Η Αθήνα όπως την είδαν πέντε Έλληνες συγγραφείς

Σύνταγμα Facebook Twitter
Σύνταγμα, δεκαετία του '60. Φωτ.: Harrison Forman/University of Wisconsin
0



Η ΑΘΗΝΑ
, τυλιγμένη με φασματικές μορφές και με ανθρώπους στα όρια, διατρέχει τις σελίδες αρκετών Ελλήνων συγγραφέων. Κι επειδή μια διόλου ελληνική, αλλά κινεζική παροιμία λέει «είθε να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς», οι οριακές στιγμές φαίνεται πως καθορίζουν με τρόπο πολλαπλό το συγγραφικό σύμπαν στην περίπτωση του Μένη Κουμανταρέα και τον Θησαυρό του Χρόνου (Πατάκη) –το αθηναϊκό τοπίο ανατέμνεται με τρόπο νοσταλγικό απ' άκρη σ' άκρη–, ενώ στο βιβλίο της Μαρίας Μήτσορα, μια συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο Από τη μέση και κάτω (Πατάκη), η εμπύρετη γραφή απογειώνει τις αθηναϊκές στιγμές, ειδικά στην ιστορία της που εντοπίζεται στην καρδιά του κέντρου. Από κει κι ύστερα υπάρχει η απειλητική διάσταση της Αθήνας που δεν μπορεί να απαλύνει τις εσωτερικές συγκρούσεις, όπως συμβαίνει με τους αντι-ήρωες του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη και του Μάκη Τσίτα.

Κατέβαιναν την Ευριπίδου, που μύριζε μπαχαρικά, κι όποιος τους έβλεπε θα νόμιζε ότι είναι δυο πολύ ωραία αδέλφια ή ένα ζευγάρι τρελά ερωτευμένο που γυρεύει καταφύγιο για τη νύχτα στα σκοτεινά δρομάκια του κέντρου.

Στο βιβλίο Η πόλη και η σιωπή του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη (Καστανιώτης) ο πρωταγωνιστής περιπλανιέται σε μια Αθήνα ρημαγμένη και πληγωμένη από την κρίση, ενώ τα αντίστοιχα ψυχικά αδιέξοδα στα οποία έχει περιέλθει ο αντι-ήρωας του Τσίτα στο Μάρτυς μου ο Θεός (Κίχλη) επανέρχονται δυναμικά κάθε φορά που βρίσκεται αντιμέτωπος με συγκεκριμένα περιβάλλοντα. Ευχάριστο διάλειμμα, βγαλμένο από μια Αθήνα άλλης εποχής –μνήμες, εικόνες, αισθήσεις–, που έρχεται να υπενθυμίσει τη σθεναρή αντίσταση μιας πόλης ως ζωντανού οργανισμού, είναι η Αθήνα της μιας διαδρομής του Πέτρου Μάρκαρη (Γαβριηλίδης). Άλλωστε, ο Μάρκαρης είναι ο συγγραφέας που μίλησε όσο κανείς στα αστυνομικά του μυθιστορήματα για την Αθήνα ως μια πόλη που παλεύει να αντέξει, επιδεικνύοντας τις αταβιστικές της συνάφειες και το παλιό της κλέος. Η Αθήνα αντιστέκεται ακόμη μέσα από τις σελίδες.

Το Νέο Φάληρο του Κουμανταρέα

κουμανταρέας
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Μένης Κουμανταρέας, Ο θησαυρός του χρόνου, εκδόσεις Πατάκη

«Το θυμάσαι καθόλου το σπίτι της γιαγιάς στο Νέο Φάληρο; Για την ακρίβεια –ναι, ναι ακριβώς– στις Τζιτζιφιές, τότε που η προβλήτα έμπαινε στη θάλασσα κι ήταν το αγαπημένο μέρος όπου ο καλός κόσμος έκανε την promenade του. Οι κυρίες με φορέματα τσάρλεστον και ομπρελίνα σε κάθε χρώμα, έτσι που σχημάτιζαν ένα πολύχρωμο μωσαϊκό. Αλλά και τους χειμώνες υπήρχαν χειμερινοί περιπατητές με καπέλο και ρούχα σαν βελάδες, κι η αλισάχνη σηκωνόταν από τα νερά, τυλίγοντάς τους σε μυθιστορηματική ομίχλη. Δίπλα ακριβώς ήταν χτισμένο το θερινό θεατράκι όπου θριάμβευαν οι παραστάσεις επιθεώρησης αλλά και οπερέτες που ξετρέλαιναν τους πάντες, εννοείται τον "καλό κόσμο" πάντα. Το σπίτι ήταν βαμμένο ώχρα με πράσινα παντζούρια, δίπατο, μ' έναν τρούλο βαμμένο γκρίζο, όπως γινόταν η θάλασσα το φθινόπωρο. Υπήρχαν ολόγυρα ψηλά δέντρα που κάποτε ξεπερνούσαν με το μπόι τους το σπίτι, ευκάλυπτοι που είχαν τη μαγική δύναμη να διώχνουν τα κουνούπια, γι' αυτό και οι κουνουπιέρες μέσα στο σπίτι έπαιζαν ρόλο μάλλον διακοσμητικό. Σαν κουνουπιέρες ντύνονταν τότε και οι γυναίκες, με αραχνοΰφαντα φορέματα που έκρυβαν τον ποδόγυρο και γάντια λευκά ως τον αγκώνα, ενώ οι άνδρες φορούσαν άσπρες σαντακρούτες, γκέτες και ψάθινα καπέλα. Καμία σχέση με το ξεγύμνωμα της σημερινής εποχής».

