Όταν ο ποιητής Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου είχε μιλήσει στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο

Όταν ο ποιητής Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου είχε μιλήσει στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο Facebook Twitter
«Γράφω για να νιώσω τη χαρά της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αυτή μόνο με οδηγεί σε μια ανείπωτη εσωτερική ικανοποίηση που δεν θα την αντάλλαζα με τίποτα». Φωτό: Βαγγέλης Ρασσιάς / LiFO
0



ΠΗΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΔΑΚΤΥΛΟΓΡΑΦΑ
της συνέντευξης στον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου για μια τελευταία θεώρηση, σκεφτόμουνα τα λόγια του αυτοπυρπολημένου «τρελού» στη «Νοσταλγία» του Ταρκόφσκι. «Τα μεγάλα γεγονότα περνάνε. Μένουνε μόνο τα μικρά, τα ασήμαντα».

Ήθελα να τον ρωτήσω κάτι συμπληρωματικές ερωτήσεις, αλλά έτσι κι αλλιώς η διαπίστωση που ήδη από την προηγούμενη νύχτα διαμορφωνόταν στο μυαλό μου φαινόταν οριστική: ο Ασλάνογλου επί 37 χρόνια τελούσε τη μοναχική χαμηλή του πτήση πάνω απ' την πραγματικότητα. Μεγεθύνοντας τις λεπτομέρειες, αγκάλιαζε με μια παγωμένη και μελαγχολική ψυχραιμία τα ακινητοποιημένα γκρο-πλαν ενός διαλυμένου κόσμου. Στεκόταν για λίγο στις μικρές, σιωπηλές και αθέατες συμπεριφορές που περνούν συνήθως απαρατήρητες, έχουν ωστόσο τη διάρκεια και τη παγκοσμιότητα που ανήκει σε κάθε έκφραση και φαινόμενο του Ασυνείδητου.

Ίσως γι' αυτό να έσφαλα που επέμεινα τόσο να προσδιορίσουμε τις κοινωνικές παραμέτρους της ποίησής του, αφού η αξία της ίσως να έγκειται κύρια σ' αυτό: ότι ψαύοντας μια πολύ βαθύτερη και κοινότερη ρίζα, αποκτάει μια διάσταση διιστορικά ανθεκτικότερη. Ίσως να είναι υπερβολική μια τέτοια προεξόφληση, αλλά τουλάχιστον δεν είναι αντιδεοντολογική, εφόσον απευθύνεται σε έναν ποιητή.

Άλλωστε και η κοινωνία ή η Ιστορία, για μην καταντήσουν ένα κενό ιδεολόγημα, πρέπει διαρκώς να υπενθυμίζουν ότι αποτελούνται από ατομικές περιπέτειες και αγωνίες. Ότι δεν υπάρχουν χωρίς τις ατομικές ιστορίες και τις ταπεινές ασήμαντες ή τρυφερές «κοινωνίες» του καθένα από εμάς.

Όλος ο μύθος της στράτευσης του καλλιτέχνη είναι ένα ψευδοπρόβλημα. Γιατί πιστεύω ότι όλοι όσοι γράφουν, κινητοποιούν, απελευθερώνουν, ευαισθητοποιούν ή παρηγορούν συνειδήσεις. Ο ρόλος του ποιητή, να θεραπεύει πληγωμένες συνειδήσεις, είναι πολύ σημαντικός. Όχι μόνο των έντεχνων αλλά και των άτεχνων, γιατί ποτέ δεν ξέρουμε τι τύχη μπορεί να έχει ένα ποίημα.

