Η συγγραφική σιγή σας κρατάει από το 2006.

Πράγματι. Χρειάζομαι ένα μεγάλο διάστημα για να αποδεσμευτώ από μια προηγούμενη ιστορία μέσα στην οποία έχω βυθιστεί. Και μετά χρειάζεται και ο χρόνος για να απλώσεις τις κεραίες σου, να συγκεντρωθείς σε ένα θέμα από τα τόσα που σε περιβάλλουν για να καταλάβεις γιατί σε συγκινεί και να αρχίσεις να το δουλεύεις με την ίδια πάντα ανασφάλεια. Μεσολαβούν οπωσδήποτε τέσσερα με πέντε χρόνια μεταξύ της έκδοσης των μυθιστορημάτων μου.

Αν και το περιβάλλον των βιβλίων σας παραπέμπει σε πρόσωπα και γεγονότα προηγούμενων αιώνων, όπως η περίπτωση του Ισμαήλ Φερίκ Πασά, είναι το παρόν η βασική πηγή έμπνευσης...

Η βασική πηγή είναι ο εαυτός μου, οι φίλοι μου, η κοινωνία. Η τέχνη είναι ένα παιχνίδι μεταμφιέσεων, η αλλαγή του χρόνου και των προσώπων είναι από τα αγαπημένα τερτίπια της. ΟΙσμαήλ είναι προφανώς μια ιστορία του 19ου αιώνα που ασχολείται όμως με το θέμα της επιστροφής, των δυο πατρίδων, της διπλής ταυτότητας. Ασχολείται με το διχασμένο εαυτό. Είναι μια επιστροφή γεμάτη άλγος και απελπισία, αφού έρχεται ως κατακτητής. Όλα αυτά είναι σύγχρονα προβλήματα, άλλο που εμείς τα εντοπίζουμε σαν μια παλιά ιστορία. Ξέρετε, υπάρχει ένα πεδίο που μπορεί να σπάει το χρόνο και να παίζει με φοβερή άνεση με όλες τις διάρκειές του: Αυτό το πεδίο είναι η τέχνη.

Είναι καθρέφτης η τέχνη;

Είναι κάτι πιο βαθύ από τον καθρέφτη. Είναι η αναζήτηση του βαθύτερου «είναι», το ανθρώπινο δράμα που παραμένει ίδιο σε κάθε εποχή.

Ερμηνεύει η τέχνη;

Ακριβώς. Κοιτάξτε, δεν είναι πολλά τα θέματα που απασχολούν την τέχνη: ο έρωτας, ο φόνος, ο πόλεμος, η αιμομιξία, ο θάνατος... Σημασία έχει πώς κάθε εποχή μέσα από τους δικούς της δημιουργούς τα ερμηνεύει όλα αυτά. Είναι πολλοί οι τρόποι ερμηνείας, και μάλιστα σε μια εποχή τόσο πληθωριστική όσο η δική μας. Υπάρχει υπερπαραγωγή... Σήμερα ο καθένας μπορεί να δηλώσει συγγραφέας ή κριτικός βιβλίου. Yπάρχουν πολλές φωνές, πολλοί δημιουργοί.

Είναι ελευθερία ή στρέβλωση αυτός ο πληθωρισμός;

Καθένας θα μιλήσει με τη φωνή του. Θέλω να πιστεύω ότι οι λογοτέχνες κάνουν το καλύτερο δυνατό. Θα ήθελα να αναγνωρίζω σε όλους αγαθά κίνητρα και πάθος για τη λογοτεχνία, για τη συγγραφή. Το αποτέλεσμα, καλό ή κακό, λίγο ή πολύ, εγώ το θεωρώ πάντα έντιμο, το σέβομαι, αν και προφανώς δεν μου αρέσουν όλα τα βιβλία.

