Πριν από μερικά χρόνια η Ναταλία Τσαλίκη έκανε τη δική της κίνηση στο θέατρο. Παρουσίασε το εξαιρετικό έργο του Μάρτιν μακ Ντόνα «Η βασίλισσα της ομορφιάς» σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη. Συνέχισε με τον «Γυάλινο Κόσμο» σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου, μια παράσταση που παίχτηκε για δυο σαιζόν και φέτος ετοιμάζεται για το καινούργιο της βήμα. Αύριο κάνει πρεμιέρα στο Θέατρο Τέχνης με το έργο του Σάμιουελ Μπέκετ «Ευτυχισμένες μέρες».

 

Συναντηθήκαμε για να μιλήσουμε με αυτή την ευκαιρία, πρώτη φορά, στα περισσότερα από είκοσι χρόνια που γνωριζόμαστε. Και η συζήτηση ξεμάκρυνε πολλές φορές από το θέμα μας. Τη μεταφέρω με μεγάλη χαρά.

 

 

Με τον Γιάννη (Μπέζο) έχετε αποφασίσει να δουλεύετε χωριστά;

Με τον Γιάννη έχουμε δουλέψει πολύ και καλά. Επιθυμούμε πάντα να δουλεύουμε μαζί και αυτό μας χαροποιεί γιατί ο ένας εκτιμά πολύ την οπτική του άλλου. Από ένα σημείο και μετά ο καθένας αισθάνθηκε την άνεση και την ελευθερία να ακολουθήσει τις δικές του προσωπικές ανάγκες. Δε συμπίπτουν πάντα οι ανάγκες με το σύντροφό σου, όσο και αν ταιριάζεις. Και έχουμε περίπου καταλήξει μετά από τόσα χρόνια, -μια ζωή- να ξεχωρίζουμε κάποια πράγματα. Αυτό δεν είναι καθαρό, ούτε εύκολο εξαρχής. Εμένα, όλο αυτό το διάστημα, η καρδιά μου με οδηγούσε σε μονοπάτια πιο εσωστρεφή, πιο εσωτερικά, εξ ου και ο Μακ Ντόνα, ο Ουίλλιαμς και τώρα ο Μπέκετ.

 

Πως διάλεξες αυτό το έργο;

Έχω μια μυστηριώδη σχέση με τους συγγραφείς και τα βιβλία. Όταν φτάνει η εποχή να βρω έργο, λειτουργώ με όλες τις κεραίες μου ανοιχτές και πολλές φορές το ένστικτο με οδηγεί να επιλέγω ανεξαρτήτως αξίας.

 

Δηλαδή;

Διάβαζα επί ένα χρόνο έργα. Διάβαζα σύγχρονα, παλιά, ρεπερτορίου, δε μου έκανε κανένα. Όχι επειδή δεν είχαν αξία. Όλο αυτό είχε να κάνει με εμένα, με τη στιγμή μου, το θέλω μου, τα ζητούμενό μου, με τον περίγυρό μου κοινωνικά, με τον κύκλο μου τον στενότερο και τον ευρύτερο. Με το που διάβασα τις «ευτυχισμένες μέρες», -που δεν τις έχω δει ποτέ στο θέατρο και το είχα διαβάσει πολλά χρόνια πριν- μου μίλησε κατευθείαν. Το διάβασα με την καρδιά. Δεν το κατανόησα με το μυαλό αλλά με την καρδιά, εκεί που πιστεύω ότι απευθύνεται η τέχνη. Την τέχνη την αντιλαμβάνεσαι με την καρδιά. Με συγκίνησε βαθύτατα και είπα «εδώ είμαστε». Βέβαια από εκεί και πέρα συνειδητοποίησα την δυσκολία του πράγματος, το βάθος στο οποίο καλούμαι να μπω, πόσο τρομακτικές δυσκολίες και θεωρητικές και πρακτικές έχει αυτό το πράγμα, αλλά εγώ λόγω χαρακτήρα έλκομαι από τα πράγματα που είναι πάνω από μένα, πάνω από αυτά που μπορώ να κάνω. Να γίνω αυτό που δε μπορώ.