— Στην ποίησή σας υπάρχει πλήρης απουσία της ιστορίας. Η μοναδική της τοπογραφία είναι το μοναχικό, μελαγχολικό ή ερωτοπαθές σώμα, και όλα αυτά τα χρόνια η αντανάκλαση της ταραχώδους ελληνικής πραγματικότητας φαίνεται να μην αφορά καθόλου τον κλειστό θίασο των «προσώπων» σας.
Δεν συμφωνώ καθόλου. Υπάρχουν σαφέστατοι κοινωνικοί προσδιορισμοί, αλλά δεν θεματογραφώ πάνω σε θέματα κοινωνικής πολιτικής. Ωστόσο, μέσα από το ερωτικό βγαίνει αναπόφευκτα το κοινωνικό. Το ένα είναι αντικατοπτρισμός του άλλου. Υπάρχουν πολλά κοινωνικά στίγματα στην ποίησή μου αλλά είναι δυσανάγνωστα.

— Σε ποιο βαθμό μπορούμε να παρεμβάλουμε ατομικές περιπέτειες και πεπρωμένα στη ροή της ιστορίας;
Τα ατομικά βιώματα στην Τέχνη αποκτούν παγκόσμια αξία. Το προσωπικό γίνεται γενικό. Χρειάζεται βέβαια να μεταλλάξουμε το βίωμα σε μια υψηλής ποιότητας ποίηση... Όλος ο μύθος της στράτευσης του καλλιτέχνη είναι ένα ψευδοπρόβλημα. Γιατί πιστεύω ότι όλοι όσοι γράφουν, κινητοποιούν, απελευθερώνουν, ευαισθητοποιούν ή παρηγορούν συνειδήσεις. Ο ρόλος του ποιητή, να θεραπεύει πληγωμένες συνειδήσεις, είναι πολύ σημαντικός. Όχι μόνο των έντεχνων αλλά και των άτεχνων, γιατί ποτέ δεν ξέρουμε τι τύχη μπορεί να έχει ένα ποίημα: μπορεί να δημιουργήσει δολοφόνους, μπορεί να αποτρέψει άλλους από την αυτοκτονία...

— Σύγχυση μπορεί να δημιουργήσει;
Στους περισσότερους αναγνώστες, ναι, γιατί είναι άνθρωποι που ασφυκτιούν σε ένα επάγγελμα, περιχαρακωμένοι, και βρίθουν από προκαταλήψεις. Το πρόβλημα είναι να υπάρξει μια τέτοια ποιητική μετουσίωση, μια τέτοια εκφραστικότητα, ώστε ακόμα και σ' έναν άσχετο να δοθεί μια νέα οπτική γωνία για τον κόσμο. Εκεί φαίνεται η αληθινή στράτευση ενός ποιήματος για έναν καλύτερο κόσμο: στην κινητοποίηση μιας εφησυχασμένης συνείδησης – πράγμα που κάνει σε μεγάλο βαθμό η σύγχρονη γερμανική ποίηση αλλά και η ποίηση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.

Όταν ο ποιητής Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου είχε μιλήσει στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο Facebook Twitter
Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου σε νεαρότερη ηλικία.

— Η επιθυμία σας να διαβαστεί το έργο σας επηρεάζει το στυλ και το περιεχόμενο της ποίησης σας;
Δεν μπορεί να υπάρχουν προθέσεις, γιατί το ποίημα ξεπερνάει τις προθέσεις. Μπορεί μόνο να υπάρχει μια οπτική διεύρυνση που παραπέμπει και αντιστοιχεί στην αίσθηση που νιώθεις όταν ξεκοκαλίζεις μια εφημερίδα: αισθάνεσαι ότι συμμετέχεις στη δίνη των γεγονότων, ότι δεν είσαι ένας απλός θεατής. Γιατί κάθε φορά που ο ήλιος ανατέλλει, η ζωή κυλά, ανεξαρτήτως αν εμείς είμαστε κλεισμένοι σ' έναν πύργο, σ' ένα σαλόνι, σ'ένα γραφείο, σ' ένα μπουντρούμι, στα τελευταία γρανάζια ενός κρατικού μηχανισμού. Η λογοτεχνία μπορεί τότε να γίνει ο καλύτερος ιστορικός αυτής της άπιαστης ενότητας.