Είναι χαρακτηριστικό της εποχής η πλαστή ταυτότητα;

Φυσικά. Δείτε για παράδειγμα, ακόμη και πριν από 30 χρόνια σπούδαζε κανείς κάτι και δούλευε με το πτυχίο του. Σήμερα αυτό δεν ισχύει. Πράγματι, υπάρχει μια διάχυση στην αναζήτηση δουλειάς. Ως ένα βαθμό είναι δικαιολογημένο αυτό. Θεωρώ όμως πιο ειλικρινές και πιο αγαθό να δηλώνουν περισσότεροι άνθρωποι συγγραφείς, παρά κριτικοί. Γιατί ξέρετε, η κριτική είναι πάντα μια δευτερογενής εργασία, αυταρχική πολλές φορές, με μια εξουσία που δεν έχει ο λογοτέχνης, ο οποίος απλά γράφει την τρέλα του.

Και με στοιχεία αυθαιρεσίας;

Πολύ συχνά. Υπάρχουν άνθρωποι που προέρχονται από άλλους κύκλους γνώσεως και όμως ασχολούνται με τα γράμματα. Αυτό δεν είναι πάντα καλό ή πάντα κακό. Αυτό που με ενδιαφέρει πιο πολύ είναι η ελευθερία που έχει ο συγγραφέας. Αλλά το να είσαι κριτικός είναι κάτι που δεν απαιτεί μόνο μια καλή βούληση αλλά και έναν κύκλο γνώσεων. Επιπλέον, όπως ο συγγραφέας πρέπει να έχει ταλέντο, έτσι και ο κριτικός πρέπει να έχει ταλέντο κριτικής.

Ας επιστρέψουμε στονΙσμαήλ. Ο ήρωάς σας ανήκει στην άλλη όχθη, είναι ο εχθρός...

Στον Ισμαήλ προσπαθώ να μιλήσω για διάφορα πράγματα μέσα από το πρόσωπο ενός εχθρού που είναι ο κακός της υπόθεσης και μέσα από αυτόν προσπαθώ να δω τι συμβαίνει στο βάθος, στην ψυχή. Το δεύτερο ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου είναι ότι επιστρέφει στην πατρίδα του ως κατακτητής για να καταστείλει μια επανάσταση, ενώ και ο ίδιος ήταν θύμα μιας επανάστασης. Ξεριζώθηκε και οδηγήθηκε στην Αίγυπτο εξαιτίας μιας επανάστασης... Όταν το βιβλίο βγήκε στην Αίγυπτο γνωρίστηκα με τους απογόνους του που με θεωρούν πλέον μέλος της οικογένειας. Και για να μη θεωρούμε όλους τους Άραβες φανατικούς, πρέπει να σας πω ότι η πέμπτη εγγονή του Ισμαήλ -αυτή η υπέροχη γυναίκα- έμαθε από το βιβλίο ότι ο Ισμαήλ καταγόταν από ελληνική χριστιανική οικογένεια και είπε «τι ωραία!». Ευχαριστήθηκε που κυλάει ελληνικό αίμα στις φλέβες της.

Πού είναι μεγαλύτερη η αγωνία σας όταν γράφετε, στο λογοτεχνικό ή στο ιστορικό μέρος του βιβλίου;

Στη λογοτεχνία, δεν το συζητάω. Όλο το υλικό που συλλέγω θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα ιστορικό άρθρο. Ξαφνικά πρέπει το υλικό να το ζυμώσω και να βγει ένα ψωμί που λέγεται λογοτεχνικό έργο. Υπάρχει μια διαδικασία της πρώτης ύλης που μου τη δίνει η έρευνα αλλά και τα βιώματά μου, τα συναισθήματά μου, ο τρόπος που ζω και βλέπω τον κόσμο. Όλα αυτά πρέπει να ενσωματωθούν σε ένα σώμα που λέγεται λογοτεχνία, και η οποία πρέπει να έχει συγκεκριμένη γλώσσα, παράδοση, τεχνικές, θεωρία. Βέβαια, το λογοτεχνικό είδος που άπτεται της ιστορίας απαιτεί μια μεγάλη έρευνα η οποία είναι πολύ ενδιαφέρουσα γιατί σε μαθαίνει ότι για ένα γεγονός υπάρχουν πάρα πολλές ερμηνείες. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό και για τη λογοτεχνία.

