Ο Ισμαήλ Κανταρέ και η επιβίωση των αλβανικών γραμμάτων

ΕΠΕΞ Ισμαήλ Κανταρέ «Η κόρη του Αγαμέμνονα», «Ο Διάδοχος» Facebook Twitter
«Είχα αποφασίσει να γράψω ένα μικρό βιβλίο, σαν ένα είδος διαθήκης, ασκώντας ευθεία κριτική στο καθεστώς». Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image
0


ΤΙΡΑΝΑ, ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΕΙ το κομμουνιστικό καθεστώς: ένας υπάλληλος της κρατικής ραδιοτηλεόρασης, πρώτη φορά στη διάρκεια της καριέρας του καλείται να παρακολουθήσει την παρέλαση της Πρωτομαγιάς από την εξέδρα των επισήμων. Όση έκπληξη προκαλεί το γεγονός στους συναδέλφους του, άλλη τόση, συνοδευμένη μ’ ενοχές, πλημμυρίζει και τον ίδιο.

Αντικρίζοντας το «οκνηρό λίκνισμα» του ανθρώπινου κύματος που συρρέει στο κέντρο της πόλης και τα «απολιθωμένα», «απειλητικά» πρόσωπα των μελών του Πολιτικού Γραφείου, ο αφηγητής της «Κόρης του Αγαμέμνονα» και κεντρικός ήρωας του ομώνυμου μυθιστορήματος του Ισμαήλ Κανταρέ προβαίνει σ’ έναν σύντομο απολογισμό της ζωής του, έχοντας συνειδητοποιήσει πως η κοπέλα με την οποία είναι ερωτευμένος έχει χαθεί γι’ αυτόν οριστικά. Η αγαπημένη του Σουζάνα, ως άλλη Ιφιγένεια, έχει «θυσιαστεί» από τον ολοένα ανερχόμενο στην ιεραρχία πατέρα της, και ο δεσμός τους, όπως και τόσα άλλα γύρω τους, έχει κομματιαστεί απ’ τα γρανάζια μιας αχαλίνωτης κρατικής μηχανής.

Η «Κόρη του Αγαμέμνονα», που συστεγάστηκε με τον «Διάδοχο» σ’ έναν τόμο των Εκδόσεων του Εικοστού Πρώτου, γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του '80. Σε μια εποχή, δηλαδή, που ο διασημότερος σύγχρονος Αλβανός λογοτέχνης (1936-2024) και κάτοχος του πρώτου διεθνούς βραβείου Man Booker εξακολουθούσε να πιστεύει πως το καθεστώς του Χότζα ήταν ανίκητο: «Όπως όλοι μας, έτσι κι εγώ είχα πειστεί πως θα πεθάνουμε χωρίς ν’ απαλλαγούμε απ’ αυτήν τη φρικτή δικτατορία», ομολογούσε σε τηλεφωνική μας επικοινωνία τον Ιανουάριο του 2007, με αφορμή την επικείμενη άφιξή του στην Αθήνα για την παρουσίαση του βιβλίου του.

Η «Κόρη του Αγαμέμνονα», που συστεγάστηκε με τον «Διάδοχο» σ’ έναν τόμο των Εκδόσεων του Εικοστού Πρώτου, γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του '80. Σε μια εποχή, δηλαδή, που ο διασημότερος σύγχρονος Αλβανός λογοτέχνης (1936-2024) και κάτοχος του πρώτου διεθνούς βραβείου Man Booker εξακολουθούσε να πιστεύει πως το καθεστώς του Χότζα ήταν ανίκητο.

«Είχα, λοιπόν, αποφασίσει να γράψω ένα μικρό βιβλίο, σαν ένα είδος διαθήκης, ασκώντας ευθεία κριτική στο καθεστώς. Ήταν το πρώτο που έγραψα γνωρίζοντας εξαρχής πως δεν θα το δημοσίευα στην Αλβανία αλλά στο εξωτερικό. Γι’ αυτό και στις σελίδες του δεν υπάρχει ίχνος αλληγορίας. Τα πράγματα λέγονται με τ’ όνομά τους, κυριαρχεί ο ρεαλισμός».