— Και ως ποιο σημείο μπορεί να φτάσουν οι φορμαλιστικές αναζητήσεις ενός ποιητή; Είναι θεμιτές όταν αποκλείουν τον αναγνώστη από την κατανόηση του νοήματος, ακόμα κι αν εκφράζουν απόλυτα τον δημιουργό;
Εγώ πιστεύω πως η ποίηση είναι ο παραπληρωματικός λόγος: δηλαδή η σιωπή. Εννοούμε αυτό που δεν λέμε. Αν το πούμε, το κατονομάσουμε, δεν θα δημιουργήσουμε ποίηση. Δεν είναι μόνο το πλέγμα των υπαινιγμών που εννοώ, είναι ολόκληρο το παιχνίδι της τέχνης που από τη στιγμή που ανοίγεται στην υπερβολική εκφραστική αμεσότητα, πιστεύω ότι κάνει παραχωρήσεις στην ευκολία. Βέβαια, δεν ξεχνούμε τον Μπρεχτ ή τον Παζολίνι, αλλά σας παραπέμπω στη ρήση του Σεφέρη που λέει περίπου: «υπάρχει η ίδια δυσκολία για να προσεγγίσουμε ένα δύσκολο συμβολικό ποίημα και έναν κλασικό ποιητή σαν τον Όμηρο». Το αν είναι ερμητικό ή εύληπτο ένα ποίημα εξαρτάται και από τον αναγνώστη.

— Ο ποιητής, πέρα από την κατάθεση της προσωπικής του περιπέτειας, έχει άλλες ευθύνες απέναντι στον αναγνώστη; Έχει κάποια αποστολή; Ποια ανάγκη τον κινεί;
Γράφω για να νιώσω τη χαρά της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αυτή μόνο με οδηγεί σε μια ανείπωτη εσωτερική ικανοποίηση που δεν θα την αντάλλαζα με τίποτα. Είναι τόσο ηδονική. Γράφω σε μεγάλο ψυχικό αναβρασμό, αισθάνομαι κάτι ασχηματοποίητο μέσα μου που ζητάει μορφή, για να νιώσω επιτέλους ανακούφιση. Δημιουργώ τα πνευματικά μου παιδιά – ό,τι περισσότερο αγαπώ. Αυτό είναι και το μοναδικό πράγμα που μπορώ να κάνω. Και αυτή η διεργασία έχει μεγαλύτερη αξία και από την εκδοτική επιτυχία, τη διασημότητα ή οτιδήποτε άλλο.

— Και ως ποιο σημείο μπορεί να δημοσιοποιείται ο ιδιωτικός ερωτικός βίος; Η ποίηση δεν πρέπει να προχωρά πέρα από την αυτοβιογραφία των εμπειριών και των προσωπικών παθών;
Γράφουμε τα ερωτικά μας ποιήματα με αυτόν το συγκεκριμένο τρόπο γιατί είναι ο μοναδικός που μπορούμε να το κάνουμε. Είναι η δική μας οπτική γωνία και εμπειρία που μας ωθεί να γράψουμε, είτε είμαστε ρομαντικοί είτε μπητ.

— Δεν υπάρχει κάποτε πρόκληση και εξαναγκασμένη τόλμη;
Ναι, αυτή η, υποτίθεται, απογυμνωμένη γλώσσα, η σούπερ σεξουαλική, ξεπέφτει στη χυδαιότητα – αυτό όμως δεν έχει σχέση με τη θεματογραφία αλλά με την αβανταδόρικη διάθεση του ποιητή. Είναι ποντάρισμα στον εντυπωσιασμό μιας διαφορετικής κάθε φορά μερίδας αναγνωστών. Η αθυροστομία περιορίζει το οπτικό πεδίο, περιορίζει τους διαύλους επικοινωνίας, μεγεθύνει εντελώς άδικα την περιπτωσιολογία. Εγώ προτιμώ να ανοίγομαι στον συμβολισμό.