 

 

Αυτή η ανάγκη πως προκύπτει;

Ετσι έχω μάθει από μικρή. Δε μπορώ να το εξηγήσω γιατί λειτουργώ έτσι. Ισως γιατί πέρασα αυτές τις δυσκολίες στην παιδική και την εφηβική μου ηλικία. Δεν είχα συναισθηματική ασφάλεια, είχα προβλήματα και είχα δαίμονες μέσα μου.

 

Αυτά τα δημιουργούσε ένα σπίτι ανασφαλές;

Στο σπίτι μου, ενώ ήταν σε εισαγωγικά ασφαλές και οικονομικά ασφαλές υπήρχε αγάπη αλλά όχι η αγάπη. όπως την ήθελα εγώ. Οι γονείς μου δεν ήταν πολύ δεμένοι, ο πατέρας μου όλο ταξίδευε, είμασταν τρεις αδερφές και εγώ ένοιωθα ανασφάλεια γιατί ενώ ήμουνα η αδυναμία του πατέρα μου εκείνος έλειπε, η μητέρα μου δε μου έδινε την αγάπη που εγώ ήθελα. Ετσι αισθανόμουν συνέχεια στον αέρα. Οτι έπρεπε να αντλήσω δύναμη από μέσα μου. Αυτό το να μην πατάω γερά στα πόδια μου, να είμαι σε μια ασταθή οικογένεια που ήταν στο όριο του να διαλυθεί να μη διαλυθεί συνέχεια με βασάνισε πολύ. Μέχρι που στα 18 μου είπα «Ναταλία τέρμα, είσαι εσύ, άσε την οικογένεια». Λοιπόν όλο αυτό μου δημιούργησε μια ανάγκη να βρω δύναμη, άλλες σταθερές και αυτή τη δύναμη αναγκάστηκα να την αντλήσω από μέσα μου χωρίς να είναι συνειδητό αυτό. Από ανάγκη το έκανα, από επιβίωση.

 

Αυτό πως επηρέασε το χαρακτήρα σου;

Τον επηρέασε τρομακτικά. Με έκανε στην αρχή να κλειστώ, να δυσκολευτώ -ενώ ως παιδί ήμουνα πολύ εξωστρεφής,- μέχρι να πάρω την απόφαση να πάρω μια βαθιά ανάσα και την επιθυμία να ανοιχτώ.

 

Η εικόνα σου είναι αυτή ενός ανθρώπου αυστηρού, οργανωμένου, εσωστρεφούς. Σωστά;

 

Δεν είναι αυτή η σωστή αυτή η εικόνα. Έτσι μεγάλωσα. Η ζωή με έκανε να είμαι πολύ συγκροτημένη. Να έχει η λογική τον πρώτο ρόλο. Υπήρξα για πολλά χρόνια εγκεφαλική και κάθε πράγμα έπρεπε να το τακτοποιώ στο κουτί του. Κάποια στιγμή πήρα τη μεγάλη απόφαση να ξανακάνω αυτό το ταξίδι και να επανεφεύρω την παιδικότητά μου. Και μετά ανοίχτηκα. Όλη αυτή η εργασία έγινε γρήγορα και πιεσμένα, όπως γίνονται υπό πίεση πολλά και σημαντικά και αποδοτικά πράγματα στη ζωή μας.

 

Και τι επίπτωση είχε όλη αυτή η διαδρομή και στη ζωή και στην τέχνη σου;

Ο Γιάννης είναι ένας άνθρωπος που με επηρέασε βαθιά γιατί είναι ανοιχτός. Δεν εννοώ ότι αγαπάμε όλο τον κόσμο χωρίς λόγο, εννοώ ότι είναι διαθέσιμος να ακούσει, να δεχτεί, να αλλάξει ιδέες. Νομίζω αυτό ήταν το πιο σημαντικό στοιχείο της σχέσης μας, το ότι ο ένας βοήθησε τον άλλο να ανοιχτεί σε διάθεση, να πάει μπροστά να καλυτερέψει, να γίνει πιο επιεικής με τους ανθρώπους. Να εστιάζεις στα καλά και στα προτερήματά του και να τον «αναγκάζεις» να βγάζει τον καλύτερό του εαυτό.