Το λογοτεχνικό περιβάλλον δημιουργεί ελευθερίες που μπορεί να αποβούν σε βάρος της έρευνας;

Αν είναι να λογοκριθεί ο συγγραφέας στην έρευνα, είναι καλύτερα να αφήσει και την ιστορία και τη λογοτεχνία. Ας πάει να γίνει υπάλληλος, να μη μιλάει, να μην ακούει να μη βλέπει. Ο δημιουργός οφείλει να έχει ένα ελεύθερο, σκεπτόμενο, κριτικό πνεύμα. Είτε είναι δημοσιογράφος είτε συγγραφέας είτε επιστήμονας.

Έχετε ποτέ αμφιβολίες, φοβάστε μήπως σας ξέφυγε κάτι από την έρευνα;

Ποτέ. Ούτε την παραμικρή. Πιστεύω ότι δεν μου έχει διαφύγει τίποτα. Έχω προσπαθήσει πάρα πολύ γι' αυτό. Από εκεί και πέρα βέβαια ο καθένας μπορεί να κρίνει τα βιβλία μου όπως θέλει. Είναι δικαίωμά του. Εμένα η αγωνία μου είναι να δημιουργήσω ένα έργο λογοτεχνίας, το οποίο όμως να έχει σεβασμό για το ανθρώπινο πάθος και παράλληλα να φέρει τον τρόπο που η σύγχρονη λογοτεχνία βλέπει τα πράγματα.

Πόσο διαφορετικός είναι σήμερα ο Ισμαήλ, καθώς επανακυκλοφορεί, αλλά σε μια νέα εποχή;

Εμένα με συγκινεί πάρα πολύ. Έχει βγει ένα πολύ ωραίο βιβλίο γιατί και στα τρία μυθιστορήματα που είχα στην Άγρα και ξαναβγάζω τώρα στον Καστανιώτη το καθένα είχε ένα επίμετρο στο τέλος για να είναι και λίγο διαφορετικό. Το κείμενο δεν το έχω αγγίξει. Αλλά το επίμετρο είναι ένα είδος δοκιμίου και ημερολογίου μαζί που το βάζω στο τέλος γιατί δίνει μια πιο προσωπική και βαθιά επαφή του αναγνώστη με το πρόσωπο του Ισμαήλ και με τη δική μου αγωνία γύρω από αυτόν. Το είχα γράψει το κείμενο αυτό το ‘89 λίγους μήνες αφού τελείωσα τον Ισμαήλ.

Τελικά, τα βιβλία σας είναι ιστορικά μυθιστορήματα;

Κοιτάξτε, το ιστορικό μυθιστόρημα σήμαινε κάτι πολύ συγκεκριμένο και ήταν ένα είδος που είχε ατονήσει κατά κάποιον τρόπο. Μαζί με κάποιους άλλους το ξαναβάλαμε μπροστά γύρω στο 1990 (ο Ισμαήλ βγήκε το ‘89). Έχει μεσολαβήσει ένας άλλος τρόπος να βλέπουμε τη ζωή, την ιστορία και την ίδια την λογοτεχνία. Αυτά τα τρία σμίξανε σε μια διαφορετική έκφραση για γεγονότα που άπτονται της ιστορίας ή για ανθρώπους που εμπλέκονται στην ιστορία. Δεν κάνω όμως μόνο αυτό στα βιβλία μου. Ουσιαστικά με ενδιαφέρει ο ίδιος ο άνθρωπος, ο οποίος καθορίζεται από την ιστορία και τα δεινά της, τις κακές περιπέτειες, γιατί εκεί είναι το ανθρώπινο δράμα, στο πώς επεμβαίνει ο εξωτερικός παράγοντας και σου διαλύει τη ζωή. Γι' αυτό το λόγο δεν κάνω κριτική της ιστορίας, αλλά προσπαθώ να δω τους ανθρώπους μέσα στην ιστορία.

Γιατί έγινε μόδα το ιστορικό μυθιστόρημα;

Τι να πω; Φαντάζομαι θα ήταν έτοιμος ο κόσμος γι' αυτό. Δεν κατηγορώ κανέναν. Ήταν ανάγκη του κοινού και του δημιουργού. Της στιγμής. Μεσολάβησαν εν τω μεταξύ οι πόλεμοι των Βαλκανίων και άλλα πράγματα που έδειξαν ότι οι σταθερές που είχαμε μετακινήθηκαν. Επίσης η ιστορία άλλαξε πολύ από τον τρόπο που τη μαθαίναμε. Ξαφνικά βρεθήκαμε πιο ώριμοι ως προς την ιστορία, τη λογοτεχνία και την κοινωνία. Πιο ώριμοι και ταυτόχρονα πιο ανήσυχοι.

