Σε αυτήν τη σκοτεινή εποχή, την ώρα που πολλοί από μας αισθάνονται θύματα ενός ακήρυχτου αλλά ανελέητου πολέμου, η ομηρική Ιλιάδα, όπως την απέδωσε σκηνικά ο Στάθης Λιβαθινός, αποτελεί μια γενναία πολιτική πράξη – που απαντά με τον τρόπο της τόσο στον εθνικιστικό υπόκοσμο της Χρυσής Αυγής όσο και στις ύποπτες (τουλάχιστον τη δεδομένη στιγμή) αποστροφές διάφορων «προοδευτικών», μεταξύ άλλων, για τα αρχαία ελληνικά ως «νεκρή γλώσσα».

 

Η Ιλιάδα του Στάθη Λιβαθινού ανήκει στις παραστάσεις που συνδιαλέγονται άμεσα με το κοινωνικοπολιτικό «context» και δεν είναι δυνατό να κριθούν ερήμην του. Προκαλεί –λόγω ιστορικής στιγμής, αν θέλετε– εσωτερικές δονήσεις που ακυρώνουν με πάταγο στρεβλές βεβαιότητες αμαθών και ημιμαθών και αλαζονικές απόψεις κάθε λογής «σχετικών» και «ειδικών» – των κριτικών συμπεριλαμβανομένων (όσων τουλάχιστον εξέφρασαν αντιρρήσεις για τη μία σκηνοθετική επιλογή ή την άλλη).

 

Εξηγούμαι: όταν η σχέση μας με τον θεμέλιο λίθο του ελληνικού πολιτισμού (και της παγκόσμιας λογοτεχνίας), τα ομηρικά έπη, περιορίζεται στην προβληματική διδασκαλία τους στο γυμνάσιο και σε χαλαρά συνδεδεμένες με τα πρωτότυπα κείμενα καλλιτεχνικές μορφές, όπως η χολιγουντιανή ταινία με τον Μπραντ Πιτ (Troy, 2004) και η οπτική (δηλαδή υπεράνω του λόγου) περσινή σκηνική εκδοχή της Οδύσσειας του Γουίλσον στο Εθνικό Θέατρο, ένα εγχείρημα που διερευνά τη σχέση της αρχαίας τέχνης του ραψωδού με τη σύγχρονη σκηνική αφήγηση και καταφέρνει να αποδείξει την ανυπέρβλητη και ανεξάντλητη αξία του ομηρικού έπους, δεν μπορεί να κριθεί ως «μία ακόμα παράσταση». Όταν διάφοροι μιλούν για εθνική ταυτότητα, όταν ο πατριωτισμός συνδέεται με τον ναζισμό, όταν η αρχαία ελληνική χαρακτηρίζεται από «αριστερούς» σταρ των μίντια «νεκρή», τότε δεν μπορείς να περιορίζεις την κριτική σου σε σχόλια για τη σκηνοθετική σύλληψη και τις ερμηνείες των ηθοποιών.

 

Είδα, για δεύτερη φορά, την τελευταία φθινοπωρινή παράσταση της Ιλιάδας στην Πειραιώς 260. Είχε προηγηθεί, λίγες μέρες πριν, η δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Στην πρώτη σειρά καθόταν ο Δ.Ν. Μαρωνίτης, ο σεβαστός δάσκαλος για τον οποίο η απόδοση των ομηρικών επών στη νέα ελληνική υπήρξε έργο ζωής, στύλος ακλόνητος των ανθρώπινων αξιών που βλέπουμε άφωνοι να καταρρέουν μέρα με τη μέρα. Η αξία της προσφοράς του δεν χρειάζεται διαφήμιση – αρκεί να πιάσεις στα χέρια σου το βιβλίο και ν' αρχίσεις να το διαβάζεις (εκδ. Άγρα). Αν, τώρα, ανακαλέσεις την ιστορία της ζωής του και θυμηθείς τι πέρασε στα χρόνια της χούντας, η παρουσία του στο θέατρο ενέτεινε φυσικώ τω τρόπω την πολιτική διάσταση της σκηνικής πράξης.

 

Η Ιλιάδα του Λιβαθινού επιβεβαιώνει, μεταξύ άλλων, τους Γερμανούς ρομαντικούς που υποστήριξαν ότι δεν υπάρχει πιο ασφαλής τρόπος για να κατανοήσεις την πραγματικότητα στην απροσπέλαστη περιπλοκότητά της από την καταφυγή στους μύθους – «... διότι οι μύθοι ενσωματώνουν το ανείπωτο, κλείνουν μέσα τους το σκοτεινό, το παράλογο, το άφατο», όπως γράφει ο Isaiah Berlin, και αποτρέπουν τις απλοϊκές ερμηνείες και τη στεγνή, μονοσήμαντη ηθικολογία. Οι ήρωες, ας πούμε, στην Ιλιάδα, με πλέον χαρακτηριστικές τις περιπτώσεις του Αγαμέμνονα και του Αχιλλέα, πολύ απέχουν από το να είναι άνθρωποι ανώτερου χαρακτήρα και αξιών. Όπως σωστά είπε ο σκηνοθέτης, είναι αξιολύπητοι, τραγικοί και ταυτόχρονα μεγαλειώδεις.

 

Πολλά έχουν γραφτεί, και θα μπορούσε να πει κανείς, για την ηθική των ομηρικών ηρώων. Εδώ ας αρκεστώ μόνο στο ότι οι υπερβάσεις τους βρίσκονται πάντα σε αναφορά με τις αδυναμίες τους και συνδέονται άμεσα με τη συγκρουσιακή σχέση του ατομικού οφέλους προς το συλλογικό καλό. Στις διά του λόγου αντιπαραθέσεις τους επιβεβαιώνεται η λειτουργία του πολέμου ως κοσμικής σταθεράς, μια αέναη διεργασία που μέσω των συγκρούσεων παράγει νέες ισορροπίες. Στα έπη αποτυπώνεται η κοσμολογία της αρχαϊκής εποχής, η αντιμετώπιση της ζωής ως πεδίου αγώνα ή μάχης, όπου νίκη και ήττα, νικητές και ηττημένοι, αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος. Η εν λόγω σύλληψη δεν οδηγεί στην παραίτηση αλλά στη συναίσθηση ότι η ύστατη σοφία δεν μπορεί παρά να αφορά τη συμπάθεια και τη συγχώρεση. Το δείχνει καλά ο Λιβαθινός στη βαθιά συγκινητική, τελευταία σκηνή της παράστασής του: ο Αχιλλέας γέρνει στον ώμο του γέροντα Πριάμου. Είναι κι οι δυο συντετριμμένοι. Ο πρώτος έχασε τον σύντροφό του και ξέρει ότι σύντομα θα χάσει και τη ζωή του, ο δεύτερος πενθεί τον πλέον προσφιλή γιο του, προστάτη του γένους και της πόλης του. Είναι η πρώτη φορά που στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού καταγράφεται ο σεβασμός προς τον εχθρό και τον ηττημένο ως αναγκαιότητα που υποδεικνύει η κοινή ανθρώπινη τύχη.

 

Η παράσταση ανακαλούσε δύο ερμηνευτικούς τρόπους: της ρωσικής σχολής και του θεάτρου του Πίτερ Μπρουκ. Η αυτοσχεδιαστική προσέγγιση των ρόλων και η αξιοποίηση σκηνικών αντικειμένων (ακόμα και στοιχείων αποσπώμενων από τα κοστούμια) απέδωσαν σπουδαία αποτελέσματα. Αν προσέξει κανείς με πόσους διαφορετικούς τρόπους αποδόθηκαν οι αλλεπάλληλες περιγραφές μονομαχιών (με καρέκλες, σκοινιά, γραβάτα, ξύλινες ράβδους, αμπέχονα, ελαστικά, πάνω σε τραπέζι κ.ο.κ. – είδαμε ακόμα και αρματοδρομία, όπου άρμα γίνεται μαγικά ένα ακορντεόν!), κατανοεί την κοπιώδη δουλειά που προηγήθηκε ώστε η σκηνική δράση να κρατά διαρκώς αφυπνισμένο το ενδιαφέρον του κοινού.

 

Στα εξαιρετικά επιτεύγματα της παράστασης είναι η συνομιλία της σκηνικής αφήγησης με τη μουσική (ανατολίτικων αναφορών) του Λάμπρου Πηγούνη και τα κρουστά (που έπαιζαν επί σκηνής ο Μανούσος Κλαπάκης ή/και ο Γιώργος Φίλιππας) – έδιναν ρυθμό, έφτιαχναν ατμόσφαιρες, στήριζαν ποικιλοτρόπως την ερμηνεία του λόγου και τη δράση.

 

 

Η σκηνογραφία της Ελένης Μανωλοπούλου λειτούργησε σαν αφαιρετικό πλαίσιο (κουκέτες σε σειρά το στρατόπεδο των Αχαιών, στοίβα ελαστικών η πόλη της Τροίας, στην άκρη αριστερά ρηχή δεξαμένη με νερό όριζε την ακτή όπου ήταν δεμένα τα πλοία, μια μεταλλική στριφογυριστή σκάλα και μια πασαρέλα ο χώρος των θεών). Αναλόγως λειτουργούσαν τα κοστούμια: με δεδομένο ότι οι περισσότεροι ηθοποιοί δεν έπαιζαν μόνο έναν «ρόλο», ήταν έτσι σχεδιασμένα ώστε με ελάχιστες κινήσεις να μπορεί το κοστούμι ενός προσώπου να μετατρέπεται στο ρούχο του άλλου.

 

Οι ηθοποιοί ήταν έξοχοι στο σύνολό τους. Θα ξεχωρίσω την εσωτερική δύναμη της ερμηνείας του Βασίλη Ανδρέου, το κύρος και την ακρίβεια του Χρήστου Σουγάρη (για μένα η «ανακάλυψη» της παράστασης), τον ρυθμό του Νίκου Καρδώνη. Ο Δημήτρης Ήμελλος μου φάνηκε πως υπερέβαλλε στην απόδοση των αρνητικών χαρακτηριστικών του Αγαμέμνονα (έμοιαζε γελοίος δικτατορίσκος). Οι γυναικείοι ρόλοι είχαν μικρότερο ενδιαφέρον (Αργυρώ Ανανιάδου, Νεφέλη Κουρή, Αμαλία Τσεκούρα), ενώ θα ήθελα το παίξιμο της Μαρίας Σαββίδου (σε ρόλο, μεταξύ άλλων, αφηγητή που συνδέει σκηνές) πιο εσωτερικό και χαμηλόφωνο.

 

Οι «ατέλειες» είναι εν γνώσει του σκηνοθέτη: όταν πρόκειται για κείμενα τέτοιων χαρακτηριστικών και μεγέθους, ούτε όλα τα ζητήματα που θέτουν μπορεί να αντιμετωπίσει ικανοποιητικά μια σκηνική προσέγγιση, ούτε οι λύσεις που υιοθετούνται μπορεί να είναι μοναδικές και οριστικές. Για μένα, η αναμέτρηση με αυτό που εξαρχής γνωρίζεις ότι σε υπερβαίνει, με κίνδυνο να γκρεμιστείς, δεν μειώνει αλλά ενισχύει τη σημασία της παράστασης. Πόσο μάλλον όταν ανοίγει πόρτα στην εκ νέου προσέγγιση (αναγνωστική ή σκηνική) του ομηρικού έπους.