— Όταν αναφέρονται σε σας, θυμούνται όλοι σχεδόν τον μύθο που θέλει τους ποιητές σαν τα κατ' εξοχήν μοναχικά όντα. Γιατί είναι πιο μοναχικά από μια βιομηχανική εργάτρια, έναν καρκινοπαθή ή έναν νυχτοφύλακα;
Απλούστατα, δεν είναι. Αλλά, βλέπετε, ο ποιητής ό,τι γράφει το ερωτεύεται και ίσως κανείς δεν μπορεί να συμμεριστεί απόλυτα τον έρωτά του. Κινείται από έναν άκρατο ναρκισσισμό. Και μετά, δεν έχει και τόσο κριτικό πνεύμα όσο λένε, δεν μπορεί να ταυτιστεί εύκολα με τη μοίρα κάποιου άλλου. Όταν καταφέρνει να ξεπεράσει αυτό το εμπόδιο, γράφει μεγάλη ποίηση – όπως στον Καββαδία.

— Ωστόσο, στο ίδιο κατάστρωμα με τον Καββαδία πολλοί αμόρφωτοι λοστρόμοι θα ένιωθαν την ίδια ασφυκτική μοναξιά.
Ασφαλώς, ασφαλώς. Όλοι νιώθουν τα ίδια πράγματα. Οι εκφραστικές διέξοδοι μόνο διαφέρουν. Το πρόβλημα είναι να ξεπεράσει ο ποιητής το ναρκισσιστικό του πάθος ότι είναι ένα πλάσμα ικανό να δέχεται μόνο αυτό τη μοναξιά ή την ερήμωση.

Ο Ν.Α. Ασλάνογλου εξέδωσε το ποιητικό μονόπρακτο «Θάλασσα και Συγχρονισμός» (1952) και τις ποιητικές συλλογές «Δύσκολος Θάνατος» (1954), «Ο θάνατος του Μύρωνα» (1960), «Ποιήματα για ένα καλοκαίρι» (1963), «Νοσοκομείο Εκστρατείας» (1972), «Αργό Πετρέλαιο» (1974), «Ο δύσκολος θάνατος» (συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων 1946-1974) 1978, «Ωδές στον Πρίγκιπα» (1981). Μετέφρασε τις «Εκλάμψεις» του Ρεμπώ (1971, 1981) και έχει συνεργαστεί με πολυάριθμα λογοτεχνικά περιοδικά καθώς και με εφημερίδες.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Σεφέρης επί 8: Οκτώ αναγνώσεις ποιημάτων του στον φακό του LIFO.gr

Βιβλίο / Σεφέρης επί 8: Οκτώ αναγνώσεις ποιημάτων του στον φακό του LIFO.gr

Μιχαήλ Μαρμαρινός, Μιχάλης Σαράντης, Λένα Δροσάκη, Όλια Λαζαρίδου, Μαρία Χούκλη, Δήμος Αβδελιώδης, Παντελής Μπουκάλας, Ζυράννα Ζατέλη διαβάζουν τα αγαπημένα τους ποιήματα από την τεράστια παρακαταθήκη του Γιώργου Σεφέρη
Διονύσιος Σολωμός μέσω Skype

Σαν σήμερα / Τι έχει απομείνει από τον Σολωμό στη Ζάκυνθο; ― Ένα οδοιπορικό

Αναζητώντας τα ίχνη του Ζακυνθινού ποιητή στον τόπο που γεννήθηκε, μεγάλωσε και εμπνεύστηκε πολλά από τα ποιήματά του. Βοnus: έξι απαγγελίες ποιημάτων του
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟ, ΣΠΥΡΟ ΣΤΑΒΕΡΗ, ΜΑΡΟΥΣΑ ΘΩΜΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το πίσω ράφι/ Καζούο Ισιγκούρο «Μη μ’ αφήσεις ποτέ»

Το πίσω ράφι / Πώς ορίζεται μια «αξιοπρεπής» ζωή;

