1. ΟΠΑΔΑΡΕΣ, ΕΛΛΗΝΑΡΕΣ. Δεν λέω να στρωθούν και να διαβάσουν όλο τον Παπαδιαμάντη, τον Ροΐδη, τον Μοισιόδακα, ούτε να έχουν ακουστά τον Σκαλκώτα και τον Χρήστου, ή να ξημεροβραδιάζονται ξιφουλκώντας λεκτικά για το εάν ο Παπαϊωάννου είναι σημαντικότερος από τον Αξελό που με τη σειρά υπερβαίνει, ενδεχομένως, τον Καστοριάδη, το έργο του οποίου μπορούμε μεν να συγκρίνουμε με τις καινοτομίες του Κωνσταντινίδη στην αρχιτεκτονική, καίτοι προτιμούμε τις καταβυθίσεις σε μιαν ουσιώδη παράδοση που επιχείρησε ο Πικιώνης. Όχι, δεν είναι να σκοτίζονται με τέτοια οι οπαδάρες Ελληνάρες του Ομορφάντρα μου (που μας απασχόλησε κάνα δεκαήμερο και χάθηκε διά παντός από τη συζήτηση) και οι ξετρελαμένοι νεοελληνάρες της Κατερίνας «Άι Εμ Χελίιιιιν!» Μουτσάτσου (που επίσης θα μας απασχολήσει κάνα δεκαήμερο ώσπου να χαθεί στης λήθης τη λίμνη). Καλό είναι να ξέρουν, όμως, και οι μεν και οι δε ότι περί ελληνισμού ζοριλίκια και μικρομεγαλοπιασίματα, αν μη τι άλλο, θέλουν και μιαν υποδομή, μια κάποια περιδιάβαση στα απέραντα χωράφια (για να θυμηθώ έναν ξεχασμένο δίσκο της εφηβείας μας, μερικές πολύωρες αντιπαραθέσεις με ιδέες, με κοσμοθεωρήσεις, με συστήματα σκέψης και με ανώφελες νεφέλες ποίησης).

           

2.ΒΑΛΤΙΝΟΣ & ΠΕΤΣΕΤΙΔΗΣ. Αμφότεροι μας ξεναγούνσε μια Ελλάδα που έχει γεννήσει δαίμονες και αγγέλους, χωμάτινους άντρες και ένυλα όνειρα, μεγαλόπνοα σχέδια και καθημερινές τραγωδίες. Και ακόμα: συγκίνηση, χιούμορ, πάθη. Ο Ανάπλους (εκδ. Εστία), το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα του Θανάση Βαλτινού (Καστρί Κυνουρίας, 1931), και το Εν οίκω (εκδ. Μεταίχμιο), η πιο πρόσφατη concept συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Πετσετίδη (Σπάρτη, 02/08/1940), είναι ισχυρό διπλοχάστουκο στους Ομορφάντρες και στις Χελίν. Ο Βαλτινός, με τη γνωστή μπορχεσιανή του μαστοριά κι επινοητικότητα, στήνει ένα είδος αυτοβιογραφικής αυτοβιολογίας, συστήνοντάς μας τόσο το σύνολο του έργου του όσο και μια ιδιότυπη, πολύτιμη πατριδογνωσία. Το παρελθόν οφείλουμε να το γνωρίζουμε για να μπορούμε να προχωρούμε στο μέλλον και να ζούμε με κάποια πληρότητα το παρόν, μοιάζει να διατείνεται ο Βαλτινός. Από την αρχή εξηγείται: «Η λογοτεχνία είναι χρησμός» (σ. 31). Παίζει με το ντοκιμαντέρ και τον μοντερνισμό, ελίσσεται αέρινα εκεί που καμώνεται ότι είναι βαρύς, σαν τα σίδερα στα έργα του Γιάννη Κουνέλλη, διηγείται και κήπους και τρόμους, όπως θα έλεγε ο Καρούζος. «Ήρωες όχι ακριβώς, στοιχεία για ήρωες. Και βεβαίως ατμόσφαιρες, καταστάσεις» (σ. 30). «Ηχητικές “φρυκτωρίες”» (σ. 35). «Και ο κόσμος είναι ακόμα ένας αναπεπταμένος λειμώνας» (σ. 43). «Ο θάνατος - και η λαγνεία εκείνων των χρόνων. Ρετάλια μνήμης. Σπαράγματα» (σ. 102). Και στη σελίδα 39, η εμφάνιση ενός μικρού αγοριού, μες στην Κατοχή, που άκουγε στο όνομα Δημήτρης Πετσετίδης!

 

3. ΚΑΜΑΡΕΣ Το μικρό αγόρι είναι μεγάλος συγγραφέας. Μάστορας. Δεκαπέντε ιστορίες γραμμένες με αριστοτεχνικά ελεγχόμενο λυρισμό, με τη νοσταλγία στο ρελαντί και τη συγκίνηση να πλανιέται σαν μύρο στον αέρα, μας μεταφέρει και αυτός στο παρελθόν, για να γνωρίσουμε το παρόν και να εφεύρουμε το μέλλον. Η μνήμη έρχεται να μας πάρει από το χέρι και να μας πάει σε κάμαρες παλιές, να μας φέρει στη γωνία Ερεσσού και Ζωοδόχου Πηγής στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα, τέσσερις μαζί να μοιράζονται το ίδιο ταπεινό δωμάτιο και τον ίδιο λουτροκαμπινέ, την ίδια αξιοπρέπεια μες στην ένδεια και τα ίδια όνειρα, με τις κοπέλες ν’ ανθίζουν, τους τοίχους να φέρουν σφαίρες από τον Εμφύλιο και τα εστιατόρια «Μάινας» και «Ωραία Νεάπολη» να υπάρχουν ακόμη (Τέσσερις σ’ ένα δωμάτιο, σσ. 65-70). Ένας νεαρός να υφίσταται άσχημο χουνέρι εκεί που είναι έτοιμος ν’ απολαύσει τη θελκτική Ίτσκα, τη Σουηδέζα φοιτήτρια που παθαίνει σοκ και την κοπανάει τρέχοντας, σαν αντικρίζει στρατιές μυρμηγκιών να επελαύνουν στην κάμαρα του νεαρού που, ο έρμος, έχει γυαλίσει το πάτωμά της με παρκετίνη (Απρόσκλητοι Επισκέπτες, σσ. 73-77). Και ούτω καθεξής. Εύγε στον Πετσετίδη (που, σημειωτέον, είναι και δεινός σκακιστής). Ανακαλύψτε τον και στο www.petsetidis.gr και θ’ ανακαλύψετε όψεις και πτυχές μιας Ελλάδας για την οποία ιδέα δεν έχουν οι Ομορφάντρες και οι Χελίνες!