Το Κολωνάκι του Τζαμιώτη

πολη και σιωπη
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδόσεις Καστανιώτης

«Μια κούρσα για την Αγία Γλυκερία στο Γαλάτσι, μια δεύτερη για Άνω Κυψέλη και μια τρίτη λίγο μετά, μπροστά από τις εγκαταστάσεις του Πανελληνίου για το νοσοκομείο Ευαγγελισμός κατάφεραν να μετριάσουν κάπως τη στενοχώρια του για το πρόστιμο, έπειτα όμως η τύχη τον εγκατέλειψε ξανά. Για λόγους οικονομικούς στο καύσιμο, αλλά και γιατί ήταν αποκαρδιωτικό να τριγυρνά άσκοπα, αποφάσισε, μια και ήταν εκεί κοντά, να σταθεί στην πιάτσα της πλατείας Κολωνακίου. (...) Ούτε αυτή η ακριβή γειτονιά είχε καταφέρει να μείνει αλώβητη απ' την εντύπωση καταστροφής που σκίαζε ολόκληρη τη χώρα. Έστω κι αν δεν ήταν ο κανόνας, συναντούσες και εδώ μαγαζιά κλειστά, ο κόσμος που την επισκεπτόταν για να ψωνίσει ήταν εμφανώς μειωμένος απ' ό,τι παλιότερα, όσο για τα καφέ και τα εστιατόρια της πάνω πλευράς, που άλλοτε τέτοιαν ώρα ήταν κατάμεστα, έδειχναν να μην πηγαίνουν και τόσο καλά. Και τα πρόσωπα των ανθρώπων επίσης είχαν αλλάξει: τα πρόσωπα των ανθρώπων έμοιαζαν κι αυτά μουδιασμένα. Συνέχιζαν, φυσικά, να κουβαλούν εκείνον τον αέρα της επιτηδευμένης κατά το πλείστον ξιπασιάς για την οποία φημίζονταν οι κάτοικοι και οι θαμώνες της περιοχής, μα αναμφίβολα επρόκειτο για σκέτο θέατρο. Η αλλοτινή βεβαιότητα, αυτή η αυθεντική αλαζονεία που χαρίζει κάποιο είδος μεγαλοπρέπειας ακόμη και στις πιο εξωφρενικές συνήθειες, εξέλιπε. Προφανώς, ούτε εδώ οι άνθρωποι αισθάνονταν πλέον άτρωτοι».

Το Μοναστηράκι της Μήτσορα

μητσορα
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Μαρία Μήτσορα, από τη μέση και κάτω, Εκδόσεις Πατάκη

«Ο Γιάννης έφτασε στον Κρίνο σε σαράντα λεπτά ακριβώς. Φορούσε τώρα τα ρούχα του, αλλά είχε κρατήσει το κόκκινο σκουφάκι στο κεφάλι. Τον περίμενε απέξω.

"Με λένε Γιάννη" της είπε.

"Κι εμένα Γιάννα" γέλασαν αμήχανα. "Πρώτη φορά μού κλείνει το μάτι ο Αϊ-Βασίλης".

"Πότε έπαψες να πιστεύεις ότι υπάρχει;"

"Όταν ήμουν πολύ μικρή και μου διαβάσανε το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα, το παραμύθι του Άντερσεν. Όταν, δηλαδή, κατάλαβα πως την ίδια μέρα που γιορτάζεται μια γέννηση, άλλοι μπορεί να πεθαίνουν από την πείνα και το κρύο".

"Δεν θα μπούμε μέσα; Δεν θα καθίσουμε;". Όλο να ρωτάει ήθελε ο Γιάννης, για ν' ακούει τη φωνή της.

