Τον είχαμε χάσει, αλλά τον βρήκαμε. Εννοούμε τον Μητσικώστα που εδέησε -μετά την περσινή άδειά του- να επιστρέψει στον κωμικό στίβο. Όταν κάτι μας αρέσει, αρχίζουμε να το περιεργαζόμαστε σαν τα παιδιά που χαλάνε τα παιχνίδια τους προσπαθώντας να τα καταλάβουν. Πώς λειτουργεί λοιπόν το παιχνίδι-Μητσικώστας; Μίμος εξ ορισμού, απουσιάζει από το εγώ του για να φτιάξει αντίγραφα. Τώρα είμαι ο Καραμανλής, τώρα ο Γιωργάκης, τώρα ο Αλέφαντος. Το εξωτερικό μασκάρεμα δεν είναι δύσκολη υπόθεση. Τα ρούχα βοηθάνε, οι περούκες, τα μουστάκια, οι κινήσεις. Όλοι μπορούμε να γίνουμε μασκαράδες. Αν η μετάλλαξη έμενε μόνο στη μάσκα, το γέλιο θα ήτανε φτηνό. Ακριβαίνει όμως διότι ο μίμος καταφέρνει το ακατόρθωτο. «Κλέβει» τη φωνή του άλλου, ληστεύει την ανάσα του, πλαστογραφεί αυτό που θεωρούμε αναφαίρετο ίδιον του κάθε προσώπου. Δεν τον αντιγράφει εξωτερικά, τον ξεπατικώνει εσωτερικά, σάμπως να έσπασε τον κώδικα του άλλου και θρονιάστηκε γελαστός στην ψυχή του. Ειδικά όταν το μασκάρεμα δεν επιτυγχάνει, αλλά η απομίμηση της φωνής και του τρόπου κάνουν διάνα (δηλαδή Αρτέμιδα...), το ατελές του ενός πόλου ενισχύει την τελειότητα του άλλου. Επίσης, η προφανής προχειρότητα των μιμήσεών του, αντί να μειώνει το όλο κόλπο, το ανυψώνει - ποτέ η αξία δεν φοβάται τα κουρέλια.