Στο «Μη μ' αφήσεις ποτέ» ο Βρετανός συγγραφέας Καζούο Ισιγκούρο φτιάχνει ένα σύμπαν απίστευτης σκληρότητας και θεσμοθετημένης αδικίας, όπου η απανθρωπιά γίνεται αποδεκτή ως μέρος του συστήματος, όχι ως κάτι τερατώδες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Η Σύλβια Πλαθ έλεγε την αλήθεια της, και τη διεκδικούσε

Το Πίσω Ράφι / Η Σύλβια Πλαθ μετέτρεψε το προσωπικό της τραύμα σε ποιητικό υλικό

Στην αποκατεστημένη έκδοση της εμβληματικής συλλογής «Άριελ» η Αμερικανίδα ποιήτρια μιλά για θέματα όπως ο θάνατος, η αυτοκαταστροφή, η γυναικεία ταυτότητα, η μητρότητα, η πατρική εξουσία, η οργή, η ερωτική προδοσία, κι όλα αυτά σε μια γλώσσα που βγάζει σπίθες, κοφτή, πυκνή, επιθετική, με βίαιες εικόνες και απροσδόκητες μεταφορές.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Μαγειρεύοντας για τους δικτάτορες

Βιβλίο / Τι τρώνε οι δικτάτορες; Ένα βιβλίο γράφει την ιστορία της όρεξής τους

Ταξιδεύοντας σε τέσσερις ηπείρους για τέσσερα χρόνια, ο Βίτολντ Σαμπουόφσκι εντόπισε τους πιο ασυνήθιστους μάγειρες του κόσμου, καταγράφοντας κομβικές στιγμές της ιστορίας του 20ού αιώνα μέσα από το φαγητό.
M. HULOT
Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Βιβλίο / Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Το βιβλίο «Με τους Ευρωπαίους περιηγητές στα χαμάμ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» φωτίζει όψεις αυτών των χώρων, τους ανθρώπους που σύχναζαν εκεί και τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν, όπως και τον ρόλο τους στη ζωή της Ανατολής.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Στα «Νέα» μου έλεγαν: «Πότε θα φύγεις για να πάρουμε αύξηση;»

Συνέντευξη / Μικέλα Χαρτουλάρη: «Στα ΝEA με ρωτούσαν πότε θα φύγω για να πάρουν αύξηση»

Από τις χρυσές εποχές των εφημερίδων και τις «Κεραίες της εποχής μας» έως το «Βιβλιοδρόμιο», τις συγκρούσεις, το μπούλινγκ και την έξοδο από τα «Νέα», η Μικέλα Χαρτουλάρη μιλά για τη δημοσιογραφία ως στάση ζωής, για την αριστερά, την εξουσία καθώς και για όλα όσα δεν συγχωρεί και δεν ξεχνά.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Δεσποτικό: το ιερό του Απόλλωνα αλλάζει τον αρχαιολογικό χάρτη των Κυκλάδων

Βιβλίο / Δεσποτικό: το ιερό του Απόλλωνα αλλάζει τον αρχαιολογικό χάρτη των Κυκλάδων

Απέναντι από την Αντίπαρο, ένα ακατοίκητο νησί φέρνει σταδιακά στο φως ένα από τα σημαντικότερα αρχαϊκά ιερά του Αιγαίου. Το νέο λεύκωμα «Δεσποτικό. Φωτογραφίες και ιστορίες» συμπυκνώνει περισσότερα από είκοσι χρόνια συστηματικής ανασκαφικής έρευνας και αναστήλωσης.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
«Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Βιβλίο / «Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Πόση Ρώμη υπάρχει ακόμη στην Ευρώπη, την Εγγύς Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την Ελλάδα; Ο μεταφραστής και επιμελητής της ελληνικής έκδοσης της «Ρωμαϊκής Ιστορίας», Σωτήρης Μετεβελής, μιλά για τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία του αρχαίου κόσμου και την κληρονομιά που άφησε πίσω της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