"Όχι" είπε εκείνη σχεδόν αγχωμένη. "Σε παρακαλώ, προτιμώ να περπατήσουμε". Ευτυχώς, δεν φοράει τακούνια, σκέφτηκε ο Γιάννης, γιατί οι γυναίκες που φορούν τακούνια μου δίνουν την εντύπωση ότι σνομπάρουν τη γη.

Κατέβαιναν την Ευριπίδου, που μύριζε μπαχαρικά, κι όποιος τους έβλεπε θα νόμιζε ότι είναι δυο πολύ ωραία αδέλφια ή ένα ζευγάρι τρελά ερωτευμένο που γυρεύει καταφύγιο για τη νύχτα στα σκοτεινά δρομάκια του Κέντρου. Αν όμως τους έβλεπε ένας αστρονόμος, θα έλεγε: "Να δυο άγνωστα αστέρια, που, τι παράξενο, κινούνται μαζί και περιηγούνται το σύμπαν!".

Είχανε φτάσει στο Μοναστηράκι και περπατούσαν αμίλητοι για λίγο πλάι στις γραμμές του τρένου. Μετά, στην αρχή της Αποστόλου Παύλου, για μια στιγμή μόνο κοντοστάθηκαν κάτω από το εκθαμβωτικό νεογέννητο φεγγάρι, το φως του ψυχρό, αλλά μόνο για εκείνους θερμό. Στους πάγκους των πλανόδιων στον πεζόδρομο ο Γιάννης όλο σταματούσε να χαζέψει. Στο τέλος τής αγόρασε ένα ζευγάρι φωτεινά πράσινα σκουλαρίκια, μ' έναν κεφάτο κινέζικο δράκο σκαλισμένο στο κέντρο. Η Γιάννα τα φόρεσε διστακτικά, ενώ προσπερνούσαν τις καφετέριες του Θησείου. Είχανε πάρει τώρα την Ακάμαντος και στρίβοντας αριστερά είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν τον περιφερειακό του Φιλοπάππου. Κάγκελα τους σταμάτησαν και για μια στιγμή η Γιάννα ανησύχησε μπροστά στους σκοτεινούς όγκους των δέντρων».

Τα καφέ και οι οίκοι ανοχής του Τσίτα

μαρτυς
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Μάκης Τσίτας, Μάρτυς μου ο Θεός, εκδόσεις Μεταίχμιο

«Σήμερα το απόγευμα στο "Νέον" παρήγγειλα γιαούρτι με σαντιγί και τρούφα. Ο μπουφετζής με κοίταξε περίεργα. "Με πάει;" με ρώτησε. Κι αν δεν πάει; Είναι σαν να μου λες ότι ένα παγοθραυστικό δεν μπορεί να ταξιδέψει σε μια θάλασσα γαλήνια που δεν έχει πάγους. Το παγοθραυστικό πάει παντού κι εμείς πρέπει να τα τρώμε όλα γιατί είμαστε φτωχοί. Ο φτωχός θέλει δυο πράγματα: ψυχή και αιδοίο, κι αυτό θέλω να το θυμούνται όλοι για πάντα. Ψυχή και αιδοίο.

Παλιά είχα φτιάξει έναν χάρτη με όλα τα μπουρδέλα της Αθήνας, για να μπορώ να τα εντοπίζω εύκολα. Διότι χανόμουν από την αφηρημάδα που μου γεννούσαν οι τύψεις. Μέχρι τα τριάντα έξι-τριάντα οχτώ πήγαινα στάνταρ δύο φορές την εβδομάδα – δούλευα, είχα λεφτά και τα ακουμπούσα. Βέβαια, δεν με είχε χτυπήσει και το σάκχαρο επιθετικά, ούτε η πάρεση που μ' έκανε χάλια. Τώρα όμως γιατί τα σκέφτομαι όλα αυτά και αμαρτάνω συνέχεια; Φοβάμαι μήπως είναι κανένας πειρασμός και ξανακυλήσω στα ίδια».

