Ο Τόνι Λιούνγκ, in the mood for loneliness στην προκείμενη περίπτωση, υποδύεται έναν νευροεπιστήμονα σε συγκρατημένη απελπισία, καθώς η επαγγελματική επίσκεψή του στο ιστορικά ατάραχο Μαρβούργο της Έσης συμπίπτει με την πανδημία του Covid και οι συνεδρίες διδασκαλίας που είχαν κανονιστεί γι’ αυτόν καταλήγουν περίπου στο κενό, ώσπου παρακολουθεί βίντεο της Γαλλίδας βοτανολόγου Αλίς Σοβάζ (Λεά Σεϊντού) με θεωρίες για την επικοινωνία των φυτών, που του εξάπτουν την περιέργεια. «Η έρευνα είναι μια μεταφορά για τα φαινόμενα που συντελούνται τριγύρω μας», λέει στους φοιτητές του, και μια αγέρωχη, γηραιά κυρία στον κήπο του πανεπιστημίου γίνεται το αντικείμενο της έντονης προσοχής του τα μοναχικά βράδια που περνά. Το βλέμμα της Ίλντιγκο Ενιέντι ανέκαθεν αφιέρωνε ειδικό χρόνο στη χλωρίδα που πλαισίωνε τους ήρωες των ταινιών της, αλλά η Σιωπηλή φίλη, με παρότρυνση του παραγωγού Καρλ Μπαουμγκάρτνερ και εμπνευσμένη από το βιβλίο Being You του Ανίλ Σεθ, «φυτεύει» ένα γιγαντιαίο γκίνγκο μπιλόμπα στον πρωταγωνιστικό ρόλο! Σεβόμενη, όπως επισήμανε στο σκηνοθετικό της σημείωμα, τα ανθρώπινα αισθητηριακά όρια, υποδηλώνοντας τον τρόπο που αποδεχόμαστε οτιδήποτε δεν εγγράφεται στη δική μας σφαίρα της επικοινωνίας ως αντικειμενικό, δεν επιχειρεί να ερμηνεύσει πώς μας αντιλαμβάνεται ένα δέντρο, ούτε το δηλώνει ως μεγαλοπρεπή και παρεμβατικό σαμάνο που επιβλέπει τις ζωές των άλλων.

 

Αντ’ αυτού, αφήνει τον πανάρχαιο στυλοβάτη ενός εξαιρετικά περιποιημένου χώρου να γίνει μάρτυρας της ζωής όχι μόνο του κυρίου Γουόνγκ αλλά και δύο φοιτητών σε διαφορετικές χρονικές περιόδους: της Γκρέτε, που ήταν η πρώτη κοπέλα που έγινε δεκτή στη σχολή το 1908, όχι χωρίς κόστος –μολονότι άριστη, δέχθηκε πολλά σεξουαλικά υπονοούμενα κυρίως από την ακαδημαϊκή πατριαρχία, ώσπου μεταπήδησε σε άλλο πεδίο για να αποκτήσει την προσωπική της φωνή– και του Χένες, που το 1972 (στην πιο λεπτή από τις τρεις ιστορίες) απογοητεύτηκε από μια συμφοιτήτριά του και βρήκε απρόσμενο καταφύγιο στη φροντίδα ενός γερανιού – που μάλιστα αντιδρά την καίρια στιγμή! Οι ιστορίες υφαίνονται συγχρονικά, με αμοιβαία παρατήρηση κάτω από τη διακριτική ανάσα της Σιωπηλής φίλης, και η Ουγγαρέζα δημιουργός φτιάχνει ένα ιδιοσυγκρασιακό έργο ποιητικής αισθαντικότητας, που σε καλεί ειλικρινώς να το αφουγκραστείς και όχι να το μελετήσεις με προσδοκίες συμβατικής πλοκής.