Ο Ασγκάρ Φαραντί εμπνέεται από τον Κισλόφσκι σε ένα διεισδυτικό αν και αργοκίνητο ψυχολογικό δράμα παράλληλων ιστοριών, πάνω στο αγαπημένο του θέμα της δυαδικότητας. Εξόριστος και αυτός εδώ και μερικά χρόνια, άλλος ένας στον μακρύ κατάλογο των Ιρανών καλλιτεχνών που δημιουργούν στη φιλόξενη αγκαλιά της κινηματογραφικής Ευρώπης, ο Φαραντί, αν και (πονηρά και διπλωματικά για πολλούς) λιγότερο συγκρουσιακός από τους Παναχί και Ρασούλοφ, επιχειρεί το ντεμπούτο του εκτός φαρσί, με τις γαλλόφωνες Παράλληλες ιστορίες, εμπνευσμένες από το έκτο κεφάλαιο του Δεκαλόγου του σπουδαίου Κριστόφ Κισλόφσκι, τη Μικρή ιστορία για τον έρωτα, όπως είχε μεταφερθεί στα ελληνικά. Υπερθεματίζοντας στην εντολή «ου μοιχεύσεις», ο Πολωνός σκηνοθέτης είχε συνδυάσει τα μοτίβα του έρωτα και της ηδονοβλεψίας, με ήρωα τον Τόμεκ που παρακολουθούσε την ιδιωτική ζωή της Μάγδας από την απέναντι πολυκατοικία με τηλεσκόπιο.
Στις Παράλληλες ιστορίες, η νευρική Ιζαμπέλ Ιπέρ αλλοιώνει την πεζή καθημερινότητα δυο αδελφών (Πιερ Νινέ και Βενσάν Κασέλ) και μιας νέας γυναίκας (Βιρζινί Εφιρά) που εργάζονται σε ένα στούντιο ηχοληψίας απέναντι από το παρισινό διαμέρισμά της για να συγγράψει ένα δράμα αντάξιο της φήμης της αλλά και της προβληματικής οικογενειακής παρακαταθήκης που κουβαλά με απογοήτευση όλη της τη ζωή. Στον χώρο που παρατηρεί με το τηλεσκόπιο της παιδικής της ηλικίας, η μητέρα της είχε κάποτε μετακομίσει με τον εραστή της – ο αγαπημένος της πατέρας δεν άντεξε τον χωρισμό. Με την παραίνεση της μοναδικής, εγκύου ανιψιάς της, που θέλει να την ξεσπιτώσει για να πουλήσει το διαμέρισμα και να λάβει το μερίδιο, προσλαμβάνει έναν ήσυχο Σαμαρείτη, έναν νέο και άπορο που τη βοηθά να συμμαζέψει αλλά και να οργανώσει το χάος της. Το βάρος της αφήγησης μετατοπίζεται στους «απέναντι»: ενώ αυτό που περιγράφει το επικείμενο μυθιστόρημα είναι μια προβολή autofiction με γερή δόση φαντασίας, το ψέμα κάπως ποτίζει την πραγματικότητα, σε μια βιβλική τροπή των περιστάσεων. Κι ενώ κανείς δεν είναι αυτό που φαίνεται, μια ιδέα, όσο παράλογη κι αν ακούγεται, μπορεί να γεννήσει μια νέα πραγματικότητα. Η πυροδότηση των απωθημένων επιθυμιών και των ανενεργών ενστίκτων ενδιαφέρει τον Φαραντί, ευτυχώς όχι με τη θρησκευτική προσέγγιση του Κισλόφσκι. Οι Παράλληλες ιστορίες δεν είναι μια ταινία για τον φόβο και την ενοχή, το έγκλημα και την τιμωρία, βασικά το αίσθημα του θείου στις μικρές ζωές μας, αλλά για κάτι πιο αδιευκρίνιστο και πολύπλοκο, που ο Ιρανός σκηνοθέτης προετοιμάζει πιο αργά από ό,τι αντέχει η ταινία του, μπλέκοντας όχι μία αλλά δύο εκδοχές των ηρώων που περιγράφονται στο μυθιστόρημα. Η ηθελημένη σύγχυση απαιτεί υπομονή, γιατί όταν η Βιρζινί Εφιρά ισορροπεί στους ρόλους που της αποδίδει ο Φαραντί, ξεκαθαρίζει και το ψυχολογικό τοπίο της λειτουργίας της μέσα στην ταινία.
«Όσο γράφουμε, θυμόμαστε και υπάρχουμε», λέει η Ιπέρ και το υιοθετεί ως ρητό ο βοηθός της (ο βραβευμένος με Σεζάρ Αντάμ Μπεσά), και αυτό είναι το αντίδοτο για το frustration που μας φέρνει η επίγνωση της θνητότητας – η κύρια διαφορά μας από τα ζώα! Το σενάριο, πάντα μεγάλο ατού στη φιλμογραφία του Φαραντί και το μοτέρ που του χάρισε ένα αξιόπιστο όνομα, δυο Όσκαρ και πολλές διεθνείς διακρίσεις μέχρι σήμερα, είναι περίτεχνο, ενίοτε εκρηκτικό, συχνά δαιδαλώδες, και λακωνικά φλύαρο – ένα οξύμωρο που μεταφράζεται σε δραματουργική αμηχανία. Μοιάζει να κατασκευάστηκε για τη μετάβαση του Φαραντί σε έναν νέο κύκλο ταινιών, σε διαφορετική γλώσσα και άλλη κουλτούρα, με ασφαλή υλικά και επιτηδευμένη επεξεργασία στη δομή και τις στροφές της πλοκής. Όπως είναι αναμενόμενο, ο διακριτικός χειρισμός και η δουλειά πίσω από τα κίνητρα των χαρακτήρων αποκαλύπτει την ικανότητα του Φαραντί στην παρατήρηση, τις επιπτώσεις και τα διλήμματα που προκύπτουν από τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες. Ίσως δεν είχε την επείγουσα ανάγκη να γυρίσει τις Παράλληλες ιστορίες, ένα δράμα ικανό να αποζημιώσει θεατές που αναζητούν σοφιστικέ ψυχολογία και χαρακτήρες, αλλά δεν προσθέτει τίποτε στο γαλλικό άλμα του.















- Facebook
- Twitter
- E-mail
0