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: 
Ισμαήλ Κανταρέ, Η κόρη του Αγαμέμνονα -Ο Διάδοχος, Μτφρ.: Δημήτρης Ηλιόπουλος, Εκδόσεις του Εικοστου Πρώτου Αιώνα

Το ίδιο ισχύει και για τον «Διάδοχο», που γράφτηκε μια εικοσαετία αργότερα, όταν πια ο ίδιος ήταν εγκατεστημένος στο Παρίσι. Εμπνευσμένο από ένα πραγματικό γεγονός, τον μυστηριώδη θάνατο στελέχους που φαινόταν πως θα διαδεχτεί τον Χότζα, «έναν θάνατο που ουδέποτε διαλευκάνθηκε επισήμως και, ενώ παρουσιάστηκε ως αυτοκτονία, για τον περισσότερο κόσμο δεν ήταν παρά δολοφονία», το δεύτερο αυτό μυθιστόρημα μιλάει για μια ακόμη θυσία που αναγκάζεται να κάνει η Σουζάνα, αποτυπώνοντας ακόμα πιο εύγλωττα την ασφυξία, τον παραλογισμό και την τρομοκρατία που ασκούσε το καθεστώς.

Και στα δύο αφηγήματα, ωστόσο, υπάρχουν σελίδες έντονου ερωτισμού, με το σεξ να παρουσιάζεται ως το ύστατο καταφύγιο του ανθρώπου και, ταυτόχρονα, ως υποθηκευμένο δώρο που ανά πάσα στιγμή μπορεί ν’ ακυρωθεί. «Το σεξ», έλεγε ο Κανταρέ, «λογαριαζόταν ως κάτι βλάσφημο, καταραμένο. Δεν απαγορευόταν απλώς να καταπιαστείς γραπτώς μαζί του. Ακόμα και το να εκδηλώσεις ανοιχτά την ερωτική επιθυμία σου λογαριαζόταν ως ευθεία προσβολή, ως εχθρική πρωτοβουλία κατά των αρχών. Όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα βρίσκονταν υπό αυστηρό έλεγχο, πόσο μάλλον αυτό».

Αφότου άρχισε να δημιουργεί σε συνθήκες πλήρους ελευθερίας, τι αλλαγές έβλεπε ο ίδιος στο έργο του; «Στο παρελθόν αναρωτήθηκα σχετικά κι εγώ. Δεν ήξερα αν θα ήμουν ικανός να γράψω εκτός των κομμουνιστικών ορίων. Ευτύχησα, εντούτοις, να διαπιστώσω ότι τελικά η λογοτεχνία μου δεν επηρεάστηκε από την πτώση τους. Κι αν είμαι περήφανος για κάτι, είναι πως στα έργα που ακολούθησαν δεν έκανα επίδειξη μεγαλύτερου κουράγιου απ’ ό,τι στο παρελθόν. Όποιος αναγνώστης συγκρίνει το "Παλάτι των ονείρων" με το τελευταίο μου βιβλίο θα δει πως η κριτική μου ήταν και τότε το ίδιο θαρραλέα. Η εσωτερική ελευθερία είναι που μετράει πάνω απ’ όλα. Ούτε τα βασικά μυθιστορηματικά μου μοτίβα άλλαξαν έκτοτε σημαντικά. Οι νεκροί και οι ζωντανοί, τα όνειρα, τα φαντάσματα, οι μύθοι της αρχαιότητας, αυτά εξακολουθούν να με εμπνέουν. Και με το ίδιο πάθος υπερασπίζομαι μια λογοτεχνία χωρίς όρια, οικουμενική».

Ο συγγραφέας των «Ταμπούρλων της βροχής» και του «Ρημαγμένου Απρίλη» είχε φλερτάρει με την ιδέα να αυτοεξοριστεί στη Γαλλία και πριν από το 1990. «Δεν μου έλειψαν οι ευκαιρίες, δεδομένου ότι είχα τη δυνατότητα να ταξιδεύω στο εξωτερικό. Τι με κράταγε; Ο φόβος για την τύχη που θα επιφυλασσόταν στους δικούς μου ανθρώπους, στην οικογένειά μου. Κάποια στιγμή, ωστόσο, με τη σύμφωνη γνώμη της συζύγου μου, το αποφάσισα. Ήταν το 1983, την εποχή που γυριζόταν σε ταινία στο Παρίσι το μυθιστόρημά μου "Ο στρατηγός του νεκρού στρατού". Κι όμως, την τελευταία στιγμή άλλαξα γνώμη. Θυμάμαι πόσο είχε προσπαθήσει να με μεταπείσει ο πρωταγωνιστής της ταινίας και φίλος μου, Μισέλ Πικολί. Το ότι θα κινδύνευαν εξαιτίας μου αγαπημένοι μου άνθρωποι ήταν τεράστιο βάρος στη συνείδησή μου».

