ΤΟΠΟΘΕΤΗΜΕΝΟ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ
της δεκαετίας του '70, όταν η Βρετανία σπαρασσόταν από απεργίες, δεχόταν απανωτές επιθέσεις από τον IRA και βρισκόταν στο χείλος της οικονομικής καταστροφής, το «Επιχείρηση Ζάχαρη» (μετ. Κ. Σχινά, Πατάκης), είναι αρθρωμένο πάνω σε δύο ιστορίες που διασταυρώνονται: μία κατασκοπευτική και μία ερωτική.

 

Παράλληλα, ωστόσο, είναι ένα μυθιστόρημα-ύμνος στην τέχνη της μυθοπλασίας και στην απόλαυση που χαρίζει η ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων, με πρωταγωνιστές μια σαγηνευτική βιβλιοφάγο, από τα κατώτερα στελέχη της MI5, κι έναν πολλά υποσχόμενο συγγραφέα που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο ίδιος ο ΜακΓιούαν στα νιάτα του.

 

Στο «Επιχείρηση Ζάχαρη» ο Μακ Γιούαν δανείζεται τη φωνή μιας κοπέλας, της Σερίνα Φρουμ, η οποία, μολονότι είχε τα φόντα να διαπρέψει στην αγγλική φιλολογία, σπούδασε κουτσά στραβά μαθηματικά στο Κέμπριτζ και, λίγο πριν απ' την αποφοίτησή της, μέσω ενός μεσήλικα καθηγητή Ιστορίας που τύγχανε εραστής της, στρατολογήθηκε στις τάξεις των μυστικών υπηρεσιών.
 
Αρχικά η καθημερινότητα της Σερίνα στην MI5 δεν διαθέτει τίποτε συναρπαστικό – είτε μιλάμε για γραμματέα, είτε για κατάσκοπο, το ίδιο και το αυτό. Από τη στιγμή όμως που της ανατίθεται ρόλος στην επιχείρηση «Ζάχαρη», τα στεγανά ανάμεσα στην προσωπική της ζωή και το υπηρεσιακό καθήκον μοιάζει αδύνατον να τηρηθούν.
 
Το «πιο ήπιο, το πιο γλυκό κομμάτι» εκείνης της περιόδου, τονίζει ο ΜακΓιούαν, είχε να κάνει με τον «πόλεμο των ιδεών», κι ο πόλεμος αυτός μαινόταν ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού.

 

Σε τι ακριβώς συνίσταται η συγκεκριμένη επιχείρηση; Να πώς εξηγούν στη Σερίνα την αποστολή της: «Η ιδέα μας είναι να εστιάσουμε κυρίως σε πρόσφορους νεαρούς συγγραφείς, πανεπιστημιακούς και δημοσιογράφους οι οποίοι βρίσκονται στην αρχή της καριέρας τους, οπότε και έχουν ανάγκη από οικονομική ενίσχυση... Αναζητούμε το είδος εκείνου του συγγραφέα που είναι πρόθυμος να ξοδέψει λίγο από τον χρόνο του προς χάριν των δεινά χειμαζόμενων ομοτέχνων του στο Ανατολικό μπλοκ, που ταξιδεύει εκεί πέρα για να προσφέρει υποστήριξη, που στέλνει βιβλία, υπογράφει εκκλήσεις υπέρ των διωκόμενων συγγραφέων, διαπληκτίζεται με τους ψευδολόγους μαρξιστές συναδέλφους του εδώ, δεν φοβάται να μιλήσει δημόσια για τους φυλακισμένους συγγραφείς στην Κούβα του Κάστρο. Κάποιον που γενικά κολυμπάει ενάντια στο ρεύμα της ορθοδοξίας»...

 

Δίχως ιδιαίτερες αναστολές και κολακευμένη από την επαγγελματική αναβάθμισή της, η νεαρή ηρωίδα βυθίζεται ευθύς αμέσως στην ανάγνωση μιας σειράς διηγημάτων του συγγραφέα που θα προσεγγίσει ως δήθεν στέλεχος υπάλληλος πολιτιστικού ιδρύματος, του Τομ Χάλεϊ. Ο τελευταίος είναι απόφοιτος του Σάσεξ, εκπονεί το διδακτορικό του στη λογοτεχνία, βρίσκεται προς αναζήτηση εκδότη για το δυστοπικό μυθιστόρημα που ετοιμάζει και, όπως εικάζει η Σερίνα με βάση τα γραπτά του, ταλανίζεται από μισανθρωπία ή αυτοαπέχθεια. Όπως να 'χει, πριν ακόμα τον συναντήσει αυτοπροσώπως, τον έχει σχεδόν ερωτευτεί. Και πριν καλά καλά ο Χάλεϊ αποδεχτεί την υποτιθέμενη υποτροφία που του προσφέρει, έχουν γίνει εραστές.