Η Κεντρική Αγορά του Μάρκαρη

markaris
KANTE ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Πέτρος Μάρκαρης, Η Αθήνας της μιας διαδρομής, εκδόσεις Κείμενα

«Η Κεντρική Αγορά είναι μια "χερσόνησος": έχει πρόσβαση από την Αθηνάς, και από τις δύο πλάγιες οδούς, τη Σοφοκλέους και την Ευριπίδου. Αντίθετα, η οδός που βρίσκεται πίσω της, η Αιόλου, είναι ένα είδος "ενδοχώρας" με μαγαζιά που ακολουθούν τη γραμμή της Ερμού και όχι της Αθηνάς. Η "χερσόνησος" καθόρισε τη δραστηριότητα και των δύο κάθετων δρόμων προς την Αθηνάς: της Σοφοκλέους και της Ευριπίδου. Από το ύψος της Αιόλου, από το σημείο δηλαδή που αρχίζει η "χερσόνησος", η Σοφοκλέους είναι μια "οδός τροφίμων". Εδώ βρίσκεις τυριά, αλλαντικά, είδη μπακαλικής και απέναντι, στην είσοδό της, ένα μαγαζάκι με έναν ηλικιωμένο ιδιοκτήτη που πουλάει μπαχαρικά και άλλα καρυκεύματα. Το ίδιο συμβαίνει και στην οδό Ευριπίδου, πάλι από το ύψος της Αιόλου, όπου υπερτερούν τα τυροκομικά. Κάποτε, πριν σπάσει το κέντρο και αρχίσει η εισβολή των σούπερ μάρκετ, οι Αθηναίοι κατέβαιναν στην Ευριπίδου για να ψωνίσουν εκλεκτά τυριά, που δεν τα έβρισκαν στον μπακάλη της γειτονιάς τους.

Είναι το μόνο σημείο της Αθήνας στο οποίο ξαναβρίσκω τις μυρουδιές των παιδικών και νεανικών μου χρόνων, κυρίως στην οδό Ευριπίδου. Γιατί στη Σοφοκλέους, μετά την οδό Αθηνάς, τα καταστήματα τροφίμων αρχίζουν να αραιώνουν. Σ' αυτό το κομμάτι του δρόμου συναντάει κανείς και καταστήματα που πουλάνε χαρτικά και οικιακά σκεύη. Αντίθετα, στην Ευριπίδου τα τρόφιμα φτάνουν ως την οδό Πειραιώς. Ένας δεύτερος λόγος για τις οικείες μυρουδιές είναι το μαγαζί του Μιράν στη μέση της Ευριπίδου, στο κομμάτι μεταξύ Αθηνάς και πλατείας Κουμουνδούρου. Ο παππούς Μιράν ήρθε πρόσφυγας από τη Μικρασία και άνοιξε μια βιομηχανία που έφτιαχνε παστουρμά και σουτζούκι. Και τα δύο ήταν τότε άγνωστα στην Ελλάδα. Σήμερα τα βρίσκεις σε όλα τα σούπερ μάρκετ. Οι μυρουδιές, ωστόσο, υπάρχουν μόνο στο μαγαζί του Μιράν. Τα σούπερ μάρκετ είναι, ως γνωστόν, άοσμα».

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

100 βιβλία που ξεχωρίσαμε για αυτό το καλοκαίρι

Βιβλίο / 100 βιβλία να διαβάσεις κάτω από ένα αρμυρίκι ή στην πόλη με το κλιματιστικό στο φούλ

Κλασική λογοτεχνία, σύγχρονοι συγγραφείς, δοκίμια, ιστορία, αυτοβελτίωση, βιβλία για το «μικρό» να μην είναι όλη την ώρα στο iPad. Kάτι για όλους για να περάσει όμορφα, ήσυχα και ποιοτικά το καλοκαίρι.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΜΑΡΙΑ ΔΡΟΥΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Σε ποιον ανήκει η κόλαση» του Κ. Τζαμιώτη: Ένα βιβλίο-ανατομία στην άβυσσο της ελληνικής ψυχής

Βιβλίο / «Σε ποιον ανήκει η κόλαση» του Κ. Τζαμιώτη: Ένα βιβλίο-ανατομία στην άβυσσο της ελληνικής ψυχής

Το «Σε ποιον ανήκει η κόλαση» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη από τις εκδόσεις Μεταίχμιο διαθέτει μικρές απροσδόκητες ιστορίες γεμάτες πόνο και σαρκασμό.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
ΕΠΕΞ Συγγραφείς/ Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου

Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου / 8 Έλληνες συγγραφείς ξαναγράφουν τους μύθους και τις παραδόσεις

Η Λυσιστράτη ερμηνεύει τις ερωτικές σχέσεις του σήμερα, η Ιφιγένεια διαλογίζεται στην παραλία και μια Τρωαδίτισσα δούλα γίνεται πρωταγωνίστρια: 8 σύγχρονοι δημιουργοί, που συμμετέχουν με τα έργα τους στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, συνομιλούν με τα αρχαία κείμενα και συνδέουν το παρελθόν με επίκαιρα ζητήματα.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Όποιος έζησε στην Ευρώπη, θα μπορούσε να είναι πρόγονός μας»