Πήρατε μέρος στη σιωπηλή διαδήλωση της «Θυμωμένης τέχνης». Εμπλέκεστε ενεργά σε αυτό που αποκαλούμε «τα κοινά»;

Δεν είμαι οργανωμένη. Εμείς οι συγγραφείς είμαστε καταδικασμένοι στη μοναξιά, όμως η λογοτεχνία είναι συλλογική, είναι δημόσια έκφραση, δεν υπάρχει πεζογραφία χωρίς κοινωνία. Ένα έργο μπορεί να αλλάξει συνειδήσεις περισσότερο από τις πράξεις. Όμως υπάρχουν περιπτώσεις που πρέπει κανείς να παρεμβαίνει. Η «Θυμωμένη τέχνη» δημιουργήθηκε με αφορμή τα σκάνδαλα που όλοι ξέρουμε και το γεγονός ότι εξαφανίζονται τα χρήματα που έπρεπε να πηγαίνουν στους δημιουργούς, στην τέχνη. Ξέρετε, οι άνθρωποι είμαστε διάσπαρτοι, αλλά όταν συμβεί κάτι μαζευόμαστε. Υπάρχει συσπείρωση. Έτσι έγινε και με τη «Θυμωμένη τέχνη», αλλά και με το κείμενο που υπογράψαμε με αφορμή την απόσυρση και τα ασφαλιστικά μέτρα σε βάρος του βιβλίου της Έρσης Σωτηροπούλου.

Ανθεί ξανά η λογοκρισία;

Απόλυτα. Ζούμε σε μια πολύ συντηρητική κατάσταση όπου κερδισμένα πράγματα όπως η ελευθερία του λόγου αρχίζουν να αμφισβητούνται και να χάνονται. Βλέπουμε φαινόμενα λογοκρισίας, πιέσεις, απειλές που με τρομάζουν, με κάνουν να ανατριχιάζω. Αντίστοιχα όμως εκνευρίζομαι με το γεγονός ότι ο καθένας μπαίνει ανεξέλεγκτα στα μπλογκς και γράφει ανώνυμα τη γνώμη του. Όταν ήμουν παιδί τις σκίζαμε τις ανώνυμες επιστολές και τις πετάγαμε στο καλάθι των αχρήστων. Κάθε άνθρωπος, αν θέλει να πει κάτι, πρέπει να έχει το θάρρος της γνώμης του και της ταυτότητάς του. Το άλλο είναι συκοφαντίες και αθλιότητες.

Ξεκινήσατε γράφοντας ποίηση. Πόσο παρούσα είναι στο έργο σας;

Πάντα είναι παρούσα. Με είχε κουράσει ο ξύλινος λόγος ενός μοντερνισμού που είχε φθάσει σε μια απόλυτη ξηρότητα λόγου και ήθελα να ξαναμπάσω την αισθαντικότητα, το στοχασμό, τη συγκίνηση μέσα στον πεζό λόγο. Φέτος θα βγάλω κάποια ποιήματα που δεν έχω εκδώσει μαζί με κάποια παλιά από τις συλλογές «Πλην Εύχαρις» και «Ορυκτά» για τα οποία έχει λήξει το συμβόλαιο με την Άγρα. Ο τίτλος της συλλογής που θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο θα είναι «Οι τρυφερές».

Γράφετε ποιήματα σήμερα;

Έχω να γράψω ποιήματα από τα τριάντα με σαράντα μου χρόνια. Και έχω μεγαλώσει αρκετά από τότε (γελάμε). Δεν μου βγαίνει, δεν μπορώ να πιέσω τον εαυτό μου. Μου βγαίνει να διοχετεύσω κάποια πράγματα στον πεζό λόγο, να του δώσω τη σφραγίδα μου, η οποία έχει στοιχεία από μια πρόσληψη του κόσμου που τη θεωρούμε ποιητική.