 

Από την πρώτη παράγραφο του βιβλίου έχουμε πληροφορηθεί πως η επιχείρηση δεν είχε αίσιο τέλος και πως έπειτα από 18 μήνες στην υπηρεσία, η Σερίνα πετάχτηκε εκτός, εξευτελισμένη, έχοντας παρασύρει και τον εραστή της στην καταστροφή. Όταν όμως το κουβάρι της πλοκής ξετυλίγεται για τα καλά, γίνεται σαφές πως ανάμεσα στην κατασκοπία και την τέχνη της μυθοπλασίας η απόσταση είναι ελάχιστη! Με το που φτάνεις στην τελευταία σελίδα, θες να το ξαναπιάσεις απ' την αρχή. Όσο εξαπατημένος όμως κι αν νιώθεις από τον Βρετανό συγγραφέα, σπεύδεις να του υποκλιθείς.

 

Ο Ίαν ΜακΓιούαν δεν χρειάστηκε να επιστρατεύσει τη φαντασία του για να βρει τον κινητήριο μοχλό αυτού του παιγνιώδους μυθιστορήματος. Στην κορυφή της μακράς λίστας με τα βιβλία που ο ίδιος συμβουλεύτηκε, πριν ακόμα γράψει λέξη, συναντάμε την πολύκροτη έρευνα «Who paid the Piper?» της Βρετανίδας δημοσιογράφου Φράνσις Στόνορ Σόντερς με θέμα το ρόλο της CIA επί Ψυχρού Πολέμου στον τομέα του πολιτισμού. Το «πιο ήπιο, το πιο γλυκό κομμάτι» εκείνης της περιόδου, τονίζει με τη σειρά του ο ΜακΓιούαν, είχε να κάνει με τον «πόλεμο των ιδεών», κι ο πόλεμος αυτός μαινόταν ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού.

 

Το σύνθημα για τη διεξαγωγή του είχαν δώσει από τις αρχές του '50 οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, διοχετεύοντας εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια για τη στήριξη πολιτιστικών ιδρυμάτων όπως το Ροκφέλερ και το Φορντ, για υποτροφίες ταλαντούχων συγγραφέων και καλλιτεχνών, για την έκδοση απαιτητικών λογοτεχνικών επιθεωρήσεων, για περιοδείες κλασικών και πρωτοποριακών μουσικών συνόλων, για τη διοργάνωση συνεδρίων και φεστιβάλ, ακόμη και για την προώθηση ολόκληρων καλλιτεχνικών ρευμάτων όπως ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός.

 

Στο «Επιχείρηση Ζάχαρη» γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην περίπτωση του περιοδικού «Encounter», όπου είχε δημοσιευτεί ένα από πρώτα διηγήματα του ΜακΓιούαν, καθώς η αποκάλυψη, στα τέλη δεκαετίας του '60, ότι χρηματοδοτούνταν εμμέσως από τη CIA, είχε προκαλέσει πάταγο. Όπως γίνεται λόγος και για το αλισβερίσι του Τζορτζ Όργουελ με τις αντίστοιχες βρετανικές υπηρεσίες, που με αντάλλαγμα το «κάρφωμα» εκ μέρους του 38 κομμουνιστών-συνοδοιπόρων, εκείνες φρόντισαν να μεταφραστούν σε όλον το δυτικό κόσμο η «Φάρμα των ζώων» και το «1984».

 

Η πικρή αλήθεια είναι πως στο πλαίσιο του «γλυκού» Ψυχρού Πολέμου, η υψηλή κουλτούρα καρπώθηκε τα μέγιστα. Αρκεί να θυμηθεί κανείς ποιοι συμπατριώτες μας έγιναν αποδέκτες υποτροφιών του Ιδρύματος Φορντ –από τους Ελύτη, Τσίρκα, Κουν, Σαχτούρη και Καρούζο μέχρι τους Κοτζιά, Μαρωνίτη, Τσιτσέλη και Αγγελάκη-Ρουκ–, ενώ οι γνωμοδοτικές επιτροπές για τις υποτροφίες συγκροτούνταν από προσωπικότητες όπως ο Σεφέρης, ο Γκάτσος, ο Κακριδής ή ο Εγγονόπουλος.
 
Μεταπολιτευτικά, οι παραπάνω έγιναν στόχος όχι μόνο όσων, σαν τη Λιλή Ζωγράφου, θεωρούσαν ότι το Φορντ εξαγόραζε συνειδήσεις επί χούντας, αλλά και ορισμένων που είχαν κάνει αίτηση για υποτροφία χωρίς αποτέλεσμα. «Το μοιραίο λάθος», λέει ο ΜακΓιούαν, «είναι πως όλα αυτά γίνονταν στα κρυφά». Δεν έχει άδικο.