπως τα κατάφερα, αλλά τώρα δεν ξέρω. Ελπίζω να φτιάξουν τα πράγματα και να έχουμε δουλειά τον επόμενο μήνα». Τουλάχιστον έχει ήλιο έξω, σκέφτομαι, είναι το μόνο πραγμα που με αποζημιώνει πλέον στην Αθήνα.

ΥΓ.: Έχω ακούσει πλέον καμιά εικοσαριά φορές την ατάκα «φέτος τον χειμώνα θα τον περάσουμε μέσα. Θα μαγειρεύουμε και θα βλέπουμε ταινίες». Κανείς δεν έχει χρήματα πλέον, ούτε καν στις φαντασιώσεις του. Φέτος, λοιπόν, θα είμαστε όλοι θεόχοντρα βαρελάκια που θα σέρνονται από καναπέ σε καναπέ τυλιγμένα με κουβέρτες.