Το ίδιο συμβαίνει και όταν ανεβαίνεις στη σκηνή. Δε μπορεί να ανέβεις χωρίς να έχεις κάνει τη διαδρομή, γιατί η σκηνή δεν κοροϊδεύει, η σκηνή είναι μια ακτινογραφία και εσύ είσαι διαφανής. Δε μπορείς να κοροϊδέψεις όσο καλή τεχνική και να έχεις, όσο τεράστιο και αν είναι το κείμενο πίσω από το οποίο κρύβεσαι, γιατί κρύβεσαι, δυστυχώς. Εαν δε είσαι εσύ και ο εαυτός σου, χωρίς ασπίδα απέναντι στο θεατή, δε μπορείς να τον ξεγελάσεις. Δε μπορείς να έχεις διάρκεια, δε μπορείς να προχωρήσεις.

 

Πως αντιμετωπίζεις αυτό το ρόλο φέτος;

Δεν ξέρω τι έχω καταφέρει φέτος. Εγώ δεν έχω κοιτάξει ποτέ, ποιος έπαιξε το ρόλο, τι έκανε. Ομολογώ, δε με απασχολεί ποτέ. Δεν υπάρχει ο ρόλος και το λέω ακραία. Υπάρχεις εσύ που παίρνεις αγκαλιά το ρόλο ή τον κουβαλάς στην πλάτη σου και είναι η πρόφαση για να επικοινωνήσεις με το κοινό, για να του πεις έλα να δεις. Να του πεις έχω τη γενναιότητα, αλλά έχω και τις αδυναμίες μου, τα ελαττώματά μου, τις ρωγμές μου, τα προβλήματα που κουβαλάω, τις εμπειρίες μου, τις μοναξιές μου. Να λες στο άλλο «έλα να μου ανοιχτείς κι εσύ». Αυτό είναι το θέατρο για μένα.

 

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος εγκλωβισμός που έχεις νοιώσει;

Ο μεγαλύτερος εγκλωβισμός μου, ήταν μια περίοδος κατάθλιψης που πέρασα όταν συνειδητοποίησα ότι έδινα πιο πολλά στην οικογένειά μου παρά σε μένα. Αυτός είναι ένας κίνδυνος που μπορεί να περάσει κάθε γυναίκα όταν χάνει την ισορροπία της. Νοιώθει ότι είναι τόσα πολλά αυτά που της ζητά η οικογένειά της εκεί χάνεται το μέτρο. Εκεί χτύπησε το καμπανάκι της αυτοσυντήρησής μου που είναι πολύ έντονο γιατί θυμήθηκε παλιές καταστάσεις, έπαθα μια κατάθλιψη που κράτησε τρία χρόνια , η οποία τελικά μου έκανε πολύ καλό, την ξεπέρασα και συνειδητοποίησα ότι δε μπορείς να προσφέρεις τίποτα να δεν είσαι υγιής. Ούτε στο παιδί σου, ούτε στη δουλειά σου αν δεν είσαι θωρακισμένος, δεν έχεις δύναμη και δεν αγαπάς τον εαυτό σου.

 

Το συμπέρασμα;

Οτι η ζωή θέλει δύναμη, θάρρος και σκέψη. Η ζωή είναι δύσκολο σπορ. Ποτέ δε σταματάς να μαθαίνεις να παλεύεις και όσο μεγαλώνεις πρέπει να μάθεις να αφαιρείς, να ξεφορτώνεσαι το περιττό. Είμαστε σε μια διαρκή απορία. Ούτε η ζωή ούτε η τέχνη δίνουν απαντήσεις. Μόνο ερωτηματικά. Είναι αφοπλιστικό αυτό, αλλά και μάθημα ζωής.

Ο Μπέκετ μου δημιούργησε περισσότερα ερωτηματικά. Προσπαθώντας να πλησιάσω το πνεύμα του, όχι να τον κατανοήσω.

 

Ζούμε σε μια κοινωνία που τα ξέρει όλα;

Νομίζω ότι οφείλουμε να σταματήσουμε να δίνουμε απαντήσεις και να αναρωτηθούμε. Νια απορήσουμε, να σκεφτούμε πόσο εντάξει είμαστε και σε ποιο βαθμό έχουμε λύσει τα θέματά μας. Γιαυτό αισθάνομαι τυχερή. Eίμαι σε αυτό το επάγγελμα που μου επιτρέπει να βάζω συνεχώς ερωτήματα. Όσο περισσότερα βάζω, τόσο πιο ασφαλής νοιώθω. Γιατί όταν δε θέλεις να αντιμετωπίσεις τα μεγάλα θέματα της ζωής, τη μοίρα, το θάνατο, τη μοναξιά το χρόνο αναγκάζεσαι να ακουμπάς σε πράγματα που δεν είσαι εσύ, δεν είναι δικά σου, είναι εξωτερικά και λειτουργούν σαν μια πανοπλία και στο τέλος δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Μόνο αν αποδεχτείς βαθιά έρχονται οι απαντήσεις.