Βιβλίο / «Όποιος έζησε στην Ευρώπη, θα μπορούσε να είναι πρόγονός μας»

Μια ενδιαφέρουσα επιστημονική μελέτη του Κώστα Καμπουράκη που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, η οποία φωτίζει ζητήματα όσον αφορά το DNA και την εθνική καταγωγή αλλά και τα σχετικά εσφαλμένα ιδεολογήματα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Το πίσω ράφι/ Καζούο Ισιγκούρο «Μη μ’ αφήσεις ποτέ»

Το πίσω ράφι / Πώς ορίζεται μια «αξιοπρεπής» ζωή;

Στο «Μη μ' αφήσεις ποτέ» ο Βρετανός συγγραφέας Καζούο Ισιγκούρο φτιάχνει ένα σύμπαν απίστευτης σκληρότητας και θεσμοθετημένης αδικίας, όπου η απανθρωπιά γίνεται αποδεκτή ως μέρος του συστήματος, όχι ως κάτι τερατώδες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Η Σύλβια Πλαθ έλεγε την αλήθεια της, και τη διεκδικούσε

Το Πίσω Ράφι / Η Σύλβια Πλαθ μετέτρεψε το προσωπικό της τραύμα σε ποιητικό υλικό

Στην αποκατεστημένη έκδοση της εμβληματικής συλλογής «Άριελ» η Αμερικανίδα ποιήτρια μιλά για θέματα όπως ο θάνατος, η αυτοκαταστροφή, η γυναικεία ταυτότητα, η μητρότητα, η πατρική εξουσία, η οργή, η ερωτική προδοσία, κι όλα αυτά σε μια γλώσσα που βγάζει σπίθες, κοφτή, πυκνή, επιθετική, με βίαιες εικόνες και απροσδόκητες μεταφορές.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Μαγειρεύοντας για τους δικτάτορες

Βιβλίο / Τι τρώνε οι δικτάτορες; Ένα βιβλίο γράφει την ιστορία της όρεξής τους

Ταξιδεύοντας σε τέσσερις ηπείρους για τέσσερα χρόνια, ο Βίτολντ Σαμπουόφσκι εντόπισε τους πιο ασυνήθιστους μάγειρες του κόσμου, καταγράφοντας κομβικές στιγμές της ιστορίας του 20ού αιώνα μέσα από το φαγητό.
M. HULOT
Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Βιβλίο / Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Το βιβλίο «Με τους Ευρωπαίους περιηγητές στα χαμάμ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» φωτίζει όψεις αυτών των χώρων, τους ανθρώπους που σύχναζαν εκεί και τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν, όπως και τον ρόλο τους στη ζωή της Ανατολής.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Στα «Νέα» μου έλεγαν: «Πότε θα φύγεις για να πάρουμε αύξηση;»

Συνέντευξη / Μικέλα Χαρτουλάρη: «Στα ΝEA με ρωτούσαν πότε θα φύγω για να πάρουν αύξηση»

Από τις χρυσές εποχές των εφημερίδων και τις «Κεραίες της εποχής μας» έως το «Βιβλιοδρόμιο», τις συγκρούσεις, το μπούλινγκ και την έξοδο από τα «Νέα», η Μικέλα Χαρτουλάρη μιλά για τη δημοσιογραφία ως στάση ζωής, για την αριστερά, την εξουσία καθώς και για όλα όσα δεν συγχωρεί και δεν ξεχνά.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Δεσποτικό: το ιερό του Απόλλωνα αλλάζει τον αρχαιολογικό χάρτη των Κυκλάδων

Βιβλίο / Δεσποτικό: το ιερό του Απόλλωνα αλλάζει τον αρχαιολογικό χάρτη των Κυκλάδων

Απέναντι από την Αντίπαρο, ένα ακατοίκητο νησί φέρνει σταδιακά στο φως ένα από τα σημαντικότερα αρχαϊκά ιερά του Αιγαίου. Το νέο λεύκωμα «Δεσποτικό. Φωτογραφίες και ιστορίες» συμπυκνώνει περισσότερα από είκοσι χρόνια συστηματικής ανασκαφικής έρευνας και αναστήλωσης.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
«Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Βιβλίο / «Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Πόση Ρώμη υπάρχει ακόμη στην Ευρώπη, την Εγγύς Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την Ελλάδα; Ο μεταφραστής και επιμελητής της ελληνικής έκδοσης της «Ρωμαϊκής Ιστορίας», Σωτήρης Μετεβελής, μιλά για τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία του αρχαίου κόσμου και την κληρονομιά που άφησε πίσω της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