Πώς εισέπραξαν οι συμπατριώτες του τη φυγή στο εξωτερικό σε μια περίοδο που το καθεστώς επιτέλους γκρεμιζόταν; «Άλλοι, από τους κόλπους των κρατούντων, με χαρακτήρισαν προδότη κι άλλοι φάνηκαν διχασμένοι, υποστηρίζοντας πως έπρεπε να παραμείνω στη χώρα και να συμβάλω στην ανασυγκρότησή της. Οι περισσότεροι, πάντως, αναθάρρησαν γιατί είδαν στο φευγιό μου μια επιπλέον ένδειξη για την κατάρρευση της δικτατορίας».

Τα μυστικά αρχεία του κόμματος που ήρθαν έπειτα στο φως από τις Αρχές είναι αποκαλυπτικά των συνθηκών μέσα στις οποίες ήταν αναγκασμένος να εργάζεται ο Κανταρέ, εξασφαλίζοντας με το έργο του την επιβίωση των αλβανικών γραμμάτων. Στα πρακτικά, για παράδειγμα, έκτατης συνεδρίασης του Συνδέσμου Συγγραφέων εν έτει 1975 με αντικείμενο την αξιολόγηση των βιβλίων και της προσωπικότητάς του γινόταν λόγος για τις «μηδενιστικές τάσεις» του και για τις «αντιεπαναστατικές πρακτικές» του, για τις «φιλελεύθερες ιδέες» που εισήγαγε στα έργα του μέσα από κάποια ποιήματα «με καλό προπαγανδιστικό σκοπό», για την «αλαζονεία» του χάρη στην «ανοχή των φοβιτσιάρηδων κριτικών», για τη ροπή του προς «ηθικά ανάπηρους ήρωες», για την «κλειστή, διανοουμενίστικη, μικροαστική ζωή του».

Τίποτα από τα παραπάνω δεν τον εξέπληξε. «Ένα μέρος από τα αρχεία αυτά το είχα υπ’ όψη μου, άλλα τα υποψιαζόμουν. Βλέποντάς τα, βέβαια, δημοσιευμένα, κυριεύτηκα από θλίψη. Περιλαμβάνουν εκατοντάδες σελίδες με καταγγελίες εναντίον μου, αλλά όσο και να ψάξει κανείς, δεν θα εντοπίσει πουθενά ούτε μια καταγγελία για συμπατριώτη μου από το δικό μου χέρι. Να κάτι για το οποίο επίσης επιτρέπω στον εαυτό μου να περηφανεύεται».

Τις τελευταίες δεκαετίες ο Κανταρέ μοίραζε τον χρόνο του μεταξύ της Γαλλίας και της πατρίδας του, διαπιστώνοντας «πόσο δύσκολο είναι ακόμα για τους Αλβανούς να διαχειριστούν την ελευθερία τους» και πόση από την πολύτιμη ενέργειά τους ξοδεύουν σε πολιτικές αντεγκλήσεις. Τις σχέσεις του με τους Αλβανούς πολιτικούς τις χαρακτήριζε «ψυχρές» και μολονότι είχε δεχτεί προτάσεις για να ριχτεί ενεργά στον στίβο της πολιτικής, τις είχε όλες απορρίψει. «Ο συγγραφέας», επέμενε, «μπορεί κάλλιστα να μιλήσει με το έργο του».

Όσο για το Νόμπελ, «ε, δεν θα είναι και τραγωδία αν δεν έρθει! Πλάι στον κατάλογο με τους νομπελίστες, υπάρχει κι εκείνος με όσους δεν το καρπώθηκαν ποτέ. Όταν ρωτούσαν σχετικά τον Μπόρχες, απαντούσε πως η Σουηδική Ακαδημία είχε συνηθίσει να του το αρνιέται. Ως γνωστόν, οι μικρές χώρες δίνουν υπερβολική σημασία σε τέτοιου είδους βραβεία. Μια πρακτική που αναλογεί και στον πόθο τους για διακρίσεις σε διεθνείς αθλητικούς αγώνες, έτσι δεν είναι;».

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Βιβλίο / Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Η πρόσφατη έκδοση του «Πιο πέρα από τη θάλασσα» στα ελληνικά αποδεικνύει με τον πιο παραστατικό τρόπο ότι ο Ιρλανδός συγγραφέας δεν είναι μόνο ο πιο ουσιαστικός αναθεωρητής του μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, αλλά ίσως και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της λογοτεχνίας της χώρας του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

Πολυμεταφρασμένη και πολυβραβευμένη, με παρουσία σχεδόν πέντε δεκαετιών στο λογοτεχνικό προσκήνιο, η γνωστή συγγραφέας ανατρέχει στα νεανικά της χρόνια, μιλά για την έλξη που της ασκούσε ανέκαθεν το διαφορετικό και σχολιάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Βιβλίο / «Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Στο βιβλίο του «Καλλιστεία» ο Μανώλης Μελισσάρης περιγράφει πώς μια παρέα queer ανδρών έκανε στη συμπρωτεύουσα το 1929 τον δικό της διαγωνισμό ομορφιάς, παράλληλα με τον πρώτο «επίσημο», αναβιώνοντας ταυτόχρονα μια ολόκληρη εποχή.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απώλειας»

Βιβλίο / Νίκος Βέλμος: Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απωλείας»

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την κυκλοφορία του περιοδικού «Φραγκέλιο» που ίδρυσε ο λογοτέχνης, ηθοποιός, ζωγράφος, εκδότης, γκαλερίστας και κοινωνικός επαναστάτης Νίκος Βέλμος, μια παραγνωρισμένη πλην όμως πολυσχιδής, μποέμικη και άκρως επιδραστική προσωπικότητα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ένας τολμηρό προσωπικό αντίο

Το πίσω ράφι / Ένα τολμηρό προσωπικό αντίο

Ο Ντέιβιντ Πλαντ γράφει τον «Αγνό εραστή» για να αποχαιρετήσει τον επί τέσσερις δεκαετίες σύντροφό του Νίκο Στάγκο, συστήνοντάς μας ταυτόχρονα με έναν συγκινητικό και αποκαλυπτικό τρόπο αυτόν τον διακεκριμένο ποιητή και επιμελητή εκδόσεων.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Όλα φαίνεται να στοχεύουν στον εκβαρβαρισμό των ανθρώπων»

Βιβλίο / «Όλα φαίνεται να στοχεύουν στον εκβαρβαρισμό των ανθρώπων»

Η κορυφαία συγγραφέας της Αργεντινής, Σέλβα Αλμάδα, μιλάει στη LiFO λίγο πριν από την άφιξή της στη χώρα μας με αφορμή το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας για τα πολυβραβευμένα βιβλία της, την έμφυλη βία και τη γυναικεία ταυτότητα.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Απόστολος Δοξιάδης: «Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι σε παρακμή αλλά σε σήψη»

Βιβλίο / Απόστολος Δοξιάδης: «Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι σε παρακμή αλλά σε σήψη»

Με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Γαλανόσκυλος», ο καταξιωμένος συγγραφέας μιλά για όλα: τους πολιτικούς «που είναι ανίκανοι αλλά ξέρουν να μαζεύουν ψήφους», τον πολιτισμό που έχει μετατραπεί σε «σοβαροφανή παρωδία» και μια Ελλάδα που «δεν έχει ξεφύγει ποτέ από τον ναρκισσισμό της».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Revenge porn που ρίχνουν κυβερνήσεις

Βιβλίο / Revenge porn που ρίχνουν κυβερνήσεις

Στο μυθιστόρημά του «Αθέατος βίος», ο Νικολό Αμανίτι ερευνά την ιδιωτική ζωή της συζύγου ενός πρωθυπουργού, υπενθυμίζοντας ότι σήμερα οι social media managers κινούν τα νήματα και η θεωρία του χάους είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