Τετάρτη, 8:20 μ.μ. τρόλεϊ Νο 11, στην οδό Αρδηττού.

Ένας κύριος σηκώνεται για να κάτσει μια Φιλιππινέζα με το παιδάκι της. Δίπλα του ακριβώς αγκαλιά με το κίτρινο κουτί της επικύρωσης των εισιτηρίων είναι δυο κοπέλες γύρω στα 20, που τον κοιτάνε πρώτα με απορία και μετά κοροϊδευτικά. «Συγγνώμη, τώρα αυτός σηκώθηκε για να κάτσει η Φιλιππινέζα;», ψιθυρίζει η μία στην άλλη και αρχίζουν να γελάνε (χοχοχοχο, με πόνεσε η κοιλιά μου από τα γέλια). Τις κοιτάω: είναι και οι δυο κοντές με βαμμένα μαλλιά, τα νύχια τους είναι βαμμένα σε δυο αποχρώσεις, γκρι με μπλε γκλίτερ τελείωμα και αστράκια.

Πέμπτη, 10:30 μ.μ., τρόλεϊ Νο 3, Αμπελόκηποι

Πάω στη δουλειά, όταν ανεβαίνει πάλι εκείνος ο τύπος που ζητιανεύει συχνά-πυκνά σε αυτήν τη γραμμή. Είναι μαυριδερός με μια ανατριχιαστική, λεπτή φωνή. «Μπορώ να σας απασχολήσω; Θέλω μια μικρή βοήθεια», λέει μάλλον απειλητικά ξανά και ξανά, κολλώντας τη μούρη του όσο πιο κοντά γίνεται στα πρόσωπα των επιβατών. Στο ύψος της πλατείας Μαβίλη μια ξανθιά κυρία που κάθεται ακριβώς μπροστά μου του δίνει κάτι, δεν προσέχω τι -ακούω μουσική και χαζεύω μια εικονίτσα της Παναγίας που κρέμεται πάνω από το κάθισμα του οδηγού- μέχρι που ακούω φωνές. «Εγώ δεν έχω να φάω κι εσύ μου δίνεις είκοσι λεπτά; Είκοσι λεπτά; Ανάθεμα τη μέρα που γεννήθηκες. Θα φροντίσω να γίνει η τελευταία σου», της σφυρίζει και μετά αρχίζει να βαράει το χέρι του ξανά και ξανά δυνατά στο τζάμι δίπλα της.

Κυριακή απόγευμα, λεωφορείο 550

Καμιά φορά τις Κυριακές τα απογεύματα κατεβαίνω σπίτι μου από το πατρικό μου με το λεωφορείο. Σήμερα δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου από την κούραση - έχω περάσει την εβδομάδα της κολάσεως. Σωριάζομαι στη θέση μου και κοιτάω με αφηρημένο βλέμμα τον ουρανό που είναι γκρίζος κι άραχλος, στα πόδια μου εχω δυο σάκους με καθαρά ρούχα, φρούτα («από το χωριό») και τάπερ - έξω έχει ακόμα ζέστη. Προσεύχομαι να μη με πάρει ο ύπνος. Μια φορά είχα αποκοιμηθεί στον ηλεκτρικό βράδυ κι όταν έφτασα στο τέρμα με ξύπνησαν κάτι παιδάκια φωνάζοντας πολύ δυνατά «μπου»στο αυτί μου. Εγώ κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό από την τρομάρα μου, ενώ αυτά γελάγανε γάργαρα κι ευτυχισμένα έξω από το βαγόνι αγκαλιά με ένα βουκολικό τόπι. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο τα κυριακάτικα απογεύματα αυτή η γραμμή, εκτός από μαθητές, κυρίες με κουρασμένο βλέμμα που σχόλασαν από τη βάρδιά τους και μετανάστες, έχει κατά 70% ηλικιωμένους. Αποφασίζω ότι σήμερα δεν θα σηκωθώ για κανέναν γέρο - μια ζωή μόνο εγώ σηκώνομαι, είμαι κουρασμένη και κουβαλάω δυο σάκους με ρούχα. Φτάνει πια. Ήταν να μην το σκεφτώ. Τόσους ηλικιωμένους έχω να δω μαζεμένους από σύναξη ΚΑΠΗ. Στο ύψος του Ζηρινείου μπαίνει σκατόψυχος γέρος με γυαλιά κουκουβάγιας που βρίζει κυρία ώστε να σηκωθεί και να καθίσει εκείνος, μετά ένα τσούρμο από κοτσονάτες γιαγιάδες (δεν έχουν ανάγκη αυτές) και τέλος 85χρονη κυρία με μπαστούνι που πηγαίνει διπλωμένη στα δυο στον διάδρομο για να μη σωριαστεί. Εκεί λυγίζω. Αρχίζω να σκέφτομαι «μα, πώς τους αφήνουν και βγαίνουν αυτούς τους ανθρώπους; / όχι σε λεωφορείο δεν θα 'πρεπε να μπαίνει, ούτε από το σπίτι της δεν θα 'πρεπε να βγαίνει / μα, δεν έχει έναν άνθρωπο να τη φροντίσει; Ειλικρινά, θα ήθελα να μη με νοιάζει αν θα γκρεμοτσακιστεί, αλλά με νοιάζει κι έτσι σηκώνομαι αγκαλιά με τους σάκους μου για να κάτσει. Σκέφτομαι ότι έχω γίνει κι εγώ σαν αυτούς τους ανθρώπους που κορόιδευα, έχω κάνει παντιέρα την κούρασή μου όπως κάτι νευρωτικές που περιφέρονται σαν τα ζόμπι καπνίζοντας και μιλώντας στο κινητό τους όλες τις ώρες της μέρας κι επαναλαμβάνοντας το μότο «Δεν ξέρεις πόσο κουρασμένη / εξαντλημένη είμαι». Όταν πια φτάνω στο Σύνταγμα, περπατώντας ανάμεσα σε βουνά σκουπιδιών και πατημένες τσίχλες κολλημένες στα σπασμένα πεζοδρόμια, σκέφτομαι πως τον τελευταίο καιρό η Αθήνα μοιάζει πιο μίζερη και βαριά από ποτέ - ίσως γιατί είμαστε όλοι μας πιο αγριεμένοι και πιεσμένοι από ποτέ.