Σαν να ξύπνησε απότομα από τον σκουριασμένο εφιάλτη των σκοτεινών, πρώτων ταινιών που τον έκαναν γνωστό σε ένα ονειρικό, παστέλ Παρίσι γεμάτο με εκκεντρικούς χαρακτήρες και μαγικά περιστατικά, ο Ζαν Πιερ Ζενέ πρότεινε αυτό που με μουσικοχορευτική συνθήκη αφηγήθηκε πολύ πιο μαξιμαλιστικά και δραματικά το «Μουλέν Ρουζ» του Μπαζ Λούρμαν την ίδια χρονιά: μια νέα γυναίκα που ξεπερνά τον πόνο με θάρρος και αυτοθυσία και διαδίδει την αγάπη ως το μοναδικό ελιξίριο και αντίδοτο για την κακοποίηση και την απάθεια. Καμία σχέση με την αστραφτερή και μοιραία Σατίν δεν έχει η σερβιτόρα Αμελί Πουλέν, παρά το «μυθικό πεπρωμένο» που δηλώνει ο πρωτότυπος γαλλικός τίτλος. Σχεδόν αόρατη σε μια γραφική γωνιά της Μονμάρτρης, μεγαλωμένη χωρίς μητέρα και δίχως τρυφερότητα από έναν ψυχρό πατέρα, βρίσκει το νόημα της ζωής δίνοντας χαρά στους άλλους, κατά προτίμηση τελείως άγνωστους συνανθρώπους. Και σε μια επεισοδιακή διαδρομή, γεμάτη μοντέρνους θρύλους, κρυφές παγίδες και μοναχικές υπάρξεις εκπροσωπεί, με μια έννοια προφητικά, όλα τα ευαίσθητα κορίτσια που παρέμειναν στην προ-ψηφιακή αφάνεια και βρήκαν μόνα τους πρώτα την έξοδο από την απωθημένη φαντασμαγορία που ξεχείλιζε στο μυαλό τους και μετά το πολυπόθητο κανάλι της επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, ακόμα και από σύμπτωση. Η «Αμελί» αγαπήθηκε παράφορα αμέσως μόλις βγήκε στις αίθουσες, φέρνοντας δικαίως σε αμήχανη θέση το Φεστιβάλ Καννών που την απέρριψε από το διαγωνιστικό του τμήμα για λόγους που παραμένουν απόρρητοι και αισθητικά ελεγχόμενοι.









- Facebook
- Twitter
- E-mail
0