 

Έχεις φανταστεί τη Γουίνι;

Δεν υπάρχει Γουίνι , δεν υπάρχει κανένας ρόλος. Όλα αυτά τα στοιχεία, καλά, κακά δύστροπα, όλα είναι μέσα μας και σημασία έχει τι προβάλλουμε. Εγώ θέλω να πω στον θεατή, στον πρωταγωνιστή του θεάτρου, «έλα μαζί μου να ανακαλύψουμε τι λέει αυτός ο άνθρωπος».

Επειδή ο θεατής έρχεται και περιμένει να του πεις κάτι. Και όχι να του κάνεις τον ξερόλα. Είναι ασήκωτο βάρος να τα ξέρεις όλα. Αλλιώς γιατί χάνει την ώρα του και τα λεφτουδάκια του;

 

Είναι μια συνειδητή επιλογή σου να δουλεύεις με νεότερους ανθρώπους; Πέρσι ήταν η Κατερίνα Ευαγγελάτου, φέτος είναι η Λίνα Ζαρκαδούλα.

 

Νοιώθω μεγαλύτερη έλξη και συγγένεια όταν δουλεύω με ανθρώπους με τους οποίους μπορώ να συνεργαστώ σε όλα τα επίπεδα. Το να έχω έναν φιρμάτο σκηνοθέτη δε μου λέει τίποτα.

Θα ήθελα να πω κάτι για εμάς σε σχέση με τους νέους, μπορώ;

Αυτό που καταλαβαίνω ότι συμβαίνει σήμερα είναι ότι κατσικωθήκαμε εδώ πέρα και δε λέμε να φύγουμε. Νοιώθω ότι τους νέους τους έχουμε φιμώσει. Πρέπει επιτέλους να αφήσουμε τη ζωή στους νέους, να τους αφήσουμε ελεύθερους να μάθουν γράμματα, να έχουμε ανοιχτά σχολεία και πανεπιστήμια, να αφήσουμε πίσω μας όλες αυτές τις αρρώστιες των παιδικών χρόνων, για να μάθουν, -γιατί αυτό ποθούν- και να τους αφήσουμε να μας δείξουν το δρόμο. Δε μπορούμε να καθοδηγούμε τους νέους σε ένα δρόμο που εμείς τα κάναμε μούσκεμα. Δε μπορεί να συνεχίσουμε να τους πατρονάρουμε με οποιαδήποτε μορφή, είτε με αυτή του γονιού , είτε του δασκάλου είτε της εκκλησίας, είτε του κομματάρχη σε ένα δρόμο στον οποίο αποτύχαμε. Δεν αφήνουμε κανένα νέο να αναπνεύσει. Αν λοιπόν περιμένουμε να έρθει ένα μέλλον σε αυτή τη χώρα πρέπει να αφήσουμε τους νέους να αναλάβουν την ευθύνη, να πάρουν την ευκαιρία.

 

 

Ποιός είναι ο πιο εύκολος δρόμος σήμερα;

Το να επιτίθεσαι. Αυτή είναι η τάση.

 

Ο δρόμος που αναγνωρίζεις μέσα από τον Μπέκετ;

Είναι αυτός, ο οποίος βοηθάει τον άνθρωπο να εστιάσει. Ο Μπέκετ σαν μεγάλος φιλόσοφος, αποφεύγει τις γύρω μουτζούρες, τα γεγονότα, τις πλοκές και όλο αυτό τον περίγυρο, τον σκηνικό διάκοσμο τα επεισόδια και επικεντρώνεται αλλού.

Εστιάζει σε αυτό με το οποίο γεννιέσαι και το οποίο πεθαίνεις. Στον εαυτό σου. Στα ερωτήματά σου.

 

Ποια είναι η φράση που σε αναστατώνει πολύ στο έργο;

 

Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